Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021

Να φωνάζεις ή να σιωπάς;

Οπως σε κάθε κοινωνία έτσι και στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σοβαρά διλήμματα. Εχοντας εμπειρία κυβερνητικής ευθύνης και με γνώση επιλογών και ορθών αποφάσεων βρίσκονται αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Να επισημάνουν τις αδυναμίες και τους λαθεμένους χειρισμούς, ενημερώνοντας και τους κυβερνητικούς ακόμη για ενδεχόμενες διορθωτικές κινήσεις; ‘Η να κρατήσουν στάση σιωπής από τον κίνδυνο μήπως οι παρατηρήσεις τους εκληφθούν σαν επικριτικές πρωτοβουλίες που, σε ένα τοξικό δυστυχώς πολιτικό κλίμα, μπορεί να φανούν πως ρίχνουν νερό στις κινήσεις της αντιπολίτευσης; Εκτιμώ πως η ευθύνη κάθε νομιμόφρονα πολίτη τον οδηγεί, από αίσθημα εθνικής υποχρέωσης, να επισημαίνει τις όποιες αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις για να βοηθάει τη χώρα του.

Στο μέτωπο των εξωτερικών σχέσεων της χώρας κάποιες παρατηρήσεις θεωρώ πως είναι απαραίτητες. Βλέπουμε με έκπληξη τις κλιμακούμενες τουρκικές προκλήσεις και την προσπάθεια της Αγκυρας να δυναμιτίσει όλες τις πρωτοβουλίες διαλόγου κι εκτόνωσης των μεταξύ μας εντάσεων. Εν τούτοις παραμένει το ερώτημα γιατί η ελληνική πλευρά δεν βάζει στο τραπέζι δικά της διμερή θέματα που η Τουρκία, σε παραγνώριση των διεθνών συμφωνιών, τείνει να αποσιωπά. Τι γίνεται με την Ιμβρο και την Τένεδο και τον εκεί χριστιανικό τους πληθυσμό; Οι περιουσίες και οι τύχες των Κωνσταντινουπολιτών, που βάρβαρα εκδιώχθηκαν από κατοχυρωμένες με συνθήκες εστίες και δικαιώματά τους, θα παραμείνουν στο σκοτάδι; Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε πως εμείς δεν διεκδικούμε τίποτα όταν οι γείτονες δείχνουν έναν προκλητικό αναθεωρητισμό;

Θα αποδεχόμαστε σιωπηλά την προκλητική στάση της Γερμανίας που με κάθε ευκαιρία αναζητά τρόπους δικαιολόγησης της Τουρκίας και κάλυψης των προκλητικών της κινήσεων; Μπορεί ενδεχόμενα να μην επιθυμούμε την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων στην Αγκυρα εκτιμώντας πως ίσως κερδίσουμε περισσότερα μέσω μιας ευρωπαϊκής επιτήρησης. Είναι όμως δυνατόν η Γερμανία, πίσω από την πλάτη μας, να συζητά καινούργια συμφωνία μαζί της για τους μετανάστες ή να κάνει διάλογο για τη Λιβύη δίχως να μας προσκαλεί;

Αν το «Τουρκία – Γερμανία – Συμμαχία» έχει κάποιες ιστορικές βάσεις πρέπει το Βερολίνο να καταλάβει πως υπάρχει σήμερα η ΕΕ που αλλάζει τα δεδομένα. Και κάποιοι οφείλουν να μεταβάλουν προσανατολισμό.

Οταν η Γαλλία στέκεται δίπλα μας τόσο ανοιχτά, ρισκάροντας και οικονομικά της συμφέροντα με την Αγκυρα (μέσω Κατάρ λ.χ.), δεν είναι δεοντολογικό εμείς να σέρνουμε τα πόδια μας προβάλοντας δυσκολίες στο ζήτημα των φρεγατών ή να δείχνουμε επιφύλαξη σε αιτήματα του Παρισιού για ναυτική βάση στη Λέρο και σε προθέσεις στρατιωτικής συμπαράταξης. Είναι σίγουρο πως από πουθενά αλλού δεν πρόκειται να εξασφαλίσουμε παρόμοιες δεσμεύσεις. Οι καθυστερήσεις δεν λειτουργούν υπέρ των συμφερόντων μας. Γιατί τα δεδομένα κινδυνεύουν να μεταβληθούν. Και τότε;

Δεν είναι λάθος η αφοσίωσή μας στις πράξεις της ΕΕ, και ιδίως της Κομισιόν. Οχι όμως άκριτα και δίχως επισήμανση λαθών και απαίτηση διορθωτικών κινήσεων. Το ζήτημα των εμβολίων είναι χαρακτηριστικό. Ο κακός σχεδιασμός και οι αδυναμίες στις συμφωνίες που έγιναν έχουν θέσει σε κίνδυνο τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Το ίδιο και οι καθυστερήσεις στις παραγγελίες. Γιατί τηρούμε τέτοια σιωπή; Δεν υπάρχουν υπεύθυνοι; Δεν οφείλουν να λογοδοτήσουν; Δεν όφειλαν επίσης οι ηγέτες της Ευρώπης, που είχαν τηλεδιάσκεψη ανήμερα της εθνικής μας εορτής και επετείου των 200 χρόνων από την Επανάσταση για την ανεξαρτησία μας να κάνουν κάποια χειρονομία αναγνώρισης; Το έκαναν οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Ρωσίας και του Καναδά. Οι Ευρωπαίοι, όλοι μαζί, σιωπή; Δίχως την παραμικρή δική μας αντίδραση; Αυτά είναι σημεία που οφείλει κάποιος να επισημαίνει. Για το καλό όλων μας…

TA NEA  6/4/2021

Συνέχεια

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021

«Αποκαλυπτικές» πτυχές του ναζισμού



Ωστε η ελληνική κοινωνία έχει πάρει μορφή κι έχει υιοθετήσει τακτικές ναζιστικής Γερμανίας; Οι αστυνομικές επεμβάσεις σε βάρος πολιτών, που όμως παραβαίνουν τον νόμο, θυμίζουν Αουσβιτς με την αγριάδα τους; Αυτό τουλάχιστον δείχνουν να πιστεύουν κάποιοι αρθρογράφοι μέσω επώνυμων κειμένων τους. Προφανώς οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε διαβάσει σωστά την ιστορία. Κι έχουμε παρανοήσει κάποια πράγματα!  

Αίφνης δεν γνωρίζαμε πως επί ναζιστικής Γερμανίας κάποιος που είχε συλληφθεί και καταδικασθεί για μια σειρά από φόνους πολιτών για πολιτικούς λόγους, είχε κινητοποιήσει μαχητικά πλήθη που διαδήλωναν, μερικές φορές μάλιστα βίαια, υποστηρίζοντας απαίτησή του να εγκλεισθεί σε φυλακές της αρεσκείας του!

Στην ιστορία που διαβάσαμε δεν μάθαμε πως τότε γίνονταν σχεδόν καθημερινά διαδηλώσεις, κατά παράβαση σχετικών αποφάσεων της χιτλερικής κυβέρνησης, όπου ομάδες νέων «πλάκωναν» με καδρόνια, κοτρώνες, βόμβες μολότοφ και γροθιές αστυνομικούς σε υπηρεσία! Δυστυχώς, η ιστορία που διαβάσαμε μας έχει κρύψει φαίνεται πως επί ναζιστικής Γερμανίας ομάδες αναρχοαριστεριστών πολιτών, σε αγαστή συνεργασία με χούλιγκαν των γηπέδων, έκαναν πορείες προκαλώντας τρόμο και ανησυχία σε γειτονιές – βάζοντας φωτιές σε σταθμευμένα αυτοκίνητα, καταστρέφοντας βιτρίνες μαγαζιών και βάφοντας προσόψεις κτιρίων.

Ούτε βέβαια και είχαμε πληροφορηθεί πως στα πανεπιστήμια της ναζιστικής εποχής φοιτητές ή περιθωριακοί άσχετοι εισέβαλλαν ανενόχλητοι και κατελάμβαναν κτίρια, «έχτιζαν» καθηγητές στα γραφεία τους, διαπόμπευαν πρυτάνεις, κατελάμβαναν γραφεία της διοίκησης και είχαν την ευχέρεια διακίνησης λογής παράνομων προϊόντων από τέτοιους πανεπιστημιακούς χώρους. Το αναρχικό χάος που επικρατούσε σε κάποιους δρόμους των τότε αστικών κέντρων αλλά και στα περιβάλλοντα ορισμένων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων έχει περίεργα φαίνεται αποσιωπηθεί από όλα σχεδόν τα βιβλία ιστορίας που βρέθηκαν στα χέρια μας.

Αρκετά παράδοξα οι αποκαλυπτικές αυτές γνώσεις ιστορίας έχουν περιέλθει μόνο στην αντίληψη μαχητικών σχολιογράφων της ελληνικής Αριστεράς. Με αφορμή μια πραγματικά απαράδεκτη αντίδραση αστυνομικών οργάνων στη Νέα Σμύρνη, έστησαν ολόκληρο θεωρητικό οικοδόμημα ναζιστικών πρακτικών και καθεστώτος δικτατορίας που εγκαθιδρύεται δήθεν στην Ελλάδα! Παραγνωρίζοντας πως σε περιβάλλον lockdown, και με τα νεύρα όλων τεταμένα, τέτοια αφηγήματα δυνατόν να αφιονίσουν κάποιες κοινωνικές ομάδες και να οδηγήσουν σε πολύ σοβαρές διχαστικές τάσεις την κοινωνία.

Σε τελευταία ανάλυση, εφόσον πιστεύουν κάποιοι πραγματικά πως όσα συμβαίνουν σήμερα στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία αποτελούν πιστά αντίγραφα του ναζιστικού καθεστώτος θα είχε ενδιαφέρον να μοιράζονταν την «κρυφή» τους αυτή γνώση μαζί μας. Ωστε να ξέρουμε ακριβώς πού βρισκόμαστε και να οργανώσουμε ανάλογα τη ζωή μας. Θα μπορούσαν να αναλάβουν σε γνωστά ειδησεογραφικά sites ή κέντρα προβληματισμού την ανάπτυξη ειδικών σεμιναρίων, με τηλεδιάσκεψη, για τις «κρυφές αλήθειες» του Μεσοπολέμου. Για να φανούν ξεκάθαρα όλες οι λεπτομέρειες της τότε εποχής, ώστε να καταλάβουμε όλοι πλέον πόσο ταυτίζεται η σημερινή ελληνική κοινωνία με τα δεδομένα της ναζιστικής εποχής…

ΤΑ ΝΕΑ 3/16/2021

Συνέχεια

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2021

Καταστροφικός εθνικισμός: η τραγωδία του 1897

Η επίθεση του Εγκέλαδου στον Τύρναβο και στις γύρω περιοχές της Θεσσαλίας έφερε στη μνήμη τις καταστροφές και τις ροές προσφύγων προς τα νησιά και την υπόλοιπη τότε Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Μια σύγκρουση που ξεκίνησε από απερίσκεπτες διακηρύξεις εθνικού επεκτατισμού κι απόλυτα λανθασμένους υπολογισμούς δυνάμεων, ετοιμότητας και πραγματικής ισχύος.

Η Ελλάδα παρασυρμένη ακόμη τότε από τα οράματα περί Μεγάλης Ιδέας υπερτιμούσε τις δυνάμεις της, περιφρονούσε τις παροτρύνσεις των ισχυρών κρατών της εποχής περί σωφροσύνης και μετριοπάθειας, υποτιμούσε την κλυδωνιζόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία και ζούσε στην παραζάλη επικείμενων νέων εθνικών κατακτήσεων. Παρά τις απόψεις των Μεγάλων Δυνάμεων για αυτονομία μόνο της Κρήτης είχαμε αποβιβάσει στρατό για να διωχθούν οι Τούρκοι και να την ενσωματώσουμε στην Ελλάδα. Παράλληλα, η νεοϊδρυθείσα τότε Εθνική Εταιρεία, που μάζευε στους κόλπους της δυναμικούς πατριώτες και αφελείς οραμαριστές, πίστευε πως εύκολα θα μπορούσαμε να αποσπάσουμε από τους Οθωμανούς τη Μακεδονία και την Ήπειρο.
 

Με την ανοχή ουσιαστικά της κυβέρνησης του λαϊκιστή Θ. Δεληγιάννη, άρχισαν να διασχίζουν τα σύνορά μας στη Θεσσαλία άτακτοι, απαίδευτοι πολεμιστές που ήλπιζαν πως έτσι θα μπορούσαν να κατακτήσουν τα ελληνόφωνα εδάφη στα βόρεια των Τεμπών και στη Μακεδονία. Ο στρατός μας είχε στρατοπεδεύσει στα στενά περάσματα κοντά στον Τύρναβο και προς την Ελασσόνα. Όλοι πίστευαν πως αρκούσε να πέσει ένας πυροβολισμός ώστε ο Ελληνισμός να προελάσει. Πολλοί φιλέλληνες, παρασυρμένοι από τέτοιους εθνικούς οραματισμούς, είχαν προστρέξει στη Θεσσαλία. Ο εθνικός θρίαμβος εθεωρείτο επικείμενος.


Με μερικές επιτυχείς αψιμαχίες βόρεια της Θεσσαλίας η σύγκρουση ξεκίνησε. Και μετά ήρθε η τουρκική εισβολή. Η μάχη στο Μάτι ήταν η αρχή και μετά η κατάληψη και καταστροφή του Τυρνάβου. Ακολούθησε η άτακτη και χαώδης υποχώρηση στη Λάρισα και η κατάληψη των Τρικάλων. Μια επανακατάληψη της πόλης αυτής και μια πρώτη νίκη στο Βελεστίνο, αναπτέρωσε το ηθικό. Η επίθεση όμως των πολυάριθμων Οθωμανών υπήρξε συντριπτική. Η Λάρισα, τα Φάρσαλα (εκεί όπου ο Ιούλιος Καίσαρ είχε κατατροπώσει τον Πομπήιο) και κοντά στα περάσματα του Βελεστίνου (στα ίδια μέρη που οι Μακεδόνες του Φιλίππου του Ε’ είχαν ηττηθεί από τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Κουίντου Φλαμίνιου) οι ελληνικές δυνάμεις υπέστησαν σκληρές ήττες από τις στρατιές του  Ετέμ Πασά.


Η Ελλάδα οχυρώθηκε στα υψώματα του Δομοκού, σαν τελευταία ουσιαστική γραμμή άμυνας. Κι εκεί όμως οι δυνατότητες του ελληνικού στρατού φάνηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Οι Οθωμανοί σπάνε τις ελληνικές γραμμές αμύνης και οι Έλληνες υποχωρούν, σχεδόν άτακτα, προς Λαμία, Στυλίδα και Θερμοπύλες. Στην Αθήνα έχει πέσει η κυβέρνηση και η νέα εκλιπαρεί μεσολάβηση Μεγάλων Δυνάμεων για «έντιμη ειρήνη». Αποσύρει τις δυνάμεις από Κρήτη, αποδεχόμενη απλά αυτονομία. Κάποιοι στην Αθήνα ομιλούν για προδοτική στάση και δειλία. Αλλά δίχως να τολμούν να πάνε στο μέτωπο…


Τελικά συμφωνείται ειρήνη με έξωθεν παρέμβαση. Και τη χώρα να υφίσταται ατίμωση και ήττα. Καθώς και σοβαρές οικονομικές συνέπειες, λόγω ανεξέλεγκτου φανατισμού κι εθνικιστικής υστερίας. Με τον σουλτάνο να δηλώνει «φιλεύσπλαχνος», δίδοντας πίσω κάποια εδάφη που είχε κατακτήσει…


*Κατά καιρούς θα αναφερόμαστε σε κάποιες, όχι και τόσο γνωστές, πτυχές της ιστορίας.

TA NEA 9/3/2021
 

Συνέχεια

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Στην Ευρώπη της Φον ντερ Λάιεν



Πόσοι ακριβώς Έλληνες ψηφοφόροι ήξεραν την Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν πριν διορισθεί από τους ομοτράπεζούς της ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής; Η Φον ντερ Λάιεν δεν συμμετείχε στα debate των υποτίθεται υποψηφίων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πριν από τις ευρωεκλογές.




Επιλέχθει κεκλεισμένων των θυρών εκ των υστέρων. Αν κάποιος Ευρωπαίος ψηφοφόρος έκανε το λάθος να ψηφίσει «ευρωπαϊκά», δηλαδή βασιζόμενος σε μια διαδικασία όπως την παρουσίαζαν τα ΜΜΕ και η πολιτική τάξη, τότε ψήφισε για κάποια πρόσωπα πριν τις εκλογές, και κάποια άλλα ανέλαβαν μετά.

Η Φον ντερ Λάιεν πριν διορισθεί πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν υπουργός Άμυνας της Γερμανίας. Σε αυτή τη θέση μεγαλούργησε. Έκθεση του γερμανικού κοινοβουλίου αποκάλυψε γερμανικά αεροπλάνα που δεν μπορούν να πετάξουν και όπλα που δεν πυροβολούν. Λιγότερο από το ένα πέμπτο των ελικοπτέρων της Γερμανίας είναι ετοιμοπόλεμα.

Η πολεμική αεροπορία παραδέχθηκε πως περισσότερα από τα 128 αεροπλάνα Typhoon δεν ήταν καν έτοιμα να απογειωθούν. Και τα έξι από τα έξι υποβρύχια της Γερμανίας ήταν εκτός λειτουργίας. Σε έκθεση της Rand Corporation αποκαλύφθηκε πως σε περίπτωση γεωπολιτικής κρίσης, ο γερμανικός στρατός θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο μήνα για να κινητοποιηθεί. Δηλαδή, μπορούμε να χαλαρώσουμε, οι Γερμανοί δεν ξανάρχονται.

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ευτράπελα της θητείας της Φον ντερ Λάιεν στο υπουργείο Άμυνας της Γερμανίας. Να υπογραμμίσουμε εδώ πως η Φον ντερ Λάιεν είχε αυτές τις επιδόσεις διοικώντας Γερμανούς στην Γερμανία — και δη τον γερμανικό στρατό. Επομένως τα όσα συμβαίνουν αυτό τον καιρό στις Βρυξέλλες δεν θα έπρεπε να εκπλήσσουν κανένα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις το 5,74% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά έχει το σχεδόν το 20% των θανάτων από κορωνoιό παγκοσμίως. Μέχρι την πρώτη Μαρτίου η Βρετανία έχει χορηγήσει 31,41 δόσεις ανά 100 άτομα, το αντίστοιχο ποσοστό για την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 7,7 ανά 100 άτομα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως χώρες όπως η Αυστρία και η Δανία εγκατέλειψαν του κοινοτικό σύστημα για τα εμβόλια. Χώρες όπως η Σλοβακία και η Ουγγαρία κάνουν μονομερείς αγορές από τρίτες χώρες.


Η Γερμανία επίσης προσπαθεί να τραβήξει το δικό της δρόμο και να βρει εμβόλια για τους πολίτες της. Οι ΗΠΑ πάνε αυτή τη στιγμή με ρυθμούς διπλάσιους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για παράδειγμα μέχρι το Μάϊο οι ΗΠΑ θα έχουν εμβολιάσει το 70% του πληθυσμού, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα υπολογίζεται να είναι 30%. Ευτυχώς όμως υπάρχει ο αρχιγραφειοκράτης των Βρυξελλών, Μάρτιν Σελμάιερ (και αυτός Γερμανός), που δήλωσε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση τα πάει καλύτερα «από τη Αφρική.» Αυτό για όσους ήθελαν να μάθουν τι ακριβώς σημαίνει το «περισσότερη Ευρώπη».
Συνέχεια

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2021

Μόνο η Ρωσία επιλεκτικά ενοχλεί;

Εχουν πληθύνει τελευταία οι περιπτώσεις που στην πολιτική, και στο υψηλότερο ακόμα επίπεδο, η διπροσωπία κι οι προσχηματικές διακηρύξεις αναλαμβάνουν κεντρικό ρόλο. Βλέπουμε την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε επίπεδο συνόδου υπουργών Εξωτερικών να εκφράζει δικαιολογημένα τον αποτροπιασμό της για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία (λ.χ. περίπτωση Ναβάλνι), ενώ κουνάει μάλλον αδιάφορα τους ώμους για άλλες προκλητικότερες περιπτώσεις. Οπως και στην περίπτωση των διώξεων διαμαρτυρομένων προς την κυβέρνηση προσωπικοτήτων της κοινωνίας στη Λευκορωσία, η ΕΕ εξαντλεί τις ευαισθησίες της μέχρι του σημείου που δεν θίγονται οικονομικά συμφέροντα των χωρών – μελών της.

Στην περίπτωση Ναβάλνι η Ευρώπη επιβάλλει κυρώσεις (παγώματα λογαριασμών κι απαγόρευση μετακινήσεων) σε αξιωματούχους της διοίκησης που είναι πολύ αμφίβολο αν πρόκειται ποτέ να ταξιδέψουν στη Δύση ή αν έχουν τις όποιες οικονομικές δοσοληψίες μαζί της. Κουβέντα όμως δεν γίνεται για κάποιους γνωστούς ολιγάρχες που ελέγχουν σημαντικά χαρτοφυλάκια και που η δέσμευση των οικονομικών τους κινήσεων θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στα δυτικά χρηματιστήρια. Επίσης σημαντικά οικονομικά προγράμματα με συμμετοχή της Ρωσίας μένουν στο απυρόβλητο, διότι κάποιες δυτικές χώρες θα θιγούν οικονομικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος υπό τελική κατασκευή αγωγός Nordstream που μεταφέρει αέριο από τη Ρωσική Ομοσπονδία στη Γερμανία, παρακάμπτοντας – και με σημαντική τους ζημιά – χώρες – μέλη της ΕΕ. Του οποίου βέβαια προεδρεύει, κάτω από ρωσική πλειοψηφία, ο γερμανός πρώην καγκελάριος Σρέντερ.

Την ίδια ώρα η Δύση γενικά, αλλά και η Ευρώπη ιδιαίτερα, δείχνει να αδιαφορεί για τις αντιδημοκρατικές τακτικές στο εσωτερικό της χώρας του τού προέδρου της Τουρκίας Ερντογάν. Αν μάλιστα λάβει κάποιος υπόψη τις προκλήσεις στις οποίες επιδίδεται απέναντι και σε χώρες – μέλη της ΕΕ όπως η Ελλάδα και η Κύπρος – ή και τους απαράδεκτους χαρακτηρισμούς που έχει εκτοξεύσει κατά του προέδρου της Γαλλίας Εμ. Μακρόν – η ανοχή αυτή γίνεται προκλητική. Ιδιαίτερα μαλιστα όταν η ευρωπαϊκή στάση εξαντλείται σε αδιάφορες ρητορικές απειλές!

Στη σύνοδο των G7 τον περασμένο μήνα, η κ. Μέρκελ τόνισε: «Στη βάση των κοινών μας αρχών,  πεποιθήσεων κι αξιών η δημοκρατία μας έχει την ικανότητα να δρα». Μόνο όμως εναντίον της Ρωσίας;

TA NEA  6/3/2021

Συνέχεια

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021

A Guide For The Age Of Conformity


In reading Cynical Theories, by dissidents Helen Pluckrose and James Lindsay, one gets the feeling of gliding with a steamboat into an intellectual Heart of Darkness. Going north up Intersectionality River, creeping on ominously into an ever-thickening woke flora, hearkening roaring SJW fauna. Allyship and disrupting binaries, research justice, lived experience, dominant discourse, normativity, biopower, positionality, hegemonic masculinity, healthism, epistemic violence. It is not long before your boat gets enveloped by a white fragility fog. Eventually, you come face to face with the “exceptional” Kurtz DiAngelo. 

You may read Cynical Theories the traditional way, or, you may use it as your guide up the corporate ladder—Woke Dad, Poor Dad sort of material. Master the vocabulary, delve into the maddening rationalizations, and fiddle plenty with circular logic, and head of human resources is the least you can expect. Pluckrose and Lindsay had the opportunity to became experts in what we may call woke or social justice “scholarship.” Along with professor Peter Boghossian, “beginning in August 2017, the trio wrote 20 hoax papers, submitting them to peer-reviewed journals under a variety of pseudonyms.” The submissions were sent to academic journals of the woke, social justice—what the authors call the grievance studies—variety. They had spent some time learning the necessary rhetorical and intellectual tricks. Seven of the papers written were accepted, and four got published before the Wall Street Journal uncovered the hoax.

One of their papers, published in Gender, Place and Culture, a journal of feminist geography, was about the dog rape culture prevalent in dog parks in Portland, Oregon. It was a thorough examination of the “oppressive spaces that lock both humans and animals into hegemonic patterns of gender conformity that effectively resist bids for emancipatory change.” In the journal Sexuality and Culture, they published the paper “Going in Through the Back Door,” which argued that if heterosexual men practiced anal penetration to themselves they would be “better attuned to issues of social justice, including ‘potentially greater awareness about rape.’” In another paper, accepted by the journal Affilia, the authors used chapter 12 of Hitler’s Mein Kampf “in which Hitler describes the origins of the Nazi party, and reworked it so that it was instead describing the rise of ‘solidarity feminism’ …. The editors of Affilia did not notice, with one praising its ‘potential to generate important dialogue for social workers and feminist scholars.’”

Anyone who has even glanced over a genuine social justice paper understands that what was created by Pluckrose, Lindsay, and Boghossian is not far from the norm. There is an account on Twitter that specializes in woke “scholarship”, the New Real Peer Review, which exposes the absurdities published in all varieties of social justice studies. You couldn’t tell the difference between the genuine article and the hoax papers by the trio. What could explain these obscene levels of ludicrousness? 

Pluckrose and Lindsay place the intellectual origins of the social justice scholarship in what is broadly known as postmodernism. A “radical skepticism about whether objective knowledge or truth is obtainable and a commitment to cultural constructivism,” and “a belief that society is formed of systems of power and hierarchies, which decide what can be known and how.” In the course of time the theory became simplistic, goal-oriented, and actionable. Pluckrose and Lindsay call this applied postmodernism. Radically skeptical, if not hostile, about what those who oppose may know, ridiculously doctrinaire about all it claims to know.

Applied postmodernism is a set of radical conclusions supported by a convoluted web of rationalizations and rhetorical ploys. Its modus operandi goes something like this:

  1. Create an extreme, unfalsifiable and all-revealing theory. 
  2. Attach this theory to sacralized race and victimhood categories. 
  3. Condition the authenticity of these sacralized race and victimhood categories to the degree of conformity to said theory. 
  4. Denounce anyone who criticizes the theory as an attacker on all of those who can be grouped in the sacralized race and victimhood categories.

Social justice, as any illiberal revolution of the past, has become a parody of the system that it aims to overthrow. Social justice is a “regime of truth,” imposed by ever stricter social controls, where no error is admitted or even conceived possible. Control of the discourse, manipulation of language, otherizing whole groups of people, cancelling and doxxing anyone who steps out of the line. Conformity to the social justice dogma is the supreme public virtue.

Authoritarianism is not just an impulse of the woke, it is their primary one, and at times it seems to be the only one. And what a better way to hide that base impulse than under a veil of care and sensitivity for those most vulnerable amongst us. Pluckrose and Lindsay quote how some social justice academics react to dissent. “Robin DiAngelo calls anything except deferential agreement ‘white fragility….Alison Bailey characterizes disagreement as ‘willful ignorance’ and a power play to preserve one’s privilege; Kristie Dotson characterizes dissent as ‘pernicious’; Barbara Applebaum dismisses any criticism of Social Justice Theoretical methods as ‘color-talk’ and ‘white ignorance.’” It’s no coincidence that you get that Nurse Ratched vibe every time you listen to Robin DiAngelo.

In woke America, one is expected to believe that racism is the dominant, all-pervasive, and all-controlling force in the structures of power, and if you dare to object to that idea, then the corporations, the bureaucracy, and the media will come down and wreck your life. The social justice dogma has become a substitute religion for America’s managerial class. It is a faith pursued with puritanical zeal by those who most often delude themselves that they belong in the secular strata of society. Cult seems a much more suitable word for the phenomenon than the word faith. I say cult because it requires a blind adherence to an “infallible” dogma, because ends justify the means, because unquestioning obedience to authority is elemental and dehumanizing individuals and groups is a credal necessity. 

Pluckrose and Lindsay are what we used to call mainstream liberals. In the book they emphasize that there is a clear cut distinction between their liberalism and social justice. Early on they clarify that “we find ourselves against capitalized Social Justice because we are generally for lowercase social justice.” But thinking about the account Pluckrose and Lindsay give of the development of this applied postmodernism, is that distinction and separation so clear? 

Lionel Trilling in his preface to The Liberal Imagination, wrote that “in the United States at this time liberalism is not only the dominant but even the sole intellectual tradition.” On the right, Trilling could only find something that could mostly manifest itself “in action or in irritable mental gestures which seek to resemble ideas.” Although many things happened in the intellectual space in the following decades, it is also true that where Trilling was situated, in the academy, liberalism remained the dominant intellectual tradition. The same dominance was evident in the government bureaucracy, the media, the entertainment industry and over time in the corporate world. 

This dominating creed was what we used to call mainstream liberalism, or what the authors of Cynical Theories may call lowercase social justice. It was manifest, for instance, in President Johnson’s 1965 speech at Howard University where he proclaimed that “This is the next and the more profound stage of the battle for civil rights. We seek not just freedom but opportunity. We seek not just legal equity but human ability, not just equality as a right and a theory but equality as a fact and equality as a result.” This “equality as a result” was not because President Johnson or his speechwriters had probed into postmodernism and extrapolated from it an upcoming applied postmodernism where equality of results was a legitimate goal. No, equality of results was already baked into the cake of lowercase social justice. 

When Justice Sandra Day O’Connor in Grutter v. Bollinger submitted that “we expect that 25 years from now, the use of racial preferences will no longer be necessary to further the interest [in student body diversity] approved today,” it was not an applied postmodernist perspective that convinced her and the majority of the court to give basic constitutional rights a long sabbatical for the sake of a deeply questionable policy. Nor was it an applied postmodernism that flooded popular entertainment over the last couple of decades with a belief in the irredeemable villainy of anything of a European origin. 

Namely, the social justice warriors of every kind did not storm the institutions only in the last couple of years. The doors were open, the red carpet had been rolled out, justifications had been made, rationalizations had been socially embedded, long-held principles and values had been trounced in the name of what the nation’s liberal establishment called progress. Today, we may associate the madness at hand with a small number of politically active millennials on the left; nevertheless, the truth of the matter is that though some of the millennials may be the protagonists of our present drama they are not the authors of it. 

Someday, if all goes well, liberty-friendly leftists, centrists, and conservatives will have to grapple with this question. In the meantime, we will have to face the common foe, the authoritarian left, and Cynical Theories by Pluckrose and Lindsay is an invaluable guide to this purpose.

The American Conservative, 3.3.2021

Συνέχεια

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2020

Ένας γαλάζιος ΣΥΡΙΖΑ


Δήμητρα Κρουστάλλη


Ο κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ κάθε φορά που έτρωγαν σφαλιάρες από την πραγματικότητα είχαν ένα και μοναδικό επιχείρημα για να δικαιολογηθούν: γιατί οι άλλοι ήταν καλύτεροι; Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που ακολούθησε την εθνική τραγωδία του 2015-19, δείχνει να πιστεύει πως οι προηγούμενοι από τους οποίους πήρε την εξουσία ήταν πράγματι καλύτεροι. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς η μανία να τους αντιγράφει. 

Ο υπουργός Επικρατείας κ. Γεραπετρίτης προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη μεγάλη ήττα της ελληνικής κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής έκανε τον απίθανο συμψηφισμό  της ήττας με το «δυσανάλογο» πακέτου 32 δις ευρώ που θα πάρει η Ελλάδα για «ανάπτυξη». Κάτι σχετικά παρόμοιο δηλαδή με την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ, όπου το Σκοπιανό ανταλλάχθηκε με την ακύρωση των μειώσεων των συντάξεων που ήταν αρχικά προγραμματισμένες για τις αρχές του 2019.  

Για να είμαστε δίκαιοι, αντίθετα από το ΣΥΡΙΖΑ όπου η εθνική ήττα στο Μακεδονικό ήταν ιδεολογική του επιδίωξη, η ήττα της παρούσας κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής δεν ήταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Είμαι σίγουρος ότι η κυβέρνηση θα ήθελε να επιτύχει και δεν τα κατάφερε. Αλλά, ο απαράδεκτος συμψηφισμός του κ. Γεραπετρίτη δείχνει το πόσο βαθιά έχουν εισχωρήσει οι ιδέες και οι νοοτροπίες της καθεστωτικής κεντροαριστεράς στην λεγόμενη κεντροδεξιά. Μια  ήττα στα εθνικά θέματα ισοφαρίζεται κάπως με νέα μεγαλύτερα ΕΣΠΑ. Ο θρίαμβος του κρατισμού, ο θρίαμβος της εθνικής μας παρακμής.

Και δεν ήταν μόνο ο κ. Γεραπετρίτης σε αυτό το θλιβερό μοτίβο. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός θριαμβολογούσε για τη «συμφωνία για τη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030» που επετεύχθη στην Σύνοδο Κορυφής. Λες και το μέλλον της Ελλάδας και της Ευρώπης μπορεί να στηριχτεί σε «πενταετή» πλάνα κρατικοδίαιτης «πράσινης ανάπτυξης» αμφιβόλου περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας και μηδαμινής οικονομικής ανάπτυξης. Αν τα οικονομικά πλάνα της ΕΕ είχαν έστω και μερική επιτυχία, η Ευρώπη δεν θα ήταν μια ήπειρος σε βαθιά οικονομική παρακμή τις τελευταίες δεκαετίες.  

Αλλά και ο προϊστάμενος του οικονομικού γραφείου του Μαξίμου, κ. Πατέλης, μας διαφώτισε περαιτέρω, αφού μας εξήγησε πως ένας από τους πυλώνες του Ταμείου Ανάπτυξης θα είναι και ένα  «εκτεταμένο πρόγραμμα κατάρτισης που στοχεύει στην καταπολέμηση των διακρίσεων με βάση το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την αναπηρία, την ηλικία ή άλλα χαρακτηριστικά των εργαζομένων.» Γιατί αυτό που χρειαζόμαστε ως οικονομία, αλλά και ως δύναμη έναντι της Τουρκίας, είναι μια ισχυρή δόση αριστερής πολιτικής ορθότητας. 

Και οι αντιγραφές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας δεν σταματούν σε νέα μεγαλύτερα ΕΣΠΑ, «πράσινη» «ανάπτυξη» και ισχυρές δόσεις αριστερής πολιτικής ορθότητας. Αντιγράφει τον ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και στις σχέσεις του με τα ΜΜΕ. Έτσι είχαμε την παραίτηση της Έλενας Ακρίτας από τα «Νέα» όταν ένα άρθρο της απορρίφθηκε για έκδοση. Ακόμα δεν έχω πέσει πάνω σε παράγραφο, λέξη ή έστω κάποιο σημείο στίξεως της κας Ακρίτα με τα όποια να συμφωνώ. Αλλά από πότε ένας αρθρογράφος επιβάλλεται να ακολουθεί τη γραμμή του κύριου άρθρου μιας εφημερίδας; Εξάλλου, γιατί να μην γνωρίζουμε την άποψη της μανταμσουσουδίστικης αριστεράς των Βορείων προαστίων επί των θεμάτων της επικαιρότητας; 

Αλλά εκεί που έγινε ένα ακόμα χειρότερο έγκλημα ήταν η παραίτηση της δημοσιογράφου Δήμητρας Κρουστάλλης από το «Βήμα». Όπως έγραψε η ίδια, «[έ]πειτα από τη δημοσίευση του ρεπορτάζ για το παράλληλο και ατελέσφορο σύστημα καταγραφής των κρουσμάτων κορωνοιού από την ΗΔΙΚΑ και τον ΕΟΔΥ ασκήθηκε ασφυκτική πίεση από το Μέγαρο Μαξίμου. Αυτή μετατράπηκε σε εσωτερική ένταση και με έφερε ενώπιον του διλήμματος: προσωπικός και επαγγελματικός ευτελισμός ή παραίτηση.»

Μόνο για το μήνα Δεκέμβριο το Μέγαρο Μαξίμου είχε ορίσει 45.000 ευρώ για υπερωρίες του προσωπικού του. Καλύτερα θα ήταν αυτές τις ώρες σκληρής εργασίας να δαπανώνται στην αντιμετώπιση της Τουρκίας και όχι στην λογοκρισία δημοσιογράφων. Η αντιγραφή Συριζαϊκών πολιτικών και μεθόδων πρέπει να σταματήσει. Έτσι όπως πάει σε λίγο το Μέγαρο Μαξίμου θα μας παρουσιάσει και αυτό μελέτη του Ινστιτούτου της Φλωρεντίας, η οποία θα μας εξηγεί πως μόνο μια θετική άποψη για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης είναι εφικτή και περιβαλλοντικά βιώσιμη.  

Pronews 17.12.2020

Συνέχεια

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Γιατί το ΚΙΝΑΛ χρειάζεται την Εύα Καϊλή


Για το ΚΙΝΑΛ ο δρόμος προς μια κατάληξη όπως αυτή της ΕΔΗΚ είναι στρωμένος από μια σειρά συμβατικών επιλογών. Συμβαίνει στα κόμματα αυτό. Βρίσκονται σε δύσκολη θέση και η πεπατημένη οδός φαντάζει ως η πιο λογική διέξοδος.

Ας έχουμε κάποιον μπροστά που συγκεντρώνει όλα τα συμβατικά χαρακτηριστικά των αντιπάλων μας. Να έχει όνομα, να έχει ξύλινο λόγο, να τον ξέρει η πιάτσα, να τον ξέρουν οι πελάτες. Και έτσι, ακολουθώντας τη μια τυπική και λογική επιλογή μετά την άλλη καταλήγουν στα αζήτητα της ιστορίας.

 

Το να συμπεριφέρεσαι ως μεγάλος και καθιερωμένος όταν είσαι μικρός και υπό εξαφάνιση είναι σαν να παρακαλάς να σε εγκαταλείψουν. Αν θέλει το ΚΙΝΑΛ όχι απλά να επιβιώσει αλλά να έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει το πολιτικό χώρο που αυτό δημιούργησε τότε δεν έχει παρά να γίνει πιο ρηξικέλευθο στις επιλογές του. Χρειάζεται κάτι που να θυμίζει τις καλύτερες εποχές του και ταυτόχρονα να έχει την ποιότητα και τη αίσθηση ότι μια σημαντική αλλαγή έχει λάβει χώρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια επικίνδυνη φάση. Πρώτον, γιατί απέτυχε εντελώς ως κυβέρνηση. Δεύτερον, γιατί δεν κάνει αυτό που θα έκανε κάθε άλλο κόμμα που θα βρισκόταν σε αυτή τη θέση, δηλαδή να αλλάξει τον αρχηγό που έχει ηττηθεί. Όλα τα παραπάνω θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για το ΚΙΝΑΛ. Αλλά ο ψηφοφόρος της κεντροαριστεράς δεν έχει την αίσθηση ότι διαλέγει κάτι καλύτερο επιλέγοντας το ΚΙΝΑΛ. Είναι σαν να έχει να επιλέξει μεταξύ του ελλαττωματικού και του μπαγιάτικού.

Η Εύα Καϊλή έχει αρκετά θετικά χαρακτηριστικά. Είναι μαχητική, έχει λέγειν, ξέρει τα θέματα με τα οποία ασχολείται και δεν είναι φθαρμένη πολιτικά. Το καλύτερο στοιχείο της είναι ότι δεν φοβάται να υποστηρίζει πατριωτικές θέσεις. Είναι υπέρ της φύλαξης των συνόρων. Υποβάλει ερωτήματα για τις ΜΚΟ που γεμίζουν την Ελλάδα λαθρομετανάστες. Ανάγκασε ευρωπαία επίτροπό να πει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί την Τουρκία ασφαλή χώρα για πρόσφυγες.

Όταν ο Ερντογάν μετέτρεψε την Αγιά Σοφιά σε τζαμί, δεν μίλησε για το θέμα όπως υπουργοί της κυβέρνησης, περί διεθνούς μνημείου κτλ. Έγραψε στο twitter: «Προσβλητική περιφρόνηση της διεθνούς κοινότητας & ασέβεια στον θρησκευτικό χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας, σβήνοντας κάθε ιερό χριστιανικό στοιχείο της. Κυρώσεις όφειλαν να έχουν εξετασθεί ήδη. Όσοι έχουμε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη δεν ξαφνιαζόμαστε από την βάναυση αντιμετώπιση κάθε στοιχείου που θυμίζει Ελλάδα ή Ορθοδοξία, το εξοργιστικό είναι να συνεχίζεται από συμμάχους μας, το business as usual με δυο μέτρα & δυο σταθμά.»


Ένα από τα καλά του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν η ταύτιση του κόμματος με τον πατριωτισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ που αντικατέστησε το ΠΑΣΟΚ σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης κουβάλησε μαζί του όλες τις ακρότητες ενός περιθωριακού κόμματος της αριστεράς. Όπως αποδείχθηκε με την πολιτική ανοιχτών συνόρων που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ και με την συμφωνία των Πρεσπών, είναι καταστροφικό το κόμμα που ηγείται της κεντροαριστεράς να απεχθάνεται τον πατριωτισμό. 
 

Ο πατριωτισμός πρέπει να είναι αποδεχτός από όλα τα κόμματα, ειδικά από τα κόμματα εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο ακραίος που σε πολλά εθνικά θέματα έχει μεγάλες πλειοψηφίες των ψηφοφόρων του απέναντι του.

Η υπάρχουσα ηγεσία του ΚΙΝΑΛ προσπαθεί να είναι μια πιο ελαφρά έκδοση του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να ελκύει και πολλούς ψηφοφόρους. Μια αλλαγή που θα έδινε το μήνυμα της ανανέωσης και που θα ικανοποιούσε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων της κεντροαριστεράς στα εθνικά ζητήματα είναι η μόνη πιθανή διέξοδος από την πορεία αργού θανάτου που ακολουθεί το ΚΙΝΑΛ τώρα.

Pronews 10.12.2020

Συνέχεια

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

Deplorables, Or Expendables?

Back in 2013 a group of Apple employees decided to sue the global behemoth. Every day, after they were clocking out, they were required to go through a corporate screening where their personal belongings were examined. It was a process required and administered by Apple. But Apple did not want to pay its employees for the time it had required them to spend. It could be anywhere from 40 to 80 hours a year that an employee spent going through that process. What made Apple so confident in brazenly nickel-and-diming its geniuses? 

  Jeff Rubin, author of The Expendables: How the Middle Class got Screwed by Globalization, has an answer to the above question that is easily deduced from the subtitle of his book. The socio-economic arrangements produced by globalization have made labor the most flexible and plentiful resource in the economic process. The pressure on the middle class, and all that falls below it, has been so persistent and powerful, that now “only 37 percent of Americans believe their children will be better off financially than they themselves are. Only 24 percent in Canada or Australia feel the same. And in France, that figure dips to only 9 percent.” And “[i]n the mid-1980s it would have taken a typical middle-income family with two children less than seven years of income to save up to buy a home; it now takes more than ten years. At the same time, housing expenditures that accounted for a quarter of most middle-class household incomes in the 1990s now account for a third.”

 The story of globalization is engraved in the “shuttered factories across North America, the boarded-up main streets, the empty union halls.” Rubin does admit that there are benefits accrued from globalization, billions have been lifted up out of poverty in what was previously known as the third world, wealth has been created, certain efficiencies have been achieved. The question for someone in the western world is how much more of a price he’s willing to pay to keep the whole thing going on, especially as we have entered a phase of diminishing returns for almost all involved. 

 As Joel Kotkin has written, “[e]ven in Asia, there are signs of social collapse. According to a recent survey by the Korea Institute for Health and Social Affairs, half of all Korean households have experienced some form of family crisis, many involving debt, job loss, or issues relating to child or elder care.” And “[i]n “classless” China, a massive class of migrant workers—over 280 million—inhabit a netherworld of substandard housing, unsteady work, and miserable environmental conditions, all after leaving their offspring behind in villages. These new serfs vastly outnumber the Westernized, highly educated Chinese whom most Westerners encounter.” “Rather than replicating the middle-class growth of post–World War II America and Europe, notes researcher Nan Chen, ‘China appears to have skipped that stage altogether and headed straight for a model of extraordinary productivity but disproportionately distributed wealth like the contemporary United States.’” 

 Although Rubin concedes to the globalist side higher GDP growth, even that does not seem to be so true for the western world in the last couple decades. Per Nicholas Eberstadt, in “Our Miserable 21st Century,” “[b]etween late 2000 and late 2007, per capita GDP growth averaged less than 1.5 percent per annum.” “With postwar, pre-21st-century rates for the years 2000–2016, per capita GDP in America would be more than 20 percent higher than it is today.” 

 Stagnation seems to be a more apt characterization of the situation we are in. Fredrik Erixon in his superb The Innovation Illusion, argues that “[p]roductivity growth is going south, and has been doing so for several decades.” “Between 1995 and 2009, Europe’s labor productivity grew by just 1 percent annually.” Noting that “[t]he four factors that have made Western capitalism dull and hidebound are gray capital, corporate managerialism, globalization, and complex regulation.” 

 Contrary to popular belief, globalization has functioned as a substitute for innovation and growth. With globalization on the march, the western ruling class could continue to indulge in its most preferred activities, regulation and taxation, in an environment where both of these political addictions appeared sustainable. Non-western elites could perpetuate their authoritarian regimes, garnering growth and legitimacy, from the access to the western markets. Their copy-and-paste method of “innovation” from western firms would fit well with an indigenous business class composed of mostly insiders and ex-regime apparatchiks. 

 There are plenty of criticisms that can be laid at the feet of globalization. The issue with Rubin’s book is that is does not advance very much beyond some timeworn condemnations of it. One gets the sense that the value of this book is merely in its audacity to question the conventional wisdom on the issue at hand. Rubin, who is somewhat sympathetic to Donald Trump, seems to be much closer to someone like Bernie Sanders, especially an earlier version of Sanders that dared to talk about the debilitating effects of immigration on the working class.

 Like Sanders, Rubin starts to get blurry as he goes from the condemnation phase to the programmatic offers available. What exactly would be his tariffs policy, how far he would go? What would be the tradeoffs of this policy? Where we could demarcate a reasonable fair environment for the worker and industry and where we would start to create another type of a stagnation trap for the whole economy? All these would be important questions for Rubin to grapple with and would give to his criticisms more gravitas.

 It would have also been of value if he had dealt more deeply with the policies of the Trump administration. On the one hand, the Trump administration cracked down on illegal and legal immigration. It also started to use tariffs and other trade measures as a way to boost industry and employment. On the other hand, it reduced personal and corporate taxes and it deregulated to the utmost degree possible. It was a kind of ‘walled’ laisser-faire that seemed to work until Covid-19 hit. Real household income in the U.S. increased $4,379 in 2019 over 2018. It was “more income growth in one year than in the 8 years of Obama-Biden.” And during Trump’s time, the lowest paid workers started not to just be making gains, but making gains faster than the wealthy. “Low-wage workers are getting bigger raises than bosses” ran a CBS News headline.

 Rubin seems to view tax cuts and deregulation as another giveaway to large corporations. But these large corporations are just fine with high taxation, since they have a choice as to when and where they get taxed. Regulation is also more of a tool than a burden for them. It’s a very expedient means for eliminating competitors and competition, a useful barrier to entry for any upstart innovator that would upend the industry they are in. Besides, if high taxation and regulation were a kind of antidote to globalization, then France would be in a much better shape than it appears to be. But France seems to be doing worse than anybody else. In the aforementioned poll about if their “children will be better off financially than they themselves are” France was at the bottom in the group of countries that Rubin cited. The recent events with the yellow-vests movement indicate a very deep dissatisfaction and pessimism of its middle and working class.

 Moreover, there does not seem to be much hostility or even much contention between government bureaucracies and the upper echelons of the corporate world. Something that Rubin’s politics and economics would necessitate. And cultural and political like-mindedness between government bureaucracies and the managerial class of large corporations is not just limited to the mutual embrace of woke politics. It seems that there is a cross pollination of a much broader set of ideas and habits between bureaucrats and the managerial class. For instance, Erixon notes that “[c]orporate managers shy away from uncertainty but turn companies into bureaucratic entities free from entrepreneurial habits. They strive to make capitalism predictable.” Striving for predictability is a very bureaucratic state of mind. 

 In Rubin’s book, missed trends like that make his perspective to feel a bit dated. There is still valuable information in The Expendables. Rubin does know a lot about international trade deals. For instance, a point that is often ignored in the press about international trade agreements is that “[i]f you’re designated a “developing” country, you get to protect your own industries with tariffs that are a multiple of those that developed economies are allowed to use to protect their workers.” A rule that China exploits to the utmost.  

Meanwhile, Apple, after its apparent lawsuit loss on the case with its employees in California, now seems committed to another fight with the expendables of another locale. The Washington Post reported that “Apple lobbyists are trying to weaken a bill aimed at preventing forced labor in China, according to two congressional staffers familiar with the matter, highlighting the clash between its business imperatives and its official stance on human rights.” “The bill aims to end the use of forced Uighur labor in the Xinjiang region of China.” The war against the expendables never ends.




ΜπλεΜήλο Podcast #2

Σε αυτό το επεισόδιο συζητάμε για τον κορονοϊό και το τι σημαίνει ένα δεύτερο λοκντάουν. Συζητάμε για τα όσα συνέβησαν στην επέτειο του Πολυτεχνείου, την ιδεολογική υποτέλεια της ελληνικής κεντροδεξιάς και τη θλιβερή συνέντευξη του υπουργού Χρυσοχοΐδη. Μερικά σχόλια για τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Συνέχεια

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2020

Ο αμερικανικός εκλογικός γρίφος

Αντίθετα με πολλά δημοσιεύματα στον ελληνικό Τύπο, που εκφράζουν ουσιαστικά ενδόμυχες επιθυμίες των συντακτών τους, οι εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου στις ΗΠΑ συνιστούν ακόμη έναν γρίφο. Κυρίως διότι το εκλογικό σύστημα εκεί έχει ιδιαιτερότητες που συχνά οδηγεί σε αναπάντεχες εκπλήξεις. Το ζήτημα δεν είναι ποιος κερδίζει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, αλλά ποιος εξασφαλίζει την πλειοψηφία των μελών του λεγόμενου Κολεγίου των Εκλεκτόρων.

 

Ο αμερικανός Πρόεδρος δεν εκλέγεται απευθείας από τη λαϊκή ψήφο. Αλλά από τους εκλέκτορες που οι 50 Πολιτείες στέλνουν σε μια ειδική συνέλευση με εντολή ποιον υποψήφιο να στηρίξουν. Η πλειοψηφία αυτών των εντολέων επιλέγει τον επόμενο Πρόεδρο.

Το σύστημα αυτό επελέγη από τους ιδρυτές της Αμερικανικής Δημοκρατίας ώστε η εκλογή να αντανακλά μια εξισορρόπηση της πληθυσμικής δύναμης των επιμέρους Πολιτειών ούτως ώστε το αποτέλεσμα να μην αντανακλά την ισχύ ορισμένων διαμερισμάτων της χώρας εις βάρος των υπολοίπων. Γι’ αυτό και το σύστημα δεν θεωρείται πλειοψηφικό ή αναλογικό, αλλά εξισορροπητικό. Τους εκλέκτορες κάθε Πολιτείας τούς κερδίζει εκείνος που θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους στην Πολιτεία αυτή.

Εστω κι αν περάσει τον αντίπαλό του με μία ψήφο μόνο. Με τον τρόπο αυτό οι εκλέκτορες μιας σειράς μικρών Πολιτειών μπορούν να αντισταθμίσουν τον αριθμό των εκλεκτόρων μιας μεγάλης. Κι αυτό το σύστημα μπορεί να καταλήξει σε αναπάντεχα αποτελέσματα. Αν λ.χ. ένας υποψήφιος δεν πάρει ούτε μία ψήφο σε Πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη ή η Καλιφόρνια, μπορεί να εξασφαλίσει τον ίδιο ή οριακά λίγο μεγαλύτερο αριθμό εκλεκτόρων κερδίζοντας, έστω με μία ψήφο διαφορά, τα εκλεκτορικά σώματα μικρών πληθυσμικά Πολιτειών, όπως η Νεβάδα, το Αϊντάχο, το Ουαϊόμινγκ ή η Βόρεια Ντακότα! Οι δημοσκοπήσεις λοιπόν δεν είναι εύκολο να πέσουν μέσα. Εχει διαπιστωθεί μάλιστα, με αποκορύφωμα τις τελευταίες εκλογές, πως πολλοί πολίτες δεν αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις. 

Ενα άλλο ενδιαφέρον σημείο του εκλογικού τοπίου των ΗΠΑ είναι η ύπαρξη Πολιτειών που θεωρούνται κλειδιά για το τελικό αποτέλεσμα. Πολιτείες δηλαδή με κρίσιμο αριθμό εκλεκτόρων που τελικά καθορίζουν τις ισορροπίες στο Κολέγιο των Εκλεκτόρων. Π.χ. το 2016 ο Τραμπ κατάφερε την έκπληξη κερδίζοντας Πολιτείες που ουδείς υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών το είχε καταφέρει για πάνω από 28 χρόνια (Μίσιγκαν, Πενσυλβανία και Ουισκόνσιν). Για να εξασφαλίσει μία ακόμη θητεία δεν πρέπει να χάσει πάνω από δύο από αυτές τον ερχόμενο Νοέμβριο. Το Μίσιγκαν με τις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες ήταν ο στόχος του με τους δασμούς σε ξένα βιομηχανικά προϊόντα και στον χάλυβα. Η επιμονή του στον νόμο και την τάξη στόχευε στα μεσαία κοινωνικά στρώματα του Ουισκόνσιν, μετά τις φυλετικές ταραχές στην Κενόσα.

Υπάρχουν επίσης οι λεγόμενες «μετακινούμενες» Πολιτείες (swing states) που συνήθως δίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτές παρατηρείς για να δεις ποιος θα καταλάβει τον Λευκό Οίκο. Το Οχάιο, η Φλώριδα και το Μιζούρι είναι οι κυριότερες ανάμεσά τους. Κερδίζοντας τη Φλώριδα, ο Τζορτζ Μπους τζούνιορ, παρά τις λιγότερες ψήφους πανεθνικά, πήρε την Προεδρία. Ο Τραμπ κέρδισε και τις τρεις. Με το Οχάιο όμως κλείδωσε τη νίκη του. Στις κρίσιμες αυτές Πολιτείες (εκτός της Φλώριδας) σήμερα ο Μπάιντεν προηγείται. Αλλά οριακά. Κρίσιμα επίσης θα είναι τα αποτελέσματα σε Αριζόνα και Βόρεια Καρολίνα. Για αυτές τις εκλογές μόνο. 

Οι τελευταίες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες. Η κρίση του κορωνoϊού και οι διακυμάνσεις της οικονομίας λειτουργούν εις βάρος του Τραμπ. Το τι θα γίνει όμως την τελευταία στιγμή θα κρίνει πολλά.

 

TA NEA 10/3/2020

Συνέχεια

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

Ο Ερντογάν και οι αυταπάτες μας

Aκόμα δεν έχω πέσει πάνω σε άρθρο, ομιλία ή έστω ένα σχόλιο κάπου από κάποιον που τα προηγούμενα χρόνια πωλούσε την ιδέα της «ευρωπαϊκής» Τουρκίας και να ασκεί αυτοκριτική, ή έστω να προσπαθεί να εξηγίσει τι έχει συμβεί. Αυτή η ιδέα, της «ευρωπαϊκής» Τουρκίας, δεν ήταν μια σχολή σκέψης μεταξύ άλλων, ήταν ουσιαστικά το δόγμα της πολιτικής μας τάξης σε ό,τι αφορά της Τουρκία. Όπως σε όλα τα σημαντικά θέματα, έτσι και στα ελληνοτουρκικά, η λύση θα ήταν τα ευρωπαϊκά κονδύλια και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας στην ΕΕ, που θα έλυναν ένα ακόμα ακανθώδες θέμα. Πρέπει να το έχετε προσέξει, πως σε όλα τα δύσκολα, η μόνη λύση που δύναται να προσφέρει η ελληνική πολιτική τάξη βρίσκεται σε κάποιο κωδικό κονδυλίων της ΕΕ. Δεν χρειάζεται να είσαι ο Σάμιουελ Χάντιγκτον για να καταλάβεις ότι αυτό που έχει συμβεί στην Τουρκία στα χρόνια του Ερντογάν δεν διαφέρει και πάρα πολύ από ότι συνέβη στο Ιράν (1979) και πιο πρόσφατα στην Αίγυπτο (2012). Μόλις ανοίγει κάπως η πολιτική σκηνή, αμέσως οι ισλαμιστές, είτε είναι σουνίτες, είτε σιίτες, κερδίζουν τις εκλογές. Βέβαια, η Τουρκία είχε μια άκρως επιθετική πολιτική πολύ πριν αναλάβουν οι ισλαμιστές. Μάλιστα, ο κοσμικός χαρακτήρας του κεμαλικού καθεστώτος, επικάλυπτε σε ένα σημαντικό βαθμό το πολιτισμικό χάσμα ως δήθεν τυπικές διαφορές μεταξύ δύο κρατών. Αλλά η «ευρωπαϊκή» Τουρκία ήταν ένας μύθος τότε όπως είναι και τώρα. Ήταν όμως ένα πολύ βολικό αφήγημα για μια πολιτική τάξη που είχε συνηθίσει στα εύκολα. Ακόμα και η πιο στοιχειώδης προάσπιση των εθνικών συμφερόντων ονομάστηκε μαξιμαλισμός... Αυτή η πολιτική τάξη πωλούσε κάποτε και την ιδέα της εκσυχρονισμένης και δυνατής Ελλάδας, για να φτάσουμε το 2010 στην χρεοκοπία. Τα τελευταία χρόνια δημιούργησαν έναν άλλο μύθο, ότι πλέον είναι αναπόφευκτο γεγονός πως τα σύνορα μιας χώρας θα καταπαντώνται από ορδές λαθρομεταναστών. Και αυτό ο μύθος κατέρρευσε φέτος στον Έβρο και το Αιγαίο. Γενικά, η πολιτική μας τάξη διακατέχεται από μια σειρά πιστεύω που έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: Πλήρη εναρμόνιση με αριστερές δοξασίες και μια εφαρμογή αντιμετώπισης που αναγάγει το κάθε θέμα σε μια ακόμα δαπάνη του προϋπολογισμού. Ο τρόπος που η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετώπισε την κρίση στον Έβρο και τώρα αυτή στο Αιγαίο είναι δύο πολύ καλές περιπτώσεις που έσπασαν κακές συνήθειες δεκαετιών. Αντί η πολιτική τάξη να προσπαθεί να αυτοσυγχαίρεται από μια σύγκριση με ότι το χειρότερο έχει παράγει (βλ. Τσίπρας, Βαρουφάκης, Καμμένος), καλύτερο θα ήταν να ξεπεράσει την μυθολογία που η ίδια δημιουργεί. Marketnews.gr 4.8.2020 Συνέχεια

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Η πρόκληση της ισλαμικής Τουρκίας

Εδώ και πολλά χρόνια ο Ερντογάν δεν κρύβει τις διαθέσεις του. Η Δύση όμως στην προσπάθεια αναζήτησης μετριοπαθών ισλαμιστών εθελοτυφλεί. Και τον βοήθησε ουσιαστικά να χτίσει το καθεστώς του. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει ακραίο και μετριοπαθές Ισλάμ. «Είναι προσβλητική μια τέτοια αναφορά» έχει δηλώσει. «Υπάρχει μόνο Ισλάμ» τονίζει. Οσοι στη Δύση επιμένουν στην επισήμανση αυτή κατηγορούνται σαν ισλαμοφόβοι. Οταν όμως την επισήμανση την κάνουν κορυφαίοι μουσουλμάνοι, πλην του Ερντογάν, και ηγετικά στελέχη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, το προσπερνούν με αδιαφορία. Εξυπηρετώντας τους στρατηγικούς τους στόχους.

Οι μουσουλμάνοι ποτέ δεν έκρυψαν την πίστη τους πως ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα. Στον «κόσμο του Θεού» (Νταρ αλ Ισλάμ) και στον «κόσμο του πολέμου» (Νταρ αλ Χαρμπ). Στον πρώτο ανήκουν όσοι έχουν ασπαστεί τη μουσουλμανική πίστη. Και είναι μεταξύ τους αδέλφια. Ανεξάρτητα από γλώσσα κι από χώρα διαμονής. Το ίδιο και οι άλλοι, οι άπιστοι. Που όμως αργά ή γρήγορα θα υποταχθούν στην πίστη του προφήτη (Ισλάμ = Υποταγή). Η μοίρα δηλαδή όλου του «άπιστου» κόσμου, του κόσμου του πολέμου, είναι να ενταχθεί στη μουσουλμανική πίστη. Αυτά δεν τα πιστεύουν και τα κηρύσσουν μόνο οι μουλάδες. Είναι εμπεδωμένα στην καθημερινότητα και στον αξιακό κόσμο κάθε μουσουλμάνου.

Ο Ερντογάν μπόρεσε να ανατρέψει το κοσμικό καθεστώς που κατόρθωσε να επιβάλει ο Κεμάλ και έφερε τους Τούρκους στη φυσική τους κοιτίδα – τον πανισλαμισμό. Η διαφορά του με τον Γκιουλέν, που κι αυτός ευαγγελίζεται έναν ισλαμικό κόσμο, είναι πως βλέπει την Τουρκία κυρίαρχο σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο (Τούρκους, Αραβες, Πέρσες κ.ά.). Ενώ ο Γκιουλέν θεωρεί πως το πεπρωμένο των Τούρκων είναι η κυριαρχία μέχρι τους τουρκόφωνους (Τούρκιτς) πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας. Ο Ερντογάν βλέπει ένα τουρκικό χαλιφάτο να ηγείται όλου του ισλαμικού κόσμου. Οπου πάτησε το κατακτητικό πόδι του μουσουλμάνου, το έδαφος αυτό παραμένει οιονεί στη δικαιοδοσία του Ισλάμ. Ετσι μπορεί κάποιος να ξετυλίξει ρεαλιστικά την παντουρκική του κοσμοθεωρία.

Η Δύση ακόμη ονειροπολεί. Η σημερινή Τουρκία οδηγείται αναπόφευκτα στη ρήξη. Και η Αγία Σοφία είναι το σύμβολο της νέας κυριαρχίας του Ισλάμ. Ετσι διεκδικεί αποφασιστικά την ηγεσία όλων των μουσουλμάνων. Γι’ αυτό στηρίζει τη Χαμάς, στέκεται στο πλάι του Κατάρ, που μαζί του δεν δέχεται την «αυθεντία» της θεοκρατικής Σαουδικής Αραβίας, υπεραμύνεται παντού των Αδελφών Μουσουλμάνων και έβαζε πλάτες στον ISIS, ενώ είχε καλές σχέσεις με το Ιράν. Γι’ αυτόν η Δύση μακροπρόθεσμα θα οδηγηθεί σε υποταγή. Και είναι η δική του αποστολή, ύστερα από αιώνες μουσουλμανικής οπισθοχώρησης (μετά την αποτυχία στην πολιορκία της Βιέννης), να φέρει το Ισλάμ πίσω στις παλιές του δόξες. Αυτή είναι η πίστη του επίδοξου χαλίφη και οι χριστιανικές δυνάμεις αναπόφευκτα στο τέλος θα το καταλάβουν. Το ζήτημα είναι πόσο αργά…

Η Ελλάδα για μια ακόμη φορά γίνεται το βασικό ανάχωμα μιας ασιατικής επέκτασης προς τη Δύση. Κάποιοι ίσως τώρα να καταλαβαίνουν και την ουσία των μουσουλμανικών μετακινήσεων προς την Ευρώπη. Ο ρόλος μας είναι σημαντικός. Και δεν θα αργήσει να γίνει κρίσιμος. Αρκεί όλοι να το καταλάβουμε…

ΤΑ ΝΕΑ 28/7/2020
Συνέχεια

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Πώς τα πάμε με τις μεγάλες δυνάμεις

Σε ολόκληρη την πορεία της νεότερης ελληνικής Ιστορίας τα όποια επιτεύγματα προήλθαν από την αξιοποίηση των συγκυριακών συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων. Η σωστή μελέτη και η επιτυχής εκμετάλλευση των βλέψεων κι ανησυχιών των μεγάλων διεθνών πρωταγωνιστών διευκόλυνε το ελληνικό κράτος να θριαμβεύσει εκεί όπου η λογική οδηγούσε σε μάλλον απογοητευτικά συμπεράσματα.


Ετσι ευοδώθηκε η Επανάσταση κατά των Οθωμανών με κορυφαία στιγμή την κατατρόπωση του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο, έτσι επετεύχθη τελικά η ίδρυση του ελληνικού κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με τον τρόπο αυτό υποχρεώθηκε ο σουλτάνος να οπισθοχωρήσει πίσω από τα τότε ελληνικά σύνορα μετά τις συγκρούσεις του 1897, μ’ αυτό τον τρόπο η Συνθήκη της Λωζάννης κατοχύρωσε την τότε ελληνική επικράτεια κι εξασφάλισε πολλά δικαιώματα των ελληνικών πληθυσμών στο έδαφος της Τουρκίας.

Σήμερα που η Τουρκία απειλεί κι αλαζονικά προκαλεί αξίζει να δούμε τη θέση της χώρας απέναντι στις βλέψεις και τα συμφέροντα των σημερινών μεγάλων δυνάμεων. Αν και είμαστε μέλη του ΝΑΤΟ και πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν είναι ευδιάκριτες οι διαθέσεις της Ουάσιγκτον για την περιοχή μας. Παρά τις εξαιρετικά θετικές θέσεις του αμερικανού πρέσβευτή είναι φανερό πως οι ΗΠΑ δεν εκφράζονται πάντα με μία φωνή στο εξωτερικό. Ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται να είναι πολύ κοντά στον κ. Ερντογάν και δεν δείχνουν να τον ενοχλούν οι προκλητικές του κινήσεις. Ενώ το υπουργείο Εξωτερικών δείχνει να κρατάει ισορροπίες με μια ελαφρά απόκλιση υπέρ των ελληνικών απόψεων. Αυτά δημιουργούν εύλογους προβληματισμούς για τα συνεπακόλουθα ενός θερμού επεισοδίου στην περιοχή. Οπως και για τις εκτιμήσεις της αμερικανικής στάσης σε περίπτωση κορύφωσης της τουρκικής προκλητικής συμπεριφοράς.

Η Ρωσία είναι φανερό πως δείχνει εντυπωσιακή ανοχή στις όποιες κινήσεις της Αγκυρας. Με κορύφωση την απρόσμενα ανεκτική της στάση στο ζήτημα της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος. Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα εξηγήσει τους λόγους που την οδηγούν σε μια τέτοια στάση. Δεν πρέπει όμως να κλείνουμε τα μάτια. Η σχετική αδιαφορία για την τύχη της Μεγάλης Εκκλησιάς πηγάζει από τη δυσμενή αντιμετώπιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το Κρεμλίνο. Κι ανακύπτει το εύλογο ερώτημα. Τι εγγυήσεις είχε εξασφαλίσει ο Πατριάρχης ή πώς είχε σκεφθεί να αντιδράσει, όταν ήλθε αντιμέτωπος με την Μόσχα, σε περίπτωση βαριάς τουρκικής πρόκλησης; Την ώρα τούτη ο Ελληνισμός ολόκληρος βρίσκεται αντίθετος με τη Ρωσία, με αφορμή την εκκλησιαστική κρίση για την Ουκρανία. Ποιος θα πάρει το βάρος αντιμετώπισης του αδιεξόδου;

Ο άλλος σημαντικός παράγων σήμερα είναι η Γερμανία. Που έχει εκπληρώσει πολλές από τις επιδιώξεις της ηγούμενη της Ευρώπης. Οπως όμως έχει επισημάνει παλαιότερα ο Κίσινγκερ δυσκολεύεται να ανταποκριθεί με ευελιξία στον ηγετικό της ρόλο. Αποξενώνει έτσι πολλούς Ευρωπαίους, και κυρίως τη Γαλλία, χορεύοντας σχετικά στενά με την Τουρκία. Και κάπως άκομψα. Ο αποκλεισμός της χώρας μας από τις συζητήσεις στο Βερολίνο για τη Λιβύη δεν ήταν σίγουρα φιλική ενέργεια. Οπως άκομψη ήταν και η χειρονομία μεσολάβησης για συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο παρασκήνιο, την ίδια στιγμή που οι ευρωπαίοι υπουργοί συζητούσαν μέτρα κυρώσεων κατά της Αγκυρας. Ο τρόπος μάλιστα που κάλυψε την Τουρκία για τις παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων στην Λιβύη, μέσω του σχεδίου IRINI, πρέπει να ενόχλησε κι άλλους – πέραν της Γαλλίας και της Ελλάδας. Η Ελλάδα οφείλει να δείξει τη δυσαρέσκειά της και να ζητήσει καθαρή στάση και σαφείς αποφάσεις.

Το συμπέρασμα είναι πως δεν είναι η καλύτερη στιγμή για εκμετάλλευση των συμφερόντων του διεθνούς παράγοντα για διευκόλυνση δικών μας εθνικών σχεδιασμών. Προτιμότερη είναι η ενεργητική αναμονή. Δηλαδή αποφυγή εντάσεων και προετοιμασία, ώστε το κλίμα να βελτιωθεί μέσω εκμετάλλευσης κάθε ανεπιτυχούς χειρισμού της άλλης πλευράς.

TA NEA 25/7/2020
Συνέχεια

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

Νεοελληνική φαυλοκρατία

Ενα σχετικά πρόσφατο βιβλίο του Ευάγγελου Κοροβίνη («Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία», Αρμός, 2008), που έπεσε τελευταία στα χέρια μου, ανοίγει ορίζοντες στη σκέψη μας για εθνική αυτογνωσία. Ιδιαίτερα τώρα που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της ύπαρξής μας σαν κράτους. Διεισδύοντας με κριτική ματιά στην ιστορία μας διαπιστώνει φαινόμενα και συμπεριφορές που ενοχλούν ίσως και ξενίζουν. Αγγίζουν όμως σημαντικές χορδές αλήθειας και προκαλούν σοβαρούς προβληματισμούς. Η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους αγνόησε και βαριά ποδοπάτησε κάποιες φορές βαθιές παραδόσεις και συνήθειες.

Ο έντονος κοινοτισμός που υπήρχε στα εδάφη και στις κοινωνίες των Ελλήνων περιφρονήθηκε υπέρ της δημιουργίας ενός συγκεντρωτικού κράτους που δικτυώθηκε με την κοινωνία μέσω δεσμών πελατείας, εξυπηρετήσεων και ρουσφετιών. Αυτό το σύστημα σχέσεων που βαθμιαία παγιώθηκαν και κυριάρχησαν ονομάζει ο συγγραφέας φαυλοκρατία.

Παράλληλα άρχισε να πασχίζει για τη δική του επικράτηση ένα διαφορετικό σχήμα νοοτροπιών και αντιλήψεων που πολεμούσε για την επικράτηση θεσμών και πρακτικών περισσότερο αποτελεσματικών και ορθολογικών. Οι τάσεις αυτές εξέφραζαν αντιλήψεις σύγχρονες με προσανατολισμό τις μεταρρυθμίσεις και την προσαρμογή της κοινωνίας στα καινούργια δεδομένα.

Αυτονόητα, οι εκσυγχρονιστικές αυτές τάσεις έρχονταν συνεχώς σε σύγκρουση με την παραδοσιακή φαυλοκρατία που κατά βάση κυριαρχούσε στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το καίριο σημείο της δουλειάς του Κοροβίνη βρίσκεται στη διαπίστωση πως και τα δύο ανταγωνιζόμενα συστήματα σκέψης και πρακτικής ήσαν εισαγόμενα. Από αντιλήψεις και πρακτικές του εξωτερικού. Εμφανίστηκαν μαζί με τη θεσμοθέτηση κρατικών δομών. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αρχές του κοινοτισμού που κυριαρχούσαν στον τόπο από αρχαίων χρόνων, ακόμα και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και που έδιναν έμφαση στις τοπικές αντιλήψεις και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η ελληνική παράδοση ήταν εμποτισμένη με έντονα στοιχεία ελευθερίας και αυτονομίας που έδινε ξεχωριστό χρώμα στον ελληνικό τρόπο ζωής.

Ολα αυτά χάθηκαν κάτω από την κατακλυσμική σφραγίδα του νεοελληνικού κρατισμού. Που με την ιδιαιτερότητα της φαυλοκρατίας άπλωσε τα πλοκάμια του σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Αυξάνοντας την καταπίεση, την άθλια κυβερνησιμότητα και την αναποτελεσματικότητα. Η εκσυγχρονιστική τάση σε σπάνιες περιπτώσεις, και σε μικρές περιόδους, μπόρεσε να κυριαρχήσει.

Στο οπισθόφυλλο ο εκδότης παραθέτει απόσπασμα χαρακτηριστικής περιγραφής της φαυλοκρατίας, από την πολιτεία του γνωστού πολιτικού της μετεπαναστατικής εποχής Ι. Κωλέττη: «Με τις αθρόες απολύσεις κομματικών αντιπάλων, τον διορισμό «ημετέρων», την κατοχύρωση των προνομίων των διάφορων τοπαρχών και τις εκλογές βίας και νοθείας ήταν πράγματι ο πρώτος που διασφάλισε «μακρόβιες» κυβερνήσεις».

ΤΑ ΝΕΑ 21.7.2020
Συνέχεια