Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η εισαγγελέας των παράνομων ιδεών


Η φθορά της δημοκρατίας άρχισε πολύ νωρίτερα από ότι ήταν το αναμενόμενο με το νόμο λογοκρισίας (βλ. “αντιρατσιστικό”) που είχε περάσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Η εισαγγελέας ρατσισμού - ναι, έτσι λέγεται - διέταξε προκαταρκτική έρευνα για ένα φυλλάδιο που εμπεριείχε την πρόταση «έξω οι λαθρομετανάστες από την Ελλάδα».

Έχουμε αφήσει πίσω μας την Ελλάδα που πολίτες θα μπορούσαν να έχουν απόψεις που δεν είναι αρεστές στο κράτος. Έχουμε περάσει σε ένα άλλο στάδιο, που ακόμα και νόμοι που καταπατούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται με μια απίστευτη ελαστικότητα ώστε να πολλαπλασιάζονται οι αντιφιλελεύθερες συνέπειες τους.

Το «έξω οι λαθρομετανάστες από την Ελλάδα» δεν είναι πλέον μια πολιτική θέση με την οποία κάποιοι μπορεί να συμφωνούν και άλλοι να διαφωνούν. Είναι μια πρόταση που παραβιάζει τις αρχές της άκρας αριστεράς στο θέμα της λαθρομετανάστευσης και έτσι αυτομάτως είναι παράνομη στο νέο νομικό καθεστώς που έχει δημιουργηθεί. Οι νόμοι λογοκρισίας δεν απαγορεύουν ακραίες ιδέες γενικά, αλλά ιδέες που δεν είναι αρεστές στο υπάρχον κατεστημένο. Οι νόμοι λογοκρισίας της χούντας υπήρχαν για να λογοκρίνονται οι αριστεροί. Οι νόμοι λογοκρισίας του μεταπολιτευτικού καθεστώτος υπάρχουν για να λογοκρίνονται όσοι δεν συμφωνούν με τα δόγματα της πολιτικής ορθότητας.

Η συγκεκριμένη εισαγγελέας λειτουργώντας με τον υπερβάλλοντα ζήλο που αρμόζει σε μια τζιχαντιστή της πολιτικής ορθότητας, έκρινε ότι το «έξω οι λαθρομετανάστες από την Ελλάδα» είναι άξια προκαταρκτικής έρευνας. Το μυστικό στην όλη υπόθεση είναι ότι το συγκεκριμένο φυλλάδιο που προσκαλούσε σε εκδήλωση ήταν της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή είναι το μεγάλο δώρο σε ένα κατεστημένο που προσπαθούσε εδώ και πολλά χρόνια να περάσει τους συγκεκριμένους νόμους λογοκρισίας.

Η Χρυσή Αυγή είναι το τέλειο μέσο για την επιβολή μιας φασιστικής νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία λειτουργώντας σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο οι διώξεις εναντίον της την κάνουν πολύ πιο ελκυστική σε όλους αυτούς που είναι επιρρεπής στο μήνυμα της. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι διώξεις εναντίον της νομιμοποιούν τις φασιστικές τακτικές εις βάρος της, μιας και κανείς δεν θέλει να γίνει ο υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μιας οργάνωσης φασιστοειδών. Έτσι η καθώς πρέπει δημοσιογραφία, οι συνταγματολόγοι και άλλοι, είτε σωπαίνουν, είτε χειροκροτώντας παραβιάσεις βασικών δικαιωμάτων βοηθούν στο να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα κανονικότητας γύρω από ξεκάθαρα αντιφιλελεύθερους νόμους.

Την ίδια εβδομάδα στο Lifo o Άρης Δημοκίδης ζητούσε από τις αρχές να κινηθούν εναντίον του Μητροπολίτη Άνθιμου, λόγω των απόψεων που εξέφρασε σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Το Lifo, φρέσκο από το πρόσφατο Je suis Charlie που σύντομα ξέχασε, θα πρέπει να καταλάβει ότι πρώτα πρέπει να υπάρξει μια γενικότερη αποδοχή αυτής της νέας κανονικότητας πριν αρχίσει να ρουφιανεύει και άλλους πολίτες στις αρχές για τις απαγορευμένες απόψεις τους. Ας μην προτρέχουν οι όχι και τόσο Je suis Charlie του Lifo.
Συνέχεια

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Κανίβαλοι με πιρούνια

"Αν οι Κανίβαλοι χρησιμοποιούσαν πιρούνι θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε πως υπάρχει πρόοδος;" Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ενός γνωστού Πολωνού ποιητή θα μπορούσε αυθόρμητα να είναι: "εξαρτάται από ποιανού την μεριά το βλέπει κανείς". Aπό την πλευρά του Κανίβαλου αποτελεί σίγουρα πρόοδο. Διότι βελτιώνει τον τρόπο απόλαυσης του φαγητού και αποφεύγει την δραματική φυσική επαφή με το ανθρώπινο σφαχτό.

Από την πλευρά όμως του δυστυχισμένου θύματος αμφιβάλω πως θα υπήρχε μια αντίστοιχη θετική αποτίμηση του γεγονότος. Ο αβάσταχτος πόνος της εξόντωσης μαζί και με την φρικτή προοπτική του αποκρουστικού τέλους θα ζύγιζε πολύ περισσότερο στην εκτίμηση της κατάστασης από τον περισσότερο μοντέρνο τρόπο διεκπεραίωσης της φονικής πράξης.

Για τους φανατικούς όμως υποστηρικτές της αδίστακτης φορολόγησης των πάντων, με στόχο την προστασία όσων εκείνοι μόνοι τους αποφασίζουν πως αξίζουν της κρατικής φροντίδας, πρόοδος δεν είναι η κατάργηση της σφαγής αλλά η βελτίωση των μεθόδων εξόντωσης. Αδίστακτα λοιπόν το δημόσιο, και οι εκάστοτε εξουσιαστές του, εξαγοράζουν ψήφους για να διατηρηθούν στην εξουσία. Και θυσιάζουν στην διαδρομή αυτή το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων των οποίων μοναδικό αμάρτημα υπήρξε πως έτυχε να γεννηθούν στην χώρα των αυθαίρετων αυτών λαϊκιστών.

Οι κανίβαλοι της εποχής μας κατασπαράσσουν ατιμώρητα το βιός των απλών πολιτών. Και για πιρούνι, ώστε η κλοπή να μην αποκαλύπτεται στις πραγματικές αποκρουστικές της διαστάσεις, χρησιμοποιούν το ενδιαφέρον τους δήθεν για την φροντίδα των αδυνάτων. Στο σημείο αυτό επάνω τίθενται δύο βασικά ζητήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με το ποίος αξιολογεί και πως το ποίοι πραγματικά είναι αυτοί οι αδύνατοι. Το δεύτερο με τον εύλογο προβληματισμό για το αν οι πόροι αυτοί πραγματικά πιάνουν τόπο και καταλήγουν στα χέρια - η έστω στις τσέπες - των αδυνάτων. Και στις δύο περιπτώσεις τα ερωτήματα είναι μεγάλα και οι απαντήσεις διστακτικές και ομιχλώδεις.

Με ποιό τρόπο ακριβώς αξιολογείται στην εποχή μας η έννοια του φτωχού κι αδύνατου; Παλαιότερα σαν αδύνατος λογιζόταν εκείνος που βρισκόταν δίχως απασχόληση, ο μεροκαματιάρης βιομηχανικός εργάτης, ο εξαθλιωμένος γεωργός, ο εξαρτημένος για τα καθημερινά από τις κρατικές παροχές και τα επιδόματα πολίτης. Σήμερα οι εικόνες αυτές έχουν δραστικά αλλάξει. Δεν μπορεί να νοηθεί σαν "αδύνατος" κάποιος που επιλέγει να μην δουλεύει διότι εκτιμά πως η όποια εργασία δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή η τον συμφέρει περισσότερο η άκοπη είσπραξη του κοινωνικού επιδόματος από την κοπιαστική καθημερινή εργασία. Ούτε βέβαια και είναι δυνατόν στις σημερινές κοινωνίες να αντικρίζουμε τις κοινωνικές διαιρέσεις με βάση τις οικονομικές κατηγορίες του παρελθόντος.

H σιγουριά της μόνιμης ένταξης κάπου, δεν υπάρχει πλέον σήμερα. Οι ρόλοι μπερδεύονται και ο πολίτης σαν άτομο λειτουργεί σαν "νομάς", περιδιαβαίνοντας συνεχώς από επάγγελμα σε απασχόληση, μην βρίσκοντας πουθενά λιμάνι για να αράξει. Η εποχή μας έχει σηματοδοτήσει το τέλος της σιγουριάς (βλ. σχετ. Ulrich Beck, The Reinvention of Politics.Cambridge: Polity Press, 1997).O Mάρξ στήριξε τις θεωρίες του στην ανάγκη που είχε το κεφάλαιο να εκμεταλλεύεται την φθηνή ανθρώπινη εργασία. Σήμερα το κεφάλαιο δεν χρειάζεται πια τον ανειδίκευτο εργάτη. Τον στέλνει στα αζήτητα, περιθωριοποιώντας τον κοινωνικά και οικονομικά. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι η εκμετάλλευση του ανθρώπινου κόπου, αλλά η αδιαφορία γι' αυτόν

Το ποιός ακριβώς εξ' άλλου είναι "φτωχός" σήμερα είναι μια εξαιρετικά σχετική υπόθεση. Στα χρόνια της βιομηχανικής εποχής φτωχός ήταν ο δίχως απασχόληση άνεργος. Εκείνος δηλ. που δεν είχε καθόλου εισοδήματα και κάποια σταθερή δουλειά. Ο φτωχός σήμερα, ανεξάρτητα από την τρέχουσα οικονομική κρίση που έχει αλλοιώσει πολλά μεγέθη, μετριέται αντιθέτως με βάση τα πόσα και ποία ακριβώς πράγματα μπορεί να καταναλώσει. Μπορεί να έχει εισόδημα, να βρίσκει απασχόληση αλλά να αισθάνεται "φτωχός", διότι αδυνατεί να παραβγεί σε μιά κοινωνία καταναλωτών με τα μοντέλα συμπεριφοράς που του επιβάλλει η πραγματικότητα ζωής που εισβάλλει καθημερινά στο σπίτι του μέσω των ΜΜΕ (βλ. και Zygmunt Bauman, Work, Consumerism and the New Poor. Buckingham: Open Univers., 1998).

Καθ΄ όσον αφορά τους πόρους που διατίθενται για την ανακούφιση των αδυνάτων από τα προβλήματά τους, έγκυρες μελέτες έχουν δείξει πως σπάνια καταλήγουν να εξυπηρετούν τους στόχους για τους οποίους θεσμοθετήθηκαν. Διότι κάποιοι μαθαίνουν να ζούν με τα χρήματα αυτά και δίνουν μάχες για να μην τα αποχωρισθούν.

Οι κανίβαλοι λοιπόν εξακολουθούν να διατυμπανίζουν τις πραμάτειες τους. Μόνο που χρησιμοποιώντας πιρούνια παρουσιάζουν σαν πρόοδο την σταθερή τους προσκόλληση στο παρελθόν
Συνέχεια

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Τι Σώρρας, τι Τσίπρας


Μόνο στην πολιτική παίρνουμε στα σοβαρά κάτι που σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής θα το θεωρούσαμε απατεωνιά ή μια γελοία γραφικότητα. Γελάμε με τον Αρτέμη Σώρρα, αλλά ψηφίζουμε Αλέξη Τσίπρα. Η διαφορά μεταξύ Σώρρα και Τσίπρα είναι ότι ο κ. Τσίπρας είναι πολύ πιο επικίνδυνος.

Ως γνωστόν ο κ. Αρτέμης Σώρρας είναι ο άνθρωπος που υποτίθεται έχει βάλει σ’ ένα λογαριασμό αμερικάνικα ομόλογα αξίας 600 δις, που είναι διαθέσιμα για να πληρωθεί το ελληνικό χρέος και να μας μείνουν και κάτι ψηλά. Μόνο τα 600 δις θα έκαναν τον κ. Σώρρα τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου - και το πιο πλούσιο άτομο στην ιστορία της ανθρωπότητας - αλλά τα 600 δις είναι μόνο η αρχή. Λέει ο κ. Σώρρας ότι η συνολική του περιουσία σε αμερικάνικα ομόλογα φτάνει τα τρία τρις δολάρια. Δηλαδή, ο κ. Σώρρας δεν είναι μόνο ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην γη, δεν είναι μόνο ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην ιστορία, είναι το πιο πλούσιο ον στο σύμπαν από την μεγάλη έκρηξη που το δημιούργησε μέχρι σήμερα.

Όπως και ο πρώην σύμβουλος του ΓΑΠ και νυν υπουργός οικονομικών, κ. Βαρουφάκης, έτσι και ο κ. Σώρρας είναι υπέρ του λιτού βίου. Αν και το πιο πλούσιο ον στην ιστορία του σύμπαντος, κυκλοφορεί ανάμεσα μας σαν ένας απλός άνθρωπος και μάλιστα σύμφωνα με ρεπορτάζ, μαζεύει και 20άρικα από οπαδούς για την στήριξη του αγώνα. Τα τρία τρις ο κ. Σώρρας τα απέκτησε γιατί είναι εφευρέτης κάποιων διαστημοπλοίων - με αρχαία τεχνολογία - που σουλατσάρουν στο διάστημα χωρίς να έχουν ανάγκη από καύσιμα. Το αμερικάνικο κράτος τον πλήρωσε με τρία τρις δολάρια σε ομόλογα για να αποκτήσει αυτά τα διαστημόπλοια με την αρχαία τεχνολογία...

Ο κ. Τσίπρας είναι λίγο πιο προσεκτικός. Σ’ αυτά που μας πουλάει δεν υπάρχουν καφενόβια διαστημόπλοια που ξεκουράζονται στο διάστημα περιμένοντας οδηγίες. Είχε όμως ένα μυστικό σχέδιο στο οποίο δεν υπήρχε μια στο εκατομμύριο να μην αποδεχθεί η κα Μέρκελ. Παρεμπιπτόντως, είχε αυτό το μυστικό σχέδιο γιατί είχε βρει τον τρόπο να παίρνουμε τα λεφτά από τους Ευρωπαίους χωρίς μνημόνια. Χρειαζόμασταν τα λεφτά από τους Ευρωπαίους γιατί μας είχε πουλήσει την ιδέα ότι 1) είχαμε πρόβλημα ρευστότητας και 2) ότι δεν είχαμε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά χρειαζόμασταν τα χρήματα τους προσωρινά μέχρι να τους πείσουμε με το μυστικό σχέδιο του να μας σβήσουν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας.

Ο κ. Τσίπρας αφού με το μυστικό του σχέδιο θα είχε σβήσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, θα είχε προχωρήσει άμεσα και σε μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας βάση ενός φανερού σχεδίου που το λέμε “Πρόγραμμα της Θεσαλλονικής”. Αυτό το φανερό σχέδιο είναι ένας κατάλογος υποσχέσεων όπου το κράτος μοιράζει λεφτά σε μια σειρά εκλογικά σημαντικών ομάδων με την επιπλέον υπόσχεση ότι οι Έλληνες δεν θα χρειαστεί ποτέ να τις πληρώσουν. Αυτοί που θα πληρώνουν, μας είπε ο κ. Τσίπρας, θα είναι οι κουτόφραγκοι, οι μεγάλοι φοροφυγάδες και οι αγορές που θα χορεύουν στις πενιές του ανεπάγγελτου πρωθυπουργού μας.

Αν κάτι πραγματικά κάνει πιο πειστικά τα μυστικά και δημόσια σχέδια του κ. Τσίπρα, είναι ότι εντάσσονται σε ένα όραμα για την ελληνική κοινωνία, που ακόμα και ο πιο ορθολογιστής θα ήταν δύσκολο να αντικρούσει. Ο κ. Τσίπρας οραματίζεται μια Ελλάδα με πολύ περισσότερους αιώνιους φοιτητές, με ακόμα περισσότερους πενηντάρηδες συνταξιούχους, με εκατοντάδες χιλιάδες περισσότερους στο δημόσιο, με ιδιωτικές επενδύσεις που δεν θα γίνονται αλλά που θα έχουμε τα οφέλη τους, που η αριστεία θα είναι ρετσινιά και ανάθεμα, και όλα αυτά μαζί θα δημιουργήσουν μια σύγχρονη και ευημερούσα κοινωνία, γιατί πως να το κάνουμε, έτσι ακμάζουν τα έθνη. Ειλικρινά, ποιος λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να πει ότι μια τέτοια ευημερούσα κοινωνία δεν είναι εφικτή; Εξάλλου, οι πρώτες μέρες της κυβερνήσεως δείχνουν πως ετοιμάζεται η προ πολλού προαναγγελθείσα «έφοδος στον ουρανό», όπου προφανώς θα μας περιμένουν τα διαστημόπλοια του κ. Σώρρα για να μας μεταφέρουν σε έναν δικαιότερο γαλαξία.

Η πολιτική είναι η τέχνη των ανθρώπων με τις μεγαλύτερες αξιώσεις και τις χαμηλότερες επιδόσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί οι προθέσεις και οι πολιτικές κρίνονται ξεχωριστά από τα αποτελέσματα τους. Δείτε για παράδειγμα την αγιοποίηση του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Όπου εφαρμόστηκαν αυτά που υποστηρίζει το ΚΚΕ, οι κοινωνίες μετατράπηκαν σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης ακραίας φτώχειας και βίας. Αυτά τα καθεστώτα έπρεπε να υψώσουν τείχη και συρματοπλέγματα για να μην αποδράσουν οι πολίτες. Κι όμως, 25 χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το ΚΚΕ είναι υπεράνω κριτικής γιατί πρέπει να το κρίνουμε όχι βάση των αποτελεσμάτων της ιδεολογίας του, αλλά σύμφωνα με τις προθέσεις του. Όπου εφαρμόζεται ο κομμουνισμός αποτυγχάνει. Για κάποιο περίεργο λόγο δεν φταίει το σύστημα, αλλά οι άνθρωποι που προφανώς δεν είναι ηθικά αντάξιοι του συστήματος.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε προεκλογικά, ούτε μετεκλογικά, υπάρχει μια σοβαρή εξέταση των όσων λέει και κάνει. Το να εξεταστεί η συνέπεια των λόγων του και τα αποτελέσματα της πολιτικής του θεωρείται αμάρτημα. Η αναπόφευκτη αποτυχία του θα είναι σίγουρα αποτέλεσμα συνωμοσίας των σκοτεινών κέντρων, ή, της δημοσιονομικής ασφυξίας των Βρυξελλών, ή, το ότι δεν υποστηρίχτηκε αρκετά από τους πολίτες. Πάντως η αποτυχία του δεν θα έχει να κάνει με το ότι η ιδεολογία του και η πολιτική του είναι ένα μάτσο επικίνδυνες αστειότητες.
Συνέχεια

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Μια κυβέρνηση κουτοπόνηρων


Αν κάποιος δεν θα ήθελε να χαρακτηρίσει την υπάρχουσα κυβέρνηση σαν ένα τσούρμο πολιτικών απατεώνων, μια εναλλακτική πρόταση είναι η εξής: Η κυβέρνηση είναι μια κακόγουστη φάρσα χαμένη σ’ ένα λαβύρινθο πολλαπλών αδιεξόδων.

Τελικά φτάσαμε και στην αποκάλυψη του Σχεδίου Β της κυβέρνησης που είναι πανομοιότυπο με αυτό του Γιώργου Παπανδρέου, δηλαδή δημοψήφισμα ή εκλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι η επανάληψη της ιδέας προέρχεται από τον πρώην σύμβουλο του κ. Παπανδρέου, Γιάνη Βαρουφάκη.

Αν θυμάστε τον Ιανουάριο η θέση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ότι αν κερδίσει τις εκλογές θα προσποιηθεί μια σκληρή διαπραγμάτευση και αν το πράγμα πάει στραβά, θα πετάξει την καυτή πατάτα στους πολίτες με ένα δημοψήφισμα ή νέες εκλογές. Αν ήταν έτσι ο καθένας θα μπορούσε να υποσχεθεί ότι υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς το παραμικρό κόστος για αποτυχία ή επιτυχία. Όμως τον Ιανουάριο ο ΣΥΡΙΖΑ πωλούσε την ιδέα ότι είχε έτοιμο και κοστολογημένο πρόγραμμα, είχε επίσης έτοιμη διαπραγμάτευση για την οποία ο κ. Τσίπρας έλεγε ότι δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να μην αποδεχθεί η κα Μέρκελ.

Αρχικά θέλαμε χρόνο και όχι χρήμα για να φτιάξουμε μετεκλογικά ένα πρόγραμμα που ήταν ήδη έτοιμο πριν τις εκλογές. Τώρα δεν θέλουμε χρήμα, αλλά και θέλουμε, για να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα που ήταν ήδη έτοιμο και κοστολογημένο πριν τις εκλογές. Επίσης μιας και φαίνεται ότι ο τσαμπουκάς δεν πέρασε στην Ευρώπη απειλούμε με εκλογές ή δημοψήφισμα.

Φαίνεται, ότι σιγά σιγά περνάμε από το στάδιο της άγνοιας σ’ αυτό του πανικού. Ποιος ακριβώς θα ήταν ο σκοπός ενός δημοψηφίσματος ή νέων εκλογών; Δεν ήταν ξεκάθαρο το μήνυμα των προηγούμενων εκλογών; Δεν ξέρουν οι Ευρωπαίοι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων θέλει λεφτά χωρίς μνημόνιο; Δεν ξέρουν ότι με αυτό ακριβώς το αίτημα πήγε η κυβέρνηση Τσίπρα στην Ευρώπη και έφαγε πόρτα; Εάν υποθέσουμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό σε εκλογές ή δημοψήφισμα συμφωνήσει με τις θέσεις της κυβέρνησης, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι αυτό το γεγονός θα αλλάξει την στάση των Ευρωπαίων;

Η πικρή αλήθεια είναι ότι το θέμα των εκλογών και του δημοψηφίσματος είναι η πανικόβλητη κίνηση μιας κυβέρνησης που φοβάται ότι θα έρθει αντιμέτωπη με τα προεκλογικά της ψέματα πολύ νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Έχουν καταλάβει ότι είναι δύσκολο να κοροϊδέψουν τους έξω - και σύντομα θα έχουν την ίδια δυσκολία και με τους μέσα. Επειδή δεν έχει μείνει άρτος, θα περιορισθούν στα δημοκρατικά θεάματα και οι εκλογές/δημοψήφισμα εντάσσονται σ’ αυτό πλαίσιο.

Στα καλά νέα της εβδομάδας ήταν η εξαιρετική ιδέα της κυβέρνησης να οπλίσει τουρίστες με κάμερες και μικρόφωνα για να ενημερώνουν την εφορία για ύποπτους για φοροδιαφυγή μικρομεσαίους. Άλλο ένα μέτρο ενάντια στην ολιγαρχία.

Κρίμα, βέβαια, που “αντιεξουσιαστές” έκαναν κατάληψη στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Κουμουνδούρου την Κυριακή. Σ’ αυτή τη χώρα οι άξιοι βάλλονται από παντού.

Συνέχεια

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Πολύ δούλεμα, καθόλου αξιοπρέπεια


Η σύζυγος που τελείωσε νωρίτερα από τη δουλειά μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα και βλέπει τον σύζυγο της με μια άλλη κυρία να επιδίδεται στην ικανοποίηση των γενετήσιων ορμών του είδους. Αυτός της λέει: «Ποιον θα πιστέψεις, εμένα ή τα ψευδόμενα σου μάτια;»

Στην θέση της κυρίας βρίσκεται η Ελλάδα αυτό τον καιρό, αφού ο κ. Τσίπρας έκανε την αναμενόμενη κολοτούμπα. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε τον κ. Τσίπρα ή τα ψευδόμενα μάτια μας αν κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε την συμφωνία που υπέγραψε.

Το καλοκαίρι του 2012 μου είχε κάνει εντύπωση το μεγάλο χαμόγελο του κ. Τσίπρα. Το κόμμα του είχε έρθει δεύτερο για δεύτερη φορά από το Μάιο και ήταν σίγουρο ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι θα μπορούσαν πλέον να σχηματίσουν κυβέρνηση. Τι τον έκανε τόσο ευτυχισμένο; Τότε είχα την εντύπωση ότι ο κ. Τσίπρας ήταν ένας λογικός άνθρωπος και νόμιζε ότι θα περνούσε άλλη μια περίοδος όπου οι αντίπαλοι θα έπρεπε να διαχειριστούν τα δύσκολα, ενώ αυτός εύκολα από την πλευρά της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να λέει ότι θέλει.

Σε αυτή την περίοδο ο κ. Τσίπρας είπε ότι ήθελε. Από κατάργηση του μνημονίου και όλων των εφαρμοστικών «με ένα νόμο και σε ένα άρθρο», την ονομαστική διαγραφή του χρέους και την άμεση εφαρμογή του “προγράμματος” της Θεσσαλονίκης - μιας και αυτό το “πρόγραμμα” περιελάμβανε μόνο όσα μπορούσε να κάνει εδώ και τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι όσα θα ήθελε πραγματικά να κάνει. Μετά έγιναν κυβέρνηση.

Πριν ακόμα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις είχαν εξαφανιστεί οι απαιτήσεις όπως η ονομαστική διαγραφή του χρέους και όλα όσα είχαν πει για επαχθές και επονείδιστο χρέος. Λίγο πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις ο κ. Τσίπρας θα πει επανειλημμένα ότι δεν μπορεί να υπογράψει την συνέχεια του μνημονίου, αλλά τελικά θα υπογράψει την συνέχεια του υπάρχοντος μνημονίου ενώ θα ετοιμάζεται το Μνημόνιο 3 γι’ αυτό το καλοκαίρι. Ενώ οι παροχές του “προγράμματος” της Θεσσαλονίκης διαρκώς αναβάλλονται.

Είχε όμως και επιτυχίες η κυβέρνηση. Το μνημόνιο πλέον δεν θα το λέμε μνημόνιο αλλά πρόγραμμα ή τρέχουσα συμφωνία. Η τρόικα πλέον μετονομάζεται σε θεσμούς ή τρεις θεσμούς. Όπως είπε ο πρώην σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου, και νυν υπουργός οικονομικών κ. Βαρουφάκης, τους Έλληνες δεν του ενδιαφέρουν τα χρήματα ή οι δουλειές, παρά μόνο η αξιοπρέπεια. Από αυτό το νέο πλαίσιο αξιοπρέπειας θα πηγάζει η μετονομασία του μνημονίου και της τρόικας. Σε επιτροπή του ευρωκοινοβουλίου «ο κ. Ντάισελμπλουμ θα δηλώσει ότι «η παράταση του υφιστάμενου προγράμματος για την Ελλάδα έχει συμφωνηθεί, θα δούμε όπως πώς θα το ονομάζουμε» και οι παριστάμενοι ξέσπασαν σε γέλια». Αξιοπρέπεια.

Στην συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Λαφαζάνης θα δηλώσει ότι «Είναι πολύ θετικό ότι η κυβέρνηση δεν θα κυρώσει στη Βουλή τη χρονική επέκταση μιας δανειακής σύμβασης που ψήφισαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και έχει νεοαποικιακά χαρακτηριστικά». Δηλαδή, υπουργός της κυβέρνησης χαίρεται που η κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει δεν θα πάρει ως όφειλε την έγκριση της Βουλής, και θα εφαρμόσει παράνομα μια δανειακή σύμβαση με «νεοαποικιακά χαρακτηριστικά.» Αξιοπρέπεια.

Στα πλαίσια της νέας αξιοπρέπειας, θα πρότεινα η τούρκικη πρόκληση να μετονομασθεί σε τούρκικη υποχωρητικότητα.

Υ.Γ.: Η ατάκα, «εμένα ή τα ψευδόμενα σου μάτια;» ανήκει στον Γκράουτσο Μαρξ, που μάλλον είναι ο μόνος Μαρξ που γνωρίζει ο κ. Τσίπρας.
Συνέχεια

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Πάκης ο καταλληλότερος


Οι παλαιότεροι μας λένε ότι οι επόμενες γενιές που δεν περάσαν κατοχή και εμφύλιο δεν έχουν δει τα δύσκολα. Τώρα όμως που έχουμε χρεοκοπία με πρόεδρο Πάκη, πρωθυπουργό Τσίπρα και πρόεδρο της Βουλής Κωνσταντοπούλου, θα πρέπει να κοπούν οι παραπάνω εξυπνάδες.

Ήταν αναπόφευκτο να μείνει στην μνήμη μου ο Πάκης ήδη από το 2008. Είναι ο άνθρωπος που έστω προσωρινά έκανε την Αθηνά πόλη του φωτός. Και αυτό το επέτυχε χωρίς καν να χρειαστεί η ολοσχερής καταστροφή της πόλης. Όπως τότε είχε δηλώσει: «Περισσότερα είναι τα κτίρια που δεν καίγονται από εκείνα που καίγονται».

Ο Νέρωνας πρώτα έγινε αυτοκράτορας και μετά έκαψε την Ρώμη. Εμείς θα κάνουμε τον Πάκη πρόεδρο αφού πρώτα έχει κάψει την Αθήνα. Που σημαίνει ότι έχουμε προχωρήσει το θέμα που λέγεται παρακμή αρκετές λεύγες πιο πέρα από εκεί που το άφησαν οι Ρωμαίοι.

Πάντως η συγκεκριμένη κίνηση Τσίπρα μου δείχνει ότι είναι ένας σιγουρατζής πολιτικός. Με Κωστάκη και Γιωργάκη ξέρει ότι έχει σκληρό ανταγωνισμό για τον τίτλο του χειρότερου πρωθυπουργού. Άμα δεν παίξει το χαρτί επίσημη χρεοκοπία, έχει τον Πάκη καβάτζα που θα του δώσει το προβάδισμα.

Ο Πάκης δεν διέπρεψε μόνο σε θέματα λαμπαδιάσματος, αλλά σ’ όλους του τομείς των αρμοδιοτήτων του. Αφού ευχαρίστησε του λαθρομετανάστες που προτιμούν την χώρα μας, προχώρησε σε μαζικές νομιμοποιήσεις και ελληνοποιήσεις. Προχώρησε και σε μόλις 865.000 προσλήψεις στο δημόσιο. Βέβαια θα ήταν οικονομικότερο και ταχύτερο να είχαμε μετρήσει πόσους δεν διόρισε.

Ποιος μπορεί να τον αδικήσει για μια τόση φιλολαϊκή πολιτική στο θέμα των διορισμών; Λεφτά υπήρχαν. Τον τελευταίο χρόνο της επανίδρυσης του κράτους το πρωτογενές έλλειμμα ήταν 24 δις ευρώ, δηλαδή ίσα με 9 ΕΝΦΙΑ. Το συνολικό έλλειμμα του κράτους μόνο το 2009 ήταν 36 δις ευρώ, δηλαδή σχεδόν 14 ΕΝΦΙΑ. Ζωή να έχουμε να τα ξεπληρώσουμε κάποια μέρα.

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι μέγας πολιτικός και αυτό το βλέπεις γιατί μπορείς να τον συγκρίνεις με άλλους μεγάλους της σύγχρονης ιστορίας, όπως ο Steve Jobs της Apple. Του Steve Jobs του άρεσε η ρήση ενός άλλου μεγάλου των υπολογιστών που έλεγε ότι όσοι παίρνουν στα σοβαρά το λογισμικό που δημιουργούν, θα πρέπει να κατασκευάζουν και την ανάλογη συσκευή που να δένει άρτια με αυτό το λογισμικό. Κάπου εκεί βρίσκεται και η εξήγηση για την επιλογή του Πάκη Φαυλόπουλου. Η επιλογή Πάκη δένει τόσο πολύ με την υπάρχουσα κατάσταση που αγγίζει τα όρια της τελειότητας. «Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα» που έλεγε και ο άλλος μεγάλος των κομπιούτερς Ντίνος Ηλιόπουλος.

Ο Πάκης είναι ένας αξιοθαύμαστος πολιτικός. Αφού για μια πενταετία άσκησε μια ακραία δημαγωγική και καταστροφική πολιτική, όταν ήρθαν τα δύσκολα το λάκισε στην νησίδα της προσωπικής του ευημερίας μακριά από την μιζέρια των εκατομμυρίων θυμάτων του. Τώρα επιστρέφει με την αργομισθία της προεδρίας πλέοντας σε πελάγη αυταρέσκειας χωρίς την παραμικρή αίσθηση ενοχής και ευθύνης. Είναι ο καταλληλότερος.

Εδώ η ανάρτηση από τον Φεβρουάριο του 2013, Καραμανλής - Τσίπρας, το αναπόφευκτο ειδύλλιο.

Συνέχεια

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Τι εξηγεί την Συριζολαγνεία των ΜΜΕ;


Τι συμβαίνει και τα μέχρι πρότινος πολύ μνημονιακά ΜΜΕ έχουν γίνει οι πιο θερμοί οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ; Ποια είναι η εξήγηση για την μεγαλύτερη και ταχύτερη δημοσιογραφική κολοτούμπα των τελευταίων δεκαετιών;

Παρακολουθώντας τις δημοσιογραφικές εκπομπές έχεις την εντύπωση ότι το ύψιστο καθήκον της αντιπολίτευσης είναι να στηρίζει την κυβέρνηση. Τρεις εβδομάδες μετά από τις εκλογές και ακόμα δεν έχω πετύχει τηλεοπτική εκπομπή όπου αυτός που εκπροσωπεί την αντιπολίτευση να μην ερωτάται το πόσο στηρίζει την κυβέρνηση. Μάλιστα το θέμα δεν τίθεται τόσο ως ερώτημα, αλλά περισσότερο ως απαίτηση.

Δεν είναι έκπληξη η υποστήριξη των ΜΜΕ στην νεοεκλεγείσα κυβέρνηση. Αυτό πάντα συμβαίνει. Τα πρωτοσέλιδα των Νέων και του Βήματος ήταν η πρώτη κολοτούμπα - η πλέον αναμενόμενη. Ειδικά τα (τουλάχιστον) συμβατικά ΜΜΕ δεν έχουν ως πελάτες τους αναγνώστες, ακροατές ή τηλεθεατές, αλλά την εκάστοτε κυβέρνηση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι αναγνώστες του ΔΟΛ είναι το εμπόρευμα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι ο πελάτης. Αυτή η σχέση είχε εδραιωθεί από την εποχή της μεγάλης κρατικής διαφημιστικής δαπάνης. Τώρα τα ΜΜΕ έχουν θαλασσοδάνεια με τις τράπεζες, οι τράπεζες ανήκουν στο κράτος, οπότε… Τα μεγάλα ΜΜΕ είναι ουσιαστικά ημικρατικά - με δημόσια χρέη και ζημιές και ιδιωτικά κέρδη (έμμεσα και άμεσα) όταν αυτά υπάρχουν. Όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν σε οτιδήποτε “δημόσιο”. Οι εντός του συστήματος πάντα τα βρίσκουν μεταξύ τους και μοιράζουν την λεία που προέρχεται από ένα κορόιδο που λέγεται φορολογούμενος.

Αν η φιλοκυβερνητική στάση καθορίζεται από τους εκδότες/καναλάρχες, ο ενθουσιασμός της υποστήριξης εξαρτάται από τις πολιτικές προτιμήσεις των δημοσιογράφων, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία βρίσκονται κάπου μεταξύ κεντροαριστεράς και άκρας αριστεράς.

Εκδοτικό συμφέρον από την μία, δημοσιογραφικός ενθουσιασμός από την άλλη, και έτσι η υποστήριξη στην κυβέρνηση από τα ΜΜΕ έχει σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ.
Συνέχεια

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Τεχνικές διαπραγμάτευσης

Γίνεται τόση κουβέντα τελευταία περί διαπραγμάτευσης που έχει κανείς την αίσθηση πως αποτελεί μια βιωματική πραγματικότητα ώστε όλοι να κατανοούμε απόλυτα τις διαστάσεις της. Εν τούτοις για τις εμπειρίες, τις συνήθειες και τις αντιλήψεις της κοινωνίας μας η διαπραγμάτευση δεν είναι οικείος όρος η πρακτική. Διδάσκοντας τελευταία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και σε στελέχη επιχειρήσεων τεχνικές επικοινωνίας και μεθόδους επαγγελματικής αυτοβελτίωσης έχω διαπιστώσει πως η διαπραγμάτευση είναι έννοια πολύ διαφορετική από αυτή που όλοι αρχικά θεωρούν. Συγχέεται σχεδόν πάντοτε με την αντιπαράθεση και την σύγκρουση. Δεν υπάρχει περίπτωση σε μια διαπραγμάτευση κάποιος να μπεί περιμένοντας να συντρίψει η να πάρει τα πάντα από τον συνομιλητή του.

Σε μια διαπραγμάτευση οφείλεις να είσαι έτοιμος να κερδίσεις αλλά και να δώσεις. Το ζήτημα είναι να πάρεις αυτό που θεωρείς απόλυτα σημαντικό, και να δώσεις εκείνο που φαίνεται αρκετά ουσιαστικό για τον συνομιλητή σου αλλά όχι τόσο ζωτικής σημασίας για εσένα. Μετά από μιά διαπραγμάτευση ουδείς θριαμβολογεί. Ομιλούν απλά όλοι για πρόοδο και αποφυγή χειρότερων εξελίξεων. Δεν πρόκειται να αποχωρήσεις ανέγγιχτος από μιά σοβαρή διαπραγμάτευση. Πρέπει όμως να έχεις κερδίσει σημεία που ευνοούν την προοπτική σου και διευκολύνουν μελλοντικές σου κινήσεις. Είναι λάθος πριν ξεκινήσεις να διαπραγματεύεσαι να αφιονίζεις τους δικούς σου ώστε να περιμένουν θριάμβους. Θα καταλήξουν εναντίον σου ξεσπώντας την οργή τους για τις γκρεμισμένες τους προσδοκίες.

Η σύγκρουση είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Στην διαπραγμάτευση δεν θέλεις να χάσεις αυτά που έχεις. Τουλάχιστον όχι τίποτα σημαντικό. Στην αντιπαράθεση επιδιώκεις να εκμηδενίσεις τον αντίπαλό σου. Διακινδυνεύοντας όμως και ζωτικά δικά σου κεκτημένα. Μπορείς να θριαμβεύσεις, κερδίζοντας κατά κράτος τον αντίπαλο. Μπορείς όμως και να χάσεις, αποχωρώντας συντριμμένος. Στην διαπραγμάτευση δεν ρισκάρεις ζωτικά σου συμφέροντα. Στην σύγκρουση διακινδυνεύεις σχεδόν τα πάντα και περιμένεις, αν δεν πετύχεις, τον αναπόφευκτο μπορεί και εξοντωτικό λογαριασμό. Στην αντιπαράθεση ενθουσιάζονται οι οπαδοί. Θα αντιμετωπίσουν όμως τραγωδίες, αν δεν έχεις τα μέσα να επιβάλεις οριστικά κι αδιαμφισβήτητα τις απόψεις σου.

Οι συνετοί και σχετικά αδύναμοι διαπραγματεύονται. Κι αποκτούν δεξιότητες που τους δίνουν επιτυχίες. Οι παρορμητικοί αλλά και οι πανίσχυροι συγκρούονται. Κερδίζουν αν έχουν ισχύ, αλλά προσωρινά. Η άλλη πλευρά θα τους περιμένει πάντα στην γωνία. Για την αναπόφευκτη ρεβάνς. Αν δεν έχουν δύναμη καταστρέφονται. Και τα ρίχνουν σε σκοτεινές δυνάμεις, σε συμφέροντα ακόμα και σε συνωμοσίες του σύμπαντος. Η ζημιά όμως γίνεται. Η αγωνία και η δυσπραγία είναι άγνωστο για πόσο θα κρατήσει. Συχνά, αυτό που χάνεται δεν αποκτάται ξανά ποτέ…

Διαπραγματεύεσαι με μέθοδο και υπομονή. Για να βελτιώσεις την θέση σου. Γνωρίζοντας πως θα υποχρεωθείς και σε υποχωρήσεις. Συγκρούεσαι μοναχά όταν είσαι βέβαιος πως έχεις όλα τα ατού. Και δεν διακινδυνεύεις καταστροφή. Η σύγκρουση επιβάλλεται να γίνει σε τόπο και χρόνο, σε γενικές συνθήκες δηλ, που έχεις διαλέξει εσύ. Ώστε να ελέγχεις τις περισσότερες παραμέτρους. Διαφορετικά, μπορεί να καταστραφείς τελειωτικά, Με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Διαπραγματεύεσαι ξεκινώντας με αιτήματα πολύ υψηλότερα από αυτά που σε ενδιαφέρουν. Ώστε υποχωρώντας να εξασφαλίσεις περίπου αυτά στα οποία στοχεύεις. Και ο αντίπαλός σου όμως θα ξεκινήσει λογικά με παρόμοια τακτική. Αυτό που κρίνει την επιτυχία από την τελική αποτυχία είναι να διακρίνεις τα πραγματικά όρια του συνομιλητή σου. Εχοντας μελετήσει και με σωστή πληροφόρηση. Τι πραγματικά τον ενδιαφέρει και με τι θα φύγει σχετικά ευχαριστημένος. Επιμένεις λοιπόν με σθένος πάνω σε αυτά από τα οποία δεν μπορεί να κάνει πίσω. Που είναι αδύνατον να τα δεχθεί. Μπλοφάρεις πως αυτά είναι για σένα το πάν. Την κρίσιμη στιγμή κάνεις μια μικρή υποχώρηση. Που γι αυτόν όμως γνωρίζεις πως δεν είναι αρκετή. Εκεί επάνω επιμένεις. Με σθένος. Επιμένεις πως δεν μπορείς να κάνεις άλλη υποχώρηση. Όταν τελικά τα πράγματα φθάνουν στα άκρα δέχεσαι κάποια από τα αιτήματά του. Που βρίσκονται ακριβώς επάνω σε αυτά που από την αρχή ήθελες να εξασφαλίσεις.

Ανάλογα με τις πληροφορίες που διαθέτεις για τις διαθέσεις η τις ανάγκες του συνομιλητή σου μπορείς έτσι να πετύχεις πολλά η έστω να χάσεις (γιατί κι’ αυτός θα χρησιμοποιήσει παρόμοια τακτική) ελάχιστα. Η διαπραγμάτευση είναι μια μέθοδος επιτυχίας για όλους όσους μετέχουν σε αυτή. Φτάνει να μην βασίζεται σε χίμαιρες και υπερβολικές προσδοκίες.

Με βάση αυτά, ο καθένας καταλαβαίνει τις δυσκολίες συνεννοήσεων που στηρίζονται σε απολυτότητες και απόψεις ολοκληρωτικής επικράτησης. Η κυβέρνηση δείχνει θάρρος στην προσπάθειά της. Χρειάζεται όμως την στήριξη όλων στον στόχο εξασφάλισης του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Οι υπερβολές είναι πάντα κακός σύμβουλος. Και οι προσδοκίες για επίτευξη των πάντων δυσκολεύουν τους χειρισμούς.

Συνέχεια

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές και το... "κοτόπουλο" του Βαρουφάκη!!

Για τους περισσότερους δυστυχώς στην Ελλάδα η φιλελευθεροποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός είναι καταραμένες λέξεις. Και σχεδόν όλοι περιμένουν να κατακτήσουν το μέλλον με οράματα αναδιανομής εισοδήματος, με φόρους κατά των λεγομένων «εχόντων» (τών μοναδικών δηλ. που συνεισφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία δημιουργώντας πλούτο και συνεισφέροντας σημαντικά στα δημόσια έσοδα) και με προσδοκίες σοσιαλιστικών μετασχηματισμών.

Θα ξεκαρδίζονταν στα γέλια στο εξωτερικό ακούγοντας παρόμοιες πολιτικές θέσεις. Στην Ελλάδα βέβαια έχουν ακόμη σχετικά μεγάλα ακροατήρια. Σε κόμματα. Αλλά και σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης. Των οποίων οι κύριοι αναλυτές είναι συνήθως απόφοιτοι της κομμουνιστικής αριστεράς. Οσοι βέβαια δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και σε βάρος του δημόσιου τομέα (προμήθειες, εργολαβίες, η με «αγώνες» υπέρ των φτωχών κλπ) να κατορθώσουν να γίνουν πολυεκατομμυριούχοι.

Σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο οι αριστεροί και οι σοσιαλδημοκράτες ψάχνονται. Κι’ αναζητούν διεξόδους στα αραχνιασμένα τους ιδεολογικά θέσφατα με ενέσεις φιλελευθεροποίησης. Ακόμα και με ιδέες ξεκάθαρου νεοφιλελευθερισμού. Διατηρώντας πάντα τα στοιχεία κοινωνικής ευαισθησίας που τους χαρακτηρίζουν. Το εγκυρότερο πολιτικό περιοδικό στον κόσμο, το κεντρώας απόκλισης Βρετανικό Prospect, εμφανίσθηκε προ καιρού με κεντρικό θέμα την προτροπή προς το Εργατικό Κόμμα: «Φιλελευθεροποιηθείτε η Πεθάνετε». Με απροκάλυπτο αξίωμα πως “για να επιβιώσει το Νέο Εργατικό Κόμμα θα πρέπει να γίνει νεοφιλελεύθερο”!!

Για τους έλληνες πρωταθλητές της υποτιθέμενης υπεράσπισης των λαικών δικαιωμάτων τέτοιες απόψεις προκαλούν ανατριχίλα. Αυτές οι θέσεις όμως ακουμπούν στην πραγματικότητα. Σε μιά κοινωνία εκτεταμένης φοροδιαφυγής, ονείρων γρήγορου - και κατά το δυνατόν άκοπου – πλουτισμού, με πολίτες που αγωνιούν απλά για την ανασφάλεια που προκαλείται από τις εξελίξεις για το αύριο και την αδυναμία εξασφάλισης προσόδων από το δημόσιο , οι τοποθετήσεις των ελλήνων αριστερών ακούγονται σαν χριστιανικό ευχολόγιο στην καρδιά της Κόλασης.

Διάβασα προ ετών ειρωνικά σχόλια για την πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου να μαζέψει τότε διεθνείς προσωπικότητες στην Χαλκιδική – ανάμεσά τους Νομπελίστες και διάσημους δημοσιογράφους, καθηγητές και πολιτικούς - να συζητήσουν τα πιό πιεστικά θέματα της διεθνούς οικονομικής κυρίως σκηνής. Προφανώς για τους πανέξυπνους σχολιαστές θα ήταν περισσότερο αποδοτικό να συγκαλέσει κάποια κομματική σύναξη με σοσιαλιστές συνθηματολόγους της δεκαετίας του ‘70. Και είχε διατυπωθεί και έκπληξη για την δική μου παρουσία εκεί. Εντυπωσιάσθηκαν οι σχολιαστές από την προσέλευση κάποιων διάσημων ξένων. Το γεγονός πως κάποιοι απ΄ αυτούς ήσαν συνάδελφοί μου σε ιδρύματα του εξωτερικού δεν τους προβλημάτισε. Με τον Misha Glenny, για παράδειγμα, μπορούμε να ήμαστε ταυτόχρονα εταίροι και ερευνητές στο Woodrow Wilson Center στην Oυάσιγκτον η με τον Rony Heifez να βρισκόμαστε στο Χάρβαντ. Το να είμαστε όμως μαζί στο Συμπόσιο της Σύμης στην Χαλκιδική ήταν παράδοξο για κάποιους!!

Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, παρά το ενισχυτικό εμβόλιο των πρόσφατων εκλογών, αντιμετωπίζει ζητήματα μακρόχρονης επιβίωσης. Με «ολίγη νεοφιλελευθερισμού», μπορεί και να σταθεί στα πόδια του. Διαφορετικά, μόνο με τρύκ της «θεωρίας των παιγνίων», που διδάσκει ο κ. Βαρουφάκης ελπίζει στο μέλλον. Τίποτε απολύτως καινούργιο δεν προκύπτει από τους όποιους αριστερούς προβληματισμούς. Αλλά κι εκεί, στα θεωρητικά τεχνάσματα του game theory, φαίνεται να διαστρεβλώνονται θεμελιώδεις κανόνες. Για βολέψεις επικοινωνιακές. Που όμως μπορεί να προκαλέσουν τραγωδίες.

Με τους ευρωπαίους ακολουθούμε τους κανόνες του «φοβιτσιάρη» (chicken-κοτόπουλο). To παίγνιο αυτό προυποθέτει γνωστό τελικό αποτέλεσμα (λ.χ. ουδείς σκοπεύει να βγεί – ούτε και να τον βγάλουν - από την ευρωζώνη). Μπλοφάρουν λοιπόν και οι δύο, σκληραίνοντας και κλιμακώνοντας την αντιπαράθεση μέχρις ότου κάποιος υποχωρήσει – διότι θεωρείται πως κάποιος σίγουρα θα υποχωρήσει – πρώτος. Τρέχουν λχ με το αυτοκίνητο για τον γκρεμό. Χάνει όποιος φοβηθεί περισσότερο και πηδήξει έξω πρώτος. Όμως στη θεωρία υπάρχει βασική προυπόθεση να έχουν και οι δύο ανάλογο ειδικό βάρος. Να διακινδυνεύουν δηλ ισοδύναμου μεγέθους απώλειες. Διαφορετικά, αυτός με την Πόρσε θα φθάσει στον γκρεμό σε 40΄΄ και θα περιμένει χαμογελώντας τον άλλο, που θάχει λχ. VW. Προκαλώντας τον να πηδήξει (!), για να αποδείξει την μαγκιά του. Πρόβλημα, δηλαδή. Όπως συμβαίνουν βέβαια κι ατυχήματα. Μερικές φορές μερικοί καλούν να τον αντίπαλο να υλοποιήσει την απειλή του.
Καταστροφή, δηλαδή...

Εξ ίσου εξωπραγματικός ηχεί ο ισχυρισμός του νέου μας Υπουργού Οικονομικών στο τελευταίο του βιβλίο (Η Γένεση της Μετα-Μνημονιακής Ελλάδας. Εκδ Gutenberg, 2015) , όταν διαβλέπει καταχθόνια σχέδια των Τραπεζιτών στην πρόκληση της κρίσης και στην διάσωσή τους σε βάρος των απλών πολιτών. Όμως δεν σχολιάζει καθόλου το γεγονός πως μοναχά στην Ελλάδα την κρίση προκάλεσε η χρεοκοπία του δημοσίου – κι όχι των Τραπεζών, όπως παντού αλλού. Οι δε Τράπεζες κατρακύλισαν σ’ αυτήν λόγω αγοράς ομολόγων του δημοσίου και χρηματοδότησης δημοσίων επιχειρήσεων. Όχι εθελοντικά βέβαια. Αλλά επειδή τους το «ζήτησε» – το επέβαλε, το κράτος. Ποιος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος – ακόμα περισσότερο, Τραπεζίτης – θα αγόραζε την εποχή αυτή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου; Kι όμως, σχεδόν όλοι τους καταγγέλλουν σαν υπεύθυνους των αδιεξόδων. Ακόμα και επαγγελματίες οικονομολόγοι, όπως ο Γ. Βαρουφάκης!! Αντιλήψεις φορτισμένες ιδεολογικά, που έχουν πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα και τον ρεαλισμό.

Σε ένα τέτοιο κλίμα δεν είναι περίεργο πως οι ιδέες της Αριστεράς εξακολουθούν να ασκούν γοητεία σε ένα μεγάλο, πιθανότατα πλειοψηφικό, μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Γι αυτό και η πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να συναντά ανυπέρβλητες δυσκολίες…
Συνέχεια

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Με πρόγραμμα Ολαντρέου ο Τσίπρας


Η χθεσινή ομιλία του κ. Τσίπρα ήταν σαν η Ελλάδα να βρίσκεται πίσω στο 2009.Ο κ. Τσίπρας απευθυνόταν σε μια χώρα που ακόμα δεν έχει καταλάβει γιατί οι προηγούμενες τρεις μνημονιακές κυβερνήσεις απέτυχαν. Ξεκινάμε πάλι από την αρχή.

Αν κάτι είναι ξεκάθαρο αυτό είναι ότι ως έθνος αποφεύγουμε τα καινούργια λάθη, προτιμούμε την σιγουριά της επανάληψης. Η χθεσινή ομιλία του κ. Τσίπρα ήταν μια επανάληψη των ομιλιών του κ. Γιώργου Παπανδρέου από το 2009. Είναι τόσο πανομοιότυπες, που ο κ. Παπανδρέου θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχουμε να κάνουμε μια περίπτωση ακραίας λογοκλοπής.

Νέο φορολογικό σύστημα (ΓΑΠ ‘09), νέα αστυνομία (ΓΑΠ ‘09), ανοιχτά σύνορα και μαζικές “ελληνοποιήσεις” (ΓΑΠ ‘09), θα τα πάρουμε από τους λίγους (ΓΑΠ ‘09), θα τα δώσουμε στους πολλούς (ΓΑΠ ‘09), θα έχουμε μεταρρυθμίσεις που θα αρέσουν στις συντεχνίες (ΓΑΠ ‘09), θα κτυπήσουμε τους διαπλεκόμενους (ΓΑΠ ‘09), θα παράσχουμε ανθρωπιστική βοήθεια (ΓΑΠ ‘09), θα μειώσουμε προνόμια βουλευτών και θα περικοπεί η αστυνομική φύλαξη για πολιτικούς (ΓΑΠ ‘09). Αυτές είναι μόνο μερικές από τις αντιγραφές.

Ίσως πολλοί θα σκεφτούν ότι τουλάχιστον μερικές από τις παραπάνω εξαγγελίες ακούγονται καλές. Εδώ να σημειώσουμε ότι κάθε κυβέρνηση κάνει πάντοτε κάποιες εξαγγελίες με τις οποίες ελάχιστοι θα μπορούσαν να διαφωνήσουν, τα ερωτήματα/θέματα που μένουν είναι τα εξής:

- Δεν μιλούσε σε μια χώρα που έχει χρεοκοπήσει, δεν είπε τίποτε που να αλλάζει το υπάρχον σύστημα που παράγει ελλείμματα, χρέη και ανεργία. Μια λίστα παροχών και άλλων δημοφιλών επιθυμιών δεν είναι σχέδιο ανασυγκρότησης μιας χρεοκοπημένης οικονομίας.

- Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας στην ομιλία του κ. Τσίπρα εμφανίστηκε μόνο ως πηγή φορολογικών εσόδων.

- Η αιτία της κρίσης είπε ο κ. Τσίπρας είναι ότι το κράτος δεν φορολογεί αρκετά. Όποιος το πιστεύει αυτό είναι άξιος της τύχης του.

- Το ασφαλιστικό σύστημα έχει ήδη χρεοκοπήσει, οι νέες παροχές απλώς θα επισπεύσουν την κατάρρευση.

- Ήταν πολύ καλές οι εξαγγελίες για τα θαλασσοδάνεια των εκδοτών της διαπλοκής, αλλά σύντομα θα δούμε αν αυτές ήταν πραγματικές, ή απλά εκφοβισμός για να υπάρχει φιλοκυβερνητική κάλυψη της κυβέρνησης στα ΜΜΕ. Ήδη η Τσιπροφιλία έχει σπάσει κάθε ρεκόρ στα ΜΜΕ.

- Όλοι ξέρουμε πως άρχισαν οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Ολάντ στην Γαλλία. Επίσης όλοι φαίνεται να έχουμε ξεχάσει πως κατέληξαν. Όλες οι μορφές της σοσιαλδημοκρατίας έχουν χρεοκοπήσει, εντός και εκτός, και στον πάτο τραβούν όλη την Ευρώπη.

- Αν κάτι είναι ξεκάθαρο από την υπάρχουσα κυβέρνηση είναι η χονδροειδής της άγνοια κινδύνου, πολιτικών συσχετισμών και βασικών οικονομικών. Το ότι θα αποτύχει είναι σίγουρο, το πότε παίζεται.

Καλώς ήρθατε στην εποχή του Αλέξη Τσιπανδρέου.
Συνέχεια

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους: debate Άδωνη Γεωργιάδη και Σωτήρη Μητραλέξη

Το καυτό ζήτημα του διαχωρισμού Κράτους- Εκκλησίας:

Άδωνις Γεωργιάδης και Σωτήρης Μητραλέξης σε θρησκευτικό debate

Κείμενο/Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου
 
Κι ενώ η εκκλησία καθώς και η εξουσία αρνούνται πεισματικά να πάρουν θέση στον δημόσιο διάλογο που έχει ανοίξει με αφορμή την πολιτική ορκωμοσία της κυβέρνησης, την ώρα μάλιστα που εκατέρωθεν έχουν παλαιότερα τοποθετηθεί ή και συζητήσει το θέμα, - ο μεν Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έχοντας κάνει το πρώτο βήμα με πρόταση για αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας ήδη από το 2013, ο δε αναπληρωτής υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, έχοντας την ίδια χρονιά προτείνει την ριζοσπαστική πρόταση πληρωμής των κληρικών από το ποίμνιο  - το ερώτημα παραμένει. Έχει έρθει η ώρα για διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας, κι αν ναι, προς ποια κατεύθυνση, σε τι βάσεις, και κατά πόσο αυτό θα αποβεί σωτήριο ή καταστροφικό και για τις δύο πλευρές;Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου
 
Με σκοπό να ακούσουμε τις υπάρχουσες απόψεις και όσο το δυνατόν να τις αποσαφηνίσουμε, θέσαμε τα ερωτήματα αυτά, σε πολιτικούς, εκκλησιαστικούς και επιστημονικούς εκπροσώπους. Αν και δεν μας απάντησαν όλοι, παρακάτω παραθέτουμε τις απόψεις όσων είχαν την τόλμη της γνώμης τους. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την συγκριτική παράθεση των απόψεων και των πεπραγμένων, βαραίνουν τον κάθε αναγνώστη.
Πεπραγμένα
«Σε μια εποχή που σε όλα διενεργούνται μεταρρυθμίσεις, πρέπει και εμείς να αναρωτηθούμε τί χρειάζεται να γίνει, όσον αφορά στις εσωτερικές δομές μας, ώστε να μπορέσουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να απαντήσουμε έμπρακτα σε κάθε πρόκληση που μας απευθύνεται με έμμεσο ή άμεσο τρόπο» φαίνεται να δήλωνε το 2013, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, όπως αναμετέδιδε το πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων, ζητώντας για πρώτη φορά εδώ και αρκετές δεκαετίες, αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη και παράλληλα θέτοντας μια σειρά από σημαντικά και ιδιαίτερα ευαίσθητα ερωτήματα για τον πυρήνα της εκκλησιαστικής διοίκησης.
Την ίδια χρονιά, και συγκεκριμένα 22 με 23 Ιανουαρίου, ο νυν Αναπληρωτής Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, κ. Τάσος Κουράκης, διατύπωνε την άποψη, υπεραμυνόμενος μάλιστα αυτής, της κατάργησης της μισθοδοσίας των ιερέων από το κράτος, σε συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά», που διοργάνωνε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συμπλήρωνε μάλιστα την άποψή του με μια εναλλακτική πρόταση, σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε να επιβληθεί ειδικός φόρος, ο οποίος θα αποδίδεται στην Εκκλησία από όσους πολίτες δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ούτως ώστε να πληρώνονται οι Ιερείς.
«Προτείνουμε να καταργηθεί η μισθοδοσία των ιερέων από το κράτος. Είναι προφανές ότι, όταν ζητούμε τον διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας, δεν νοείται μισθοδοσία ιερέων οποιασδήποτε θρησκείας ή δόγματος από την Πολιτεία. Θα έλεγα ότι εάν αυτό είναι δύσκολο να γίνει, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε μια εναλλακτική πρόταση. Η εναλλακτική πρόταση είναι να επιβληθεί ειδικός φόρος σε όσους πολίτες δηλώνουν κατά την υποβολή της φορολογικής τους δήλωσης ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και ο οποίος θα αποδίδεται στην Εκκλησία. Σε αυτή την περίπτωση οι πολίτες θα πρέπει να είναι απολύτως ενημερωμένοι ότι η δήλωσή τους ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι συνεπάγεται την επιβολή αυτού του φόρου. Πρέπει να σας πω ότι αυτή η λύση δεν είναι καινοφανής, δεν την ανακάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πάρα πολλές αστικές δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μισθοδοτούν τους κληρικούς. Πιο συγκεκριμένα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία) δεν τους μισθοδοτούν διόλου, έχουν όμως επιβάλει τον λεγόμενο "εκκλησιαστικό φόρο" , που τον καταβάλλουν οι δεδηλωμένοι πιστοί και τον αποδίδει το κράτος στις αντίστοιχες Εκκλησίες. Πρέπει να σας πω, ότι η Αγγλία περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο να συντηρεί με κρατική δαπάνη τους ναούς που έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά μνημεία. Στη δε Γαλλία, όχι μόνον δεν μισθοδοτούνται οι κληρικοί, αλλά και η πάσης φύσεως επιχορήγηση προς τις Εκκλησίες απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα»* ήταν οι τότε δηλώσεις του σημερινού Αναπληρωτή Υπουργού.
 
[*σημείωση του ΙΝΣΠΟΛ: όπως καταδεικνύεται από την έρευνά μας, αυτές οι δηλώσεις απέχουν πάρα πολύ από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ειδικά για την Γερμανία, δίπλα στον «εκκλησιαστικό φόρο» το κράτος δίνει και μισό δισεκατομμύριο Ευρώ τον χρόνο στην καθολική και ευαγγελική εκκλησία από τα γενικά φορολογικά έσοδα, διαψεύδοντας και τον ισχυρισμό για «χρηματοδότηση από τους πιστούς» και τον ισχυρισμό για «μη μισθοδοσία των κληρικών», αφού τί αλλάζει όταν αυτά τα 480 εκ. Ευρώ ανακατευθύνονται, εν όλω ή εν μέρει, στην μισθοδοσία... Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει ούτε μία από τις προτάσεις της ως άνω δήλωσης Κουράκη που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.]
Ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας συνιστά μία μεταφορική περιγραφή της απόστασης της σχέσης μεταξύ της οργανωμένης θρησκείας και του εθνικού κράτους.Αν και η ιδέα του διαχωρισμού έχει υιοθετηθεί σε αρκετά κράτη, οι βαθμίδες του διαχωρισμού διαφέρουν κατά περίπτωση κι εξαρτώνται από την ισχύουσα νομική δομή και την κρατούσα άποψη όσον αφορά στη σωστή σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Η βαθμίδα διαχωρισμού ανά τον κόσμο άλλωστε ποικίλλει τόσο, ώστε να συναντούνται από παραδείγματα απόλυτου διαχωρισμού, επιβεβλημένα από το Σύνταγμα, όπως λόγου χάρη στη Σιγκαπούρη, μέχρι την επιβολή μίας επίσημης θρησκείας με απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης, όπως στις Μαλδίβες.
 
Δυστυχώς το θέμα της σχέσης Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα δεν αποδεικνύεται πρόσφατο. Κάθε φορά δε που έρχεται στο προσκήνιο, οι διάφορες φωνές που ακούγονται τείνουν να χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «λαϊκισμός, ψηφοθηρία, πελατειακές σχέσεις, σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων, θρησκοληψία, θρησκευτικά αχρωμάτιστο κράτος,καταπάτηση των κανόνων Χριστιανικής Ηθικής, κατάργηση του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» και πολλά άλλα.Η πρώτη προσπάθεια καθορισμού των σχέσεων χρονολογείται με την ίδρυση του πρώτου Ελληνικού κράτους. Η εκκλησία είναι κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του βασιλέως. Ο εναγκαλισμός όμως, φαίνεται πως είναι αρκετά ασφυχτικός αφού πολύ σύντομα το αίτημα αποσαφήνισης των σχέσεων και απεγκλωβισμού της εκκλησίας από το κράτος έρχεται από την εκκλησία εν έτει 1850. Έκτοτε οι φωνές κάνουν λόγο για το πολιτικό πελατειακό σύστημα που ανδρώνεται το 19ο αιώνα το οποίο δράττεται της ευκαιρίας και ελέγχει την ψήφο των λαϊκών μέσα από τον λόγο των κληρικών. Οι «κακές γλώσσες» δεν παύουν να αναφέρουν παραδείγματα Μητροπολιτών που εκλέγονται ή παύονται αναλόγως των κομματικών πεποιθήσεών τους.Κραυγαλέο παράδειγμα μη διακριτών ορίων στις μεταξύ τους σχέσεις αποτελεί ο αφορισμός του Ελ . Βενιζέλου. Με τον εθνικό διχασμό, το Δεκέμβριο του 1916, η εκκλησία αναθεματίζει τον Ελ.Βενιζέλο. Στην Αθήνα, παρουσία της Ιεράς Συνόδου και χιλιάδων πιστών, γίνεται οργανωμένη τελετή στο χώρο του Πολυγώνου - σκάφθηκε ένας λάκκος και πάνω σε ομοίωμα του Βενιζέλου τοποθετήθηκε κρανίο ταύρου στο οποίο οι παρευρισκόμενοι πετούσαν πέτρες - στην οποία εκφωνείται  το ανάθεμα «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω». «Ανάθεμα εις τον προδότην» είναι ο πηχιαίος τίτλος της εφημερίδας Σκριπ της εποχής που περιγράφει το γεγονός.Έτκοτε και μέχρι και σήμερα, το ζητημα έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, με τις συζητήσεις να γίνονται εντονότερες, και τις προτάσεις όπως η διεξαγωγή δημοψηφίσματος σε ενδεχομενη ζήτηση διαχωρισμού, να βρίσκουν όλο και περισσότερους οπαδούς. Μάλιστα οι ζυμώσεις και οι κοινωνικές διεργασίες επί του θέματος είναι τέτοιες, που μέχρι και συλλογικότητες έχουν δημιουργηθεί. Μια εξ’ αυτών είναι το ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους), ένα, στην ουσία, think tank συμπολιτών, το οποίο αναμένεται να παρουσιάσει ολοκληρωμένες προτάσεις για το διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας μέσα στο επόμενο διάστημα.Συνυπολογιζοντας τα προηγούμενα εύλογα γεννάται το ερώτημα αν ο διαχωρισμός Εκκλησίας Κράτους, είναι εντέλει επιτακτική ανάγκη, και εκατέρωθεν προετοιμάζεται η χειραφέτηση της εκκλησίας καθώς και τί ακριβώς σημαίνει ή προϋοθέτει ο εν λόγω διαχωρισμός. Σε αυτές και άλλες απορίες  τοποθετήθηκαν ο βουλευτής Β' Αθηνών, Άδωνις Γεωργιάδης, καθώς και ο δρ. Σωτήρης Μητραλέξης, διευθύνων εταίρος στο Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ) και διδάκτωρ φιλοσοφίας της Freie Universitat Berlin, ο οποίος πρόσφατα, μαζί με τους κυρίους Άγγελο Χρυσόγελου, Χρήστο Χατζημιχαήλ και Γιώργο Κοκκόλη, εξέδωσαν μελέτη του Ινστιτούτου με τίτλο«Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους».
Ερωτήσεις & Απαντήσεις
- Εκπρόσωποι της εκκλησίας, έκαναν λόγο για προκλητική προβολή της αθεΐας μέσω της πολιτικής ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, την ίδια ώρα που η Ιερά Σύνοδος με ανακοίνωση της ενημέρωνε τους πιστούς πως κατά την επίσκεψή του κ. Τσίπρα ο Αρχιεπίσκοπος  διαβεβαιώθηκε «πως οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους με τη νέα κυβέρνηση θα είναι ουσιαστικότερες και πιο αναβαθμισμένες από ποτέ». Ποια είναι η δική σας γνώμη για το ζήτημα; Μπορεί να μεταφραστεί η πολιτική ορκωμοσία  ως το πρώτο βήμα ενός μελλοντικού διαχωρισμού Κράτους - Εκκλησίας, όπως ακούστηκε και σήμανε πράγματι μια προκλητική προβολή της αθεΐας;
Σ.Μ.: Η εκκλησία εκπροσωπείται από την Ιερά Σύνοδο (τις συνοδικές αποφάσεις της ιεραρχίας) και, ενίοτε, από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ή την Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπήρξε καμία απολύτως ανακοίνωση για την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, πόσω δε μάλλον καταγγελία της.
Επιφυλάσσομαι να απαντήσω στην δεύτερη ερώτησή σας, αφού όπως θα φανεί ακολούθως υπάρχει μεγάλη σύγχυση ως προς το τι σημαίνει «χωρισμός εκκλησίας-κράτους». Μιλάμε συνεχώς γι’ αυτό σαν να είναι αυτονόητο, ενώ μπορεί να σημαίνει τα πιο διαφορετικά πράγματα.
Α.Γ: Όχι, δεν νομίζω ότι ήταν ένα πρώτο βήμα για τον διαχωρισμό. Ήταν μια προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού σύμφωνη με τα προσωπικά του πιστεύω, αλλωστε η κυβέρνηση δεν έδωσε μόνο πολιτικό όρκο όπως είδαμε. Ήταν μια κίνηση στα πλαίσια της ανεξιθρησκίας, κατοχυρωμένη από το Σύνταγμά μας και φυσικά προσωπική επιλογή. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε προκλητική προβολή της αθεΐας, εγώ προσωπικά πιστεύω ότι θα ήταν περίεργο από τον κ. Τσίπρα να ορκιστεί με θρησκευτικό όρκο καθώς ο ίδιος έχει δηλώσει άθεος πολλές φορές, Θα ήταν δείγμα υποκρισίας. Αντιθέτως με ενόχλησε πάρα πολύ η παρουσία του στο Άγιον Όρος ή η παρουσία του στην τελετή των Φώτων, κατά την προεκλογική περίοδο, ήταν υποκριτική αφού πήγε μόνο για να μαζέψει ψήφους.
- Κατά πόσον η απομάκρυνση από παραδοσιακές αξίες, αλλά και το τυπικό του Ορθόδοξου δόγματος, συμβάλλει στο να χαθούν τα πολιτιστικά μας χαρακτηριστικά;
Σ.Μ.: Η πολύ προσωπική μου γνώμη είναι ότι τα «πολιτιστικά μας χαρακτηριστικά» είναι άρρηκτα δεμένα με την μετοχή σε σώμα εκκλησίας, με την ζωή της ενοριακής κοινότητας. Αλλιώς, κάθε «πολιτιστικό χαρακτηριστικό» μένει ένα απλό φολκλόρ—κι εμείς, φύλακες μουσείου. Ή καταλήγουμε σε ιδεοληψίες για το τί είναι Ελλάδα, άσχετες με αυτόν τον τόπο.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η παραπάνω διαπίστωση γίνει «πολιτικό πρόγραμμα», οπότε και η πολιτική εμπλέκεται στα εκκλησιαστικά για επιδιώξεις εξω-εκκλησιαστικές, ακόμα και όταν υφίστανται οι καλύτερες των προθέσεων. Η εκκλησία δεν μπορεί να νοηθεί ως «βιταμίνη παραδοσιακότητας/εθνικής ταυτότητας», και όταν κατανοείται περίπου έτσι από πολιτικές δυνάμεις, τότε προκύπτουν σοβαρά προβλήματα.
Οπότε, ενώ κατά την γνώμη μου η εκκλησιαστική μετοχή είναι εκ των ων ουκ άνευ για κάθε συζήτηση «πολιτιστικών χαρακτηριστικών», αυτή δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πολιτικής, πολιτειακών θεσμών ή του κράτους. Γιατί τότε πεθαίνει. Επαφίεται, εκ των πραγμάτων, στην προσωπική συνείδηση του καθενός.
Α.Γ.: Δεν νομίζω πως μπορούμε να απομακρυνθούμε. Το 90%, ίσως και περισσότερο, του ελληνικού λαού είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, οι εκκλησίες μας είναι γεμάτες. Αν επισκεφτείτε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης, οι εκκλησίες είναι άδειες, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι γεμάτες. Κάθε Έλληνας, δύο τρεις φορές το χρόνο, θα βρεθεί στην εκκλησία. Νομίζω λοιπόν ότι είμαστε πολλοί δεμένοι με την Εκκλησία για να αμφισβητηθεί αυτός ο δεσμός.
- Ένας διαχωρισμός Κράτους - Εκκλησίας εντέλει χρειάζεται; Κι αν ναι, πάνω σε ποιες βάσεις θα μπορούσε να επιτευχθεί, τί θα μπορούσε να αλλάξει;
Σ.Μ.:Τι ακριβώς σημαίνει χωρισμός εκκλησίας-κράτους; Η συντριπτική πλειονότητα των ζητημάτων που θίγονται για την επίκληση της αναγκαιότητας χωρισμού εκκλησίας-κράτους δεν έχουν, συνήθως, καμιά σχέση με το ενδεχόμενο ενός θεσμικού χωρισμού. Χωρισμός σημαίνει διαστολή αρμοδιοτήτων και εξουσιών, κάτι που ούτως ή άλλως, εν πολλοίς συμβαίνει. Να αναφέρω ένα παράδειγμα: συχνά αναφέρεται ο χωρισμός ως θεραπεία του συμπτώματος της πολιτικής επιρροής της εκκλησίας εν συνόλω ή συγκεκριμένων ιεραρχών. Όμως, ένας χωρισμός οποιουδήποτε τύπου δεν θα επηρέαζε το συγκεκριμένο φαινόμενο ούτε στο ελάχιστο: πάλι θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε πολίτης, με ιερωσύνη ή χωρίς, να πολιτικολογεί, και πάλι θα μπορούσαν οι ποιμένες να επηρεάσουν πολιτικά το ποίμνιό τους… Το αν αυτή η επιρροή είναι εκκλησιαστική ή ανορθόδοξη είναι διαφορετική συζήτηση: το σημαντικό εδώ είναι να φανεί πως τέτοια ζητήματα δεν έχουν καμία σχέση με το θέμα χωρισμού εκκλησίας-κράτους και δεν θα άλλαζαν με αυτόν, αφού αποτελούν ζητήματα σχέσεων εκκλησίας-κοινωνίας, τα οποία δεν ρυθμίζονται με νομοσχέδια και τροπολογίες.
Το ίδιο ισχύει και για άλλα ζητήματα, όπως οι εικόνες στον δημόσιο χώρο (η ανάρτηση των οποίων, για την ακρίβεια του Εσταυρωμένου, δικαιώθηκε στην Ιταλία από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - Lautsi κατά Ιταλίας). Ακόμα και το οικονομικό, ακόμα και η μισθοδοσία, διαστέλλεται κανονικά ως θέμα από τις γενικές σχέσεις εκκλησίας-πολιτείας, αφού αφορά συγκεκριμένα κάθε φορά περιουσιακά ζητήματα άσχετα με το «αξιακό» ζήτημα του ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις. Οπότε σε κάθε συζήτηση για χωρισμό εκκλησίας-κράτους πρέπει να αποσαφηνίζεται το τι εννοεί -ακριβώς- ο καθένας με αυτό, ειδάλλως διατρέχουμε τον κίνδυνο να συζητάμε διαφορετικά θέματα και να καταλήγει η συζήτηση απλώς αρένα για πολέμους αξιών.
Πάντως, η κατάσταση στην Ευρώπη είναι ριζικά, ριζικά διαφορετική από αυτό που παρουσιάζεται στον ελληνικό δημόσιο λόγο, όπου παρουσιαζόμαστε ως το «Ιράν των Βαλκανίων». Στην πραγματικότητα, εδώ έχουμε περίπου το ευρωπαϊκό business as usual ως προς αυτό το θέμα - κάτι που δεν είναι, βέβαια, αφ’ εαυτού λόγος για να μην αλλάξουν τα πράγματα. Όταν η παραπλανητική εικόνα δεν εκπορεύεται από ανθρώπους που απλώς δεν έχουν την παραμικρή ιδέα, τότε εκπορεύεται από ανθρώπους που γνωρίζουν το κοσμικό κράτος της Γαλλίας (μια ακραία κατάσταση μέσα στην Ευρώπη) και νομίζουν ότι ολόκληρη η ήπειρος λειτουργεί όπως ο τόπος των παρισινών σπουδών τους.
Όταν λέμε «σχέσεις εκκλησίας-κράτους», ξέρουμε ποιο είναι το κράτος. Ποια είναι όμως η εκκλησία; Στην Ελλάδα έχουμε πέντε και ενίοτε διοικητικά άσχετες μεταξύ τους εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες: την Εκκλησία της Ελλάδος, την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, τις πατριαρχικές και μόνο διοικητικά ελλαδικές Νέες Χώρες, το Άγιον Όρος, τις απευθείας υπαγόμενες στον Θρόνο μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.
Μιλάμε για αρχιεπίσκοπο Αθηνών και «πάσης Ελλάδος», μα αυτό είναι απλώς ψευδές: δεν έχει καμία αρμοδιότητα στα Χανιά, στην Ρόδο ή στις Καρυές, ας πούμε. Οπότε, η εκκλησιαστική ενοποίηση της επικράτειας είναι το πρώτο ζητούμενο για να μπορούμε να μιλάμε για «σχέσεις εκκλησίας-κράτους». Αλλά αυτή η ενοποίηση δεν μπορεί να γίνει στην κατεύθυνση μιας ακόμα πιο κρατικής εκκλησίας, στην κατεύθυνση της γιγάντωσης της Εκκλησίας της Ελλάδος ώστε να «καταπιεί» τις λοιπές δικαιοδοσίες, στραγγαλίζοντας το Πατριαρχείο. Κάτι τέτοιο θα ήταν ιστορικό έγκλημα και τελεσίδικη παράδοση της εκκλησίας στο κράτος.
Α.Γ: Δεν πρέπει να υπάρξει διαχωρισμός. Είναι συμφέρον για το Κράτος μας να έχει μαζί του την Εκκλησία. Θεωρώ ότι αν γινόταν ποτέ διαχωρισμός, κερδισμένη θα ήταν η Εκκλησία, η οποία άλλωστε υπήρχε χωρίς το ελληνικό Κράτος και θα μπορεί να υπάρξει και στο μέλλον χωρίς αυτό. Το Κράτος είναι εκείνο που έχει πολλά να κερδίσει αν έχει στενούς δεσμούς με την Εκκλησία. Η Εκκλησία συνέχει το ελληνικό σώμα, την κοινότητα. Εγώ είμαι πολύ αντίθετος στον διαχωρισμό.
-Πρέπει να αναθεωρηθεί ο καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και εάν ναι προς ποια κατεύθυνση;
Σ.Μ.:Ο καταστατικός αυτός χάρτης αφορά μόνον την Εκκλησία της Ελλάδος, δηλαδή μία μόνο από τις πέντε δικαιοδοσίες της ελληνικής επικράτειας. Δεν νοείται να ρυθμίζει νόμος του κράτους (συμφωνημένος, βέβαια, με την εκκλησία), πχ, το ποια τυπικά προσόντα οφείλει να έχει ο επίσκοπος, μεταμορφώνοντάς τον σε κρατικό υπάλληλο. Το μείζον πρόβλημα, όμως, είναι ο ίδιος ο κατακερματισμός της εκκλησίας στην Ελλάδα.
Κατά τη γνώμη μου, το προσφορότερο μοντέλο εκκλησιαστικής ενοποίησης της ελληνικής επικρατείας σε κατεύθυνση διαφορετική από αυτήν της κρατικά προσδιορισμένης και ελεγχόμενης εκκλησίας, το προσφορότερο μοντέλο απελευθέρωσης της εκκλησίας από το κράτος, μοιάζει να είναι η ανακήρυξη μιας ενιαίας ημι-αυτόνομης εκκλησίας για την ελληνική επικράτεια με δική της σύνοδο και προκαθήμενο, αλλά και αρραγή την σχέση με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως—μιαν εκκλησία στο μοντέλο της Εκκλησίας της Κρήτης, χωρίς τον κρατικό προσδιορισμό δια της νομοθεσίας που ακόμα και αυτή συνεπάγεται.
Ο συνδυασμός της (α) ενιαίας εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας για τον ελλαδικό χώρο, (β) της ιδίας συνόδου ιεραρχών, (γ) του ενός και ιδίου προκαθημένου πραγματικά πάσης Ελλάδος, (δ) της ζωτικής σχέσεως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, (ε) της αποτίναξης ενός μορφώματος κρατικής εκκλησίας αναγνωρισμένης και από τους ιεράρχες της ως δυσμόρφου και των συμπαρομαρτούντων στοιχείων της θα σήμαινε, ίσως, την πλήρωση των αναγκαίων προϋποθέσεων για μιαν απελευθέρωση της εκκλησίας από το κράτος στην Ελλάδα σήμερα. Όσον αφορά στις ικανές προϋποθέσεις, διότι δεν επαρκούν οι αναγκαίες, αυτές ενδεχομένως θα ήσαν θέμα χρόνου κατόπιν ενός τέτοιου δημιουργικού σοκ εκκλησιαστικής εξυγιάνσεως, μετά από δύο εκατονταετηρίδες κρατικού και κρατικιστικού εν Ελλάδι εκκλησιαστικού βίου.
Α.Γ. : Για ποιο λόγο; Δεν γνωρίζω αν από την πλευρά της Εκκλησίας θεωρούν πως χρειάζεται, εγώ είμαι πολιτικός δεν μπορώ να ξέρω αν χρειάζεται ή αν πρέπει η Εκκλησία να κάνει αλλαγές στο δικό της Καταστατικό Χάρτη.
-Οι πολιτικοί γάμοι ξεπέρασαν πέρυσι τους θρησκευτικούς, με τη δυναμική του φαινομένου στα χρόνια της κρίσης να είναι προφανής. Αυτό είναι ένα ζήτημα αξιών ή οικονομικής επιβάρυνσης;
Σ.Μ.:Νομίζω πως είναι αμιγώς ζήτημα οικονομικό. Μολαταύτα, το ίδιο το γεγονός ότι λαμβάνουν χώρα εκκλησιαστικοί γάμοι άσχετοι με την μετοχή σε ενορία δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα, με πρώτο την εμπορευματοποίηση. Όταν κάποιος δεν ζητεί εκκλησιαστικό γάμο στην ενοριακή κοινότητα-οικογένεια όπου συμμετέχει κάθε εβδομάδα, αλλά εμφανίζεται, εντελώς άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σε έναν ναό «υποκατάστημα» για να ζητήσει μια «θρησκευτική υπηρεσία», είναι επόμενο το ότι αυτή παρέχεται με τους όρους της «παροχής υπηρεσιών». Αποκομμένος ο γάμος από την ενοριακή ζωή, κάνει το μυστήριο «τριτογενή τομέα παραγωγής»...

Α.Γ:
Νομίζω πως έχει να κάνει με οικονομικούς λόγους. Ο πολιτικός γάμος δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα, ο θρησκευτικός έχει κάποιες δεσμεύσεις που δημιουργούν έξοδα, οπότε νομίζω πως είναι καθαρά γέννημα της οικονομικής κρίσης και δεν είναι συνέπεια ιδεολογική. Ξέρω πάρα πολλούς φίλους, που έκαναν πολιτικό γάμο κι όταν τους το επέτρεψαν τα οικονομικά τους, προχώρησαν σε θρησκευτικό.
- Ο λόγος που εγείρονται αντιδράσεις από τους κόλπους της εκκλησίας κάθε φορά που γίνεται λόγος για διαχωρισμό ή χειραφέτηση της εκκλησίας ποιος είναι; Υπάρχει φόβος μήπως πληγούν οι σχέσεις με το Πατριαρχείο;
Σ. Μ.: Θεωρώ πως ο μόνος λόγος που εγείρονται αντιδράσεις είναι πως κάθε κουβέντα για «χωρισμό» δεν κατανοείται από εκκλησιαστικούς παράγοντες ως διαστολή ρόλων, αρμοδιοτήτων, εξουσιών, αλλά σαν μια επιθετική κίνηση με στόχο την περιθωριοποίηση και την απίσχνανση της εκκλησίας, περίπου σαν έναυσμα για… σύγχρονους διωγμούς. Με σαφώς παράνομες δημεύσεις περιουσιών εκκλησιαστικών ΝΠΔΔ κ.λπ. Και ορθά κατανοείται έτσι, αφού ακριβώς έτσι την εννοούν όσοι συνήθως έχουν εύκολη την αναφορά του θέματος - δηλαδή, έχουμε δύο λάθη στην σειρά, το δεύτερο ως πρέπουσα μα και λανθασμένη απάντηση στο πρώτο… Όπου και τα δύο είναι άσχετα με το θέμα μας. Την διαστολή αρμοδιοτήτων και εξουσιών, την αποκρατικοποίηση της εκκλησίας στον βαθμό που αυτή τυγχάνει κρατική.

Α.Γ: 
Πιστεύω ότι υπάρχουν ιδεολογικές εμμονές στην Ελλάδα, ανθρώπων των οποίων ο προοδευτισμός επιβάλλει αυτού του είδους τον διαχωρισμό αλλά και την μίμηση πρακτικών άλλων ευρωπαϊκών κρατών, που όμως έχουν τελείως διαφορετική παράδοση από την δική μας, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Η Ορθόδοξη παράδοση, η Ορθοδοξία, είναι διαφορετικό πράγμα από τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό, βλέπει με διαφορετικό τρόπο τη σχέση της εκκλησίας και του κράτους. Παρόλα αυτά δεν νομίζω ότι θα υπάρξει πρόβλημα στις σχέσεις.
 
ΙΝΣΠΟΛ-01
 
Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής - ΙΝΣΠΟΛ δεν συσχετίζεται οργανωτικά με άλλα ιστολόγια φέροντα παρόμοια ονομασία.

Συνέχεια

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Η Αντίσταση μόλις ξεκίνησε


του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι μία πραγματικότητα. Η Αριστερά κατάφερε επιτέλους για αυτήν να εξαργυρώσει το επί σαράντα χρόνια αφήγημά της, το ότι δηλαδή οι ηττημένοι του εμφυλίου έχουν αδικηθεί στην Ελλάδα και πλέον πρέπει να αναλάβουν την εξουσία από την «επάρατο δεξιά» και τη «συμβιβασμένη κεντροαριστερά». Το ότι ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ τραγουδά χωρίς κανένα δισταγμό τον ύμνο του ΕΑΜ είναι ενδεικτικό

Για να το επιτύχει αυτό, όπως κάθε ακραίο μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία
χρειάστηκε να πατήσει επάνω σε μία σοβαρή οικονομική κρίση. Χρησιμοποίησε τον αγανακτισμένο κόσμο μετατρέποντας τον ψηφοφόρο σε καταναλωτή ελπίδας. Το γεγονός όμως ότι από την άλλη υπήρξαν ψηφοφόροι που χρησιμοποίησαν την ψήφο τους τιμωριτικά για να κυβερνήσει κάποιος νέος με τόσο ξεπερσασμένες ιδέες ή και για να συμπαρασύρουν μαζί τους αυτούς που δεν τους είχε ακουμπήσει τόσο ισχυρά η κρίση υποδηλώνει τις εγγενείς αδυναμίες πρωτίστως του Συντηρητικού χώρου.

Ο Συντηρητικός χώρος αυτή τη στιγμή καλώς ή κακώς εκφράζεται από τη Νέα Δημοκρατία. Η τελευταία είχε ανάγκη ανανέωσης το 2009, είχε ανάγκη ανάδειξης της πατριωτικής της πτέρυγας, εκείνης που είχε μπουχτίσει να απολογείται ότι είναι Συντηρητική, ότι είναι Δεξιά. Την μετουσίωση αυτού του απο τα κάτω αιτήματος ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο Αντώνης Σαμαράς. Επέτυχε δηλαδή να εκλεγεί ως Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με έναν κινηματικό τρόπο συμβολίζοντας με θετικό πρόσημο μία νέα Νέα Δημοκρατία, Συντηρητική στα κοινωνικά ζητήματα και φιλελεύθερη στα οικονομικά.
Για να μην είμαστε άδικοι, ο κ. Σαμαράς επέτυχε σε αρκετές περιπτώσεις έστω και με τη μορφή συμβολισμών να εκφράσει την ταυτότητα του μέσου Συντηρητικού. Απομάκρυνε περιπτώσεις τύπου Βουλγαράκη από το κόμμα και προέβη σε μεταγραφές όπως αυτή του Άδωνη Γεωργιάδη ή και του Μάκη Βορίδη. Σε επίπεδο ουσίας αναχαίτισε σχετικά το ραγδαίο μεταναστετυτικό ρεύμα που είχε καταλάβει τις ελληνικές πόλεις και αυστηροποίησε το νόμο διά μέσω του οποίου κάποιος αλλοδαπός θα μπορούσε να λάβει την ελληνική υπηκοότητα ιδίως εάν κάποιος το συγκρίνει με το προηγούμενο αντισυνταγματικό έκτρωμα Ραγκούση.

Από την άλλη, είναι πολλές οι φορές που υπήρξε αποτυχία κυρίως λόγω της δομής του κόμματος και της εσωκομματικής αντιπολίτευσης να εκφραστούν τα θέλω των ψηφοφόρων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η αποδοχή της εθελούσιας παραίτησης του Φαήλου Κρανιδιώτη από το Ευρωψηφοδέλτιο ελέω κριτικής ΠΑΣΟΚ για δήθεν ακροδεξιούς που ανήκουν στη συνομοταξία Μπαλτάκου, η αποτυχία στο να εδραιωθεί το αυτονόητο, ήτοι, το γεγονός ότι δεν μπορούν οι ποινικοί κρατούμενοι να ταρακουνούν ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό της χώρας εάν αποφασίσουν να κάνουν απεργία πείνας ενώ από την άλλη καίγονταν τα κέντρα των πόλεων από κουκουλοφόρους. Τέλος, η συνεχιση της ύπαρξης πολιτικών δεινοσαύρων στα ψηφοδέλτια καταδεικνύει με παραστατικότητα το γιατί οι νέοι ηλικιακά ψηφοφόροι δεν θεωρούν ελκυστική την ψήφο προς τη Νέα Δημοκρατία.

Κακά τα ψέματα, το «αντιμνημόνιο» ήταν ορθή πολιτική κριτική μόνον κατά την περίοδο Γιώργου Παπανδρέου. Το «μέτωπο της λογικής» είχε στυλώσει τα πόδια τότε. Τώρα η έννοια του «αντιμνημονίου» είναι τουλάχιστον γελοία. Από την άλλη, η κυβέρνηση που θα έπρεπε να εκφράζεται από την οικονομική σχολή της προσφοράς έμεινε σε λιθαργο αφού η επιλογή της διάσωσης του δημοσίου τομέα έναντι του ιδιωτικού επικράτησε ηλιθιωδώς. Πού είναι οι απολύσεις στο δημόσιο - κατάργηση άχρηστων οργανισμων του δημοσιου - εν συνδυασμώ με τη μείωση της φορολογίας στις ιδιωτικές επιχειρήσεις; Πού είναι οι αποκρατικοποιήσεις, φερ ειπείν των σιδηροδρόμων; Πού είναι το σχέδιο για δημιουργία πλατφορμών επαναυγροποίησης του φυσικού αερίου με μεικτή χρηματοδότηση; Πού είναι η αποκέντρωση και η ιδιωτική πρωτοβουλία στην επαρχία; Πού είναι οι διαδικασίες απλοποίησης για να δημιουργήσει ένα φυσικό πρόσωπο σε ένα μήνα την επιχείρησή του; Η απάντηση είναι μία: Η κυβέρνηση υποχώρησε απέναντι στο ΠΑΣΟΚ.

Φανταστείτε τη Θάτσερ να υποδέχεται τα «συλλογικά αιτήματα» των πάσης φύσεως αριστερών γκρουπόσκουλων που λυμαίνονταν την Μ. Βρετανία πριν την ανάδυσή της. Όλο το μεταπολεμικό κονσένσους συμπεριελαμβανομένου του Συντηρητικού κόμματος την προέτρεπαν να το πράξει. Δεν το έκανε, «διότι η Κυρία δεν έκανε πισωγυρίσματα». Αποτέλεσμα; Η Μ. Βρετανία βγήκε από το ΔΝΤ, ανεπτύχθη ραγδαίως και η Λίρα είναι ένα από τα κορυφαία νομίσματα διαχρονικώς και παγκοσμίως.

Ως εδώ η κριτική στα του Συντηρητικού χώρου, πρωτίστως απαντώντας στους θιασώτες του «μεσαίου χώρου». Ο «εχθρός» όμως πλέον είναι μπροστά μας και δεν βρίσκεται απλώς προ των πυλών. Η αντεθνική, ΕΑΜική, κρατικιστική Αριστερά είναι πλέον μία υπαρκτή πραγματικότητα ενώ οι υπουργοί της «ζουν ανάμεσά μας».

Τρεις πυλώνες μέσω της διαρκούς προπαγάνδας προσπαθούσε να χτυπήσει η Αριστερά εδώ και πενήντα χρόνια. Την Εκκλησία, τις ένοπλες δυνάμεις μαζί με την αστυνομία, και, την ελληνική οικογένεια. Μετά από πενήντα χρόνια παραταύτα, οι τρεις αυτοί πυλώνες του Έθνους παραμένουν όρθιοι έστω και λαβωμένοι. Όμως για πρώτη φορά αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους επιβίωσης. Η εκκλησία επειδή επίκειται η λοιδώρησή της και ο διαχωρισμός της από το κράτος, η αστυνομία επειδή επίκειται αφοπλισμός και επικράτηση του καθεστώτος των εξαρχείων, οι ένοπλες δυνάμεις επειδή θα υποστούν μείωση στα ταμεία τους αφού για την κυβέρνηση της Αριστεράς οι Τούρκοι δεν αποτελούν υπαρκτή απειλή ενώ το ζήτημα των Σκοπίων και της Μεγάλης Αλβανίας είναι «φαντασιακό πρόβλημα των εγχώριων ακροδεξιών».

Η ελληνική οικογένεια όμως, είναι αυτή που θα πληγεί όπως φαίνεται περισσότερο από τις «ιδεολογικές σφαίρες» των νεοκομμουνιστών. Και αυτό διότι η Ελλάδα όπως και η περισσότερες χώρες της Δύσης αντιμετωπίζει τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της, γεγονός που συμβάλλει αρνητικά τόσο στην αποδυνάμωση της ένοπλης αντίστασης έναντι οιουδήποτε επίδοξου εισβολέα όσο και στην χρεωοκοπία των ασφαλιστικών της ταμείων αφού πλέον η αναλογία εισερχομένων σε θέσεις εργασίας και εξερχομένων για να λάβουν σύνταξη είναι ένα προς τρία με μετριοπαθείς υπολογισμούς. Εάν συνυπολογιστεί δε το γεγονός ότι πάρα πολλοί νέοι μεταναστεύουν προς χώρες του εξωτερικού αναζητώντας θέσεις εργασίας εν αναλογία των προσόντων τους τότε αντιλαμβάνεται κανείς ευκρινώς το μέγεθος του οριζόμενου προβλήματος.

Η Αριστερά του κ. Τσίπρα δεν το έχει κρύψει. Είναι μέσα στα ιδεολογικά της προτάγματα αλλά έχει πιθανόν και την πολιτική βούληση, να νομιμοποιήσει οικονομικούς πρόσφυγες μη συνυπολογίζοντας ούτε τον αριθμό θέσεων εργασίας της χώρας υποδοχής ούτε την πολιτισμική συνάφεια των ομάδων αυτών ως προς τον γηγενή πληθυσμό. Με λίγα λόγια είναι παραπάνω από ενεδεχόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ να επιδιώξει την αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης της χώρας ακολουθώντας το «επιτυχημένο» υπόδειγμα άλλων Σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης. Άλλωστε η νομιμοποίηση μεταναστών και η παροχή δικαιώματος ψήφου σε αυτούς αποκωδικοποιείται αυτόματα ως ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι λογικό αλλά και παγκοσμίως καταγεγραμμένο ότι οι μετανάστες πρώτης γενιάς ψηφίζουν Αριστερά διότι όσοι ασπάζονται τον Συντηρητικό χώρο αντιδρούν σε τέτοιου είδους μεθοδεύσεις που απειλούν την εθνική κυρίαρχη κουλτούρα.

Είτε έχει έρθει για πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε όχι, υπάρχουν άνθρωποι που χρόνια τώρα βρισκόμαστε στην Αντίσταση. Στην Αντίσταση έναντι μίας απεθνοποιημένης κοινωνίας με κρατικιστικό πρόσημο. Είμαστε οι άνθρωποι που τολμάμε να πούμε μία κουβέντα παραπάνω ασχέτως εάν οι όμορφοι διανοούμενοι της δήθεν εστέτ αριστοκρατίας ποιούν μονίμως τη νήσσαν, είτε διότι τους ενδιαφέρει μόνον η περιουσία τους, είτε επειδή προβαίνουν μόνον σε ασκήσεις «ιδεολογικού αυνανισμού» κρίνοντας αφ υψηλού το τί είναι και το τί δεν είναι συνεπές. Κάποιες φορές μας λένε κομματόσκυλα και κάποιες άλλες ακροδεξιούς.

Υπάρχει μία καθοριστική διαφορά όμως σε σχέση με όλους αυτούς. Εμείς θα μπούμε στην μάχη και ενεργητικά θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε την κοινωνία που μας παραδόθηκε καλύτερη. Είμαστε πιστοί στη διαχρονική συμβολή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Και θα ξαναδώσουμε τον όρκο που έδωσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι Έφηβοι, φωνάζοντας την τελευαταία πρόταση : «καί ἰερά τά πάτρια τιμήσω».


Συνέχεια

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Εκλογές 2015: Ανάλυση, διακυβεύματα, προοπτικές

Η ανάλυση του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ—conservatives.gr) για το εκλογικό αποτέλεσμα:
16_15_c_ChrysogelosEkloges-page-001
ΕΚΛΟΓΕΣ 2015
ΑΝΑΛΥΣΗ, ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑΤΑ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
δρ Άγγελος Χρυσόγελος 
Η ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ

Η εκλογική αναμέτρηση της 25ης Ιανουαρίου 2015 ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη δύναμη της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Ο ΣΥΡΙΖΑ καταλαμβάνει μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο κομματικό σύστημα, κυριαρχώντας στον χώρο της Αριστεράς και αναδεικνυόμενος σε κύριο φορέα του «αντιμνημονιακού» κλίματος στην ελληνική κοινωνία, το οποίο εκφράστηκε με τρόπο εντυπωσιακό στα εκλογικά αποτελέσματα. Ενώ οι βασικοί του αντίπαλοι, όπως θα δούμε, μαστίζονται από αγωνιώδη διλήμματα και αμφίπλευρες πιέσεις σε ένα κομματικό σύστημα όπου η παραδοσιακή διάσταση Αριστερά-Δεξιά τέμνεται κάθετα από το φλέγον ζήτημα των σχέσεων με την Ευρώπη, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται τοποθετημένος στο σταυροδρόμι δυο αμοιβαία ενισχυόμενων (και παραδοσιακά ισχυρών στην ελληνική κοινωνία) ρευμάτων: της Αριστεράς και της «αντιμνημονιακής» στάσης. Απερίσπαστος από υπαρξιακές ανησυχίες, το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δεν θα κριθεί από τίποτα άλλο παρά την ικανότητά του να εφαρμόσει την φιλόδοξη ατζέντα του—πράγμα καθόλου εύκολο ή σίγουρο. Αν τα καταφέρει, ο δρόμος ανοίγεται για να καταστεί ο ΣΥΡΙΖΑ η νέα ηγεμονική πολιτική δύναμη στην χώρα.
Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να συμμαχήσει με τους Ανεξάρτητους Έλληνες σηματοδοτεί με απτό τρόπο τον ολοσχερή πια επαναπροσανατολισμό του κομματικού ανταγωνισμού γύρω από το ζήτημα των σχέσεων με την Ευρώπη. Ο δημόσιος λόγος ακόμα (μετά από 5 χρόνια κρίσης!) δεν έχει κατασταλάξει στο πώς αυτή η νέα διάσταση ανταγωνισμού θα πρέπει να ονομάζεται (μνημόνιο/αντιμνημόνιο, φιλευρωπαίοι εναντίον λαϊκιστών κ.ο.κ.), και ίσως αυτή είναι μια ένδειξη ότι, πέραν του άμεσου ζητήματος των σχέσεων με την Ευρώπη και την διαχείριση της λιτότητας, αυτή αφορά τελικά βαθύτερα, μακρόχρονα ζητήματα της σχέσης των Ελλήνων με το κράτους τους και τις εγχώριες ελίτ. Αν και μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα ονόματα που κάθε πλευρά έχει επιλέξει για τον εαυτό της («αντιμνημονιακοί» εναντίον «φιλευρωπαίων»), σε μια πιο ιστορική προοπτική η παρούσα συγκυρία μπορεί να ιδωθεί σαν το σημείο όπου η πάντα υφέρπουσα διάσταση μεταξύ «λαϊκότητας» και «αστικότητας» του Νέου Ελληνισμού αποκρυσταλλώνεται πια σαν ένα αυθύπαρκτο ρήγμα, ανεξάρτητο από άλλες ιδεολογικές αντιπαλότητες. Αυτό το ρήγμα, όπως θα δούμε, απειλεί την ίδια την υπόσταση της Κεντροαριστεράς ως πολιτικού χώρου ενώ έχει τραυματίσει σχεδόν θανάσιμα την συνοχή της Δεξιάς παράταξης.
Οι εξελίξεις του προσεχούς διαστήματος και η μακροημέρευση (ή μη) του σχήματος ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα καθορίσει αν αυτό το ρήγμα θα καταστεί το βασικό σημείο αναφοράς του κομματικού ανταγωνισμού, ή αν το σχήμα Αριστερά-Δεξιά αποκατασταθεί σαν η βασική (ή τουλάχιστον η πιο σημαντική) διάσταση του κομματικού ανταγωνισμού. Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι η Αριστερά αναγνωρίζει ότι η εκλογική της επιτυχία οφείλεται κυρίως στην ικανότητά της να παρουσιαστεί σαν η πιο αξιόπιστη δύναμη εκπλήρωσης μιας «αντιμνημονιακής» πολιτικής και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με την Ευρώπη. Υπό αυτήν την έννοια, η επιλογή των ΑΝΕΛ ως κυβερνητικών εταίρων είναι πολύ πιο προφανής και φυσική απ’ ότι διάφοροι εξανιστάμενοι στα ΜΜΕ την παρουσιάζουν. Οι τεκτονικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία και οικονομία των τελευταίων ετών βρίσκουν πια την πιο αυθεντική έκφρασή τους στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Η επιτυχία των σημερινών νικητών οφείλεται στην ικανότητά τους να μετουσιώσουν την οικονομική κρίση σε πολιτικό διακύβευμα. Τώρα πια το μέλλον της χώρας είναι συνυφασμένο—for better or worseμε την πολιτική τους τύχη.

Η ΔΕΞΙΑ[1]
Οι εκλογές της Κυριακής επιβεβαίωσαν την κοινωνική και ιδεολογική διχοτόμηση, καθώς και κομματική τριχοτόμηση, της ελληνικής Δεξιάς στα χρόνια της κρίσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Δεξιά είναι η μοναδική παράταξη που έχει υποστεί τέτοιου τύπου διχασμό. Η μεν Αριστερά είναι προφανώς «αντιμνημονιακή» στο σύνολό της, η δε πάλαι ποτέ ηγεμονεύουσα Κεντροαριστερά μπορεί να έχει υποστεί εκλογική αφαίμαξη και κομματικό κατακερματισμό, οι δυνάμεις που διατηρεί όμως συμφωνούν όλες τουλάχιστον στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και τις μεταρρυθμίσεις που αυτός προϋποθέτει. Αντίθετα η Δεξιά διατρέχεται πλέον από ένα βαθύ και διαρκές ρήγμα μεταξύ μιας «φιλευρωπαϊκής» Νέας Δημοκρατίας και ενός «αντιμνημονιακού» χώρου που διαμοιράζεται μεταξύ της εξτρεμιστικής Χρυσής Αυγής και της λαϊκιστικής, ευρωσκεπτικιστικής Δεξιάς των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Αυτό το ρήγμα αποτυπώνεται στις περισσότερες διαστάσεις της ψήφου (ηλικία, κοινωνικοοικονομική κατηγορία κλπ), τόσο ώστε να γίνεται εμφανές ότι αφορά πλέον μόνιμες και δομικές διαιρετικές τομές που διατρέχουν την Δεξιά και όχι απλά συγκυριακές διαφορές μεταξύ κομμάτων ή προσώπων.
Η όλη Δεξιά (ΝΔ, ΑΝΕΛ, ΧΑ, ΛΑΟΣ) συγκέντρωσε σε αυτές τις εκλογές συνολικά το 40% των ψήφων, που είναι και το ποσοστό που αυτά τα κόμματα είχαν συγκεντρώσει τόσο στις εκλογές του Μαΐου του 2012 όσο και στις τελευταίες Ευρωεκλογές. Είναι δε ενδιαφέρον ότι αυτό ήταν και το ποσοστό που είχαν συγκεντρώσει μαζί ΝΔ και ΛΑΟΣ στις τελευταίες προ κρίσεως εκλογές το 2009! Αντίθετα, στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 η όλη Δεξιά είχε συγκεντρώσει 46% (ποσοστό ανάλογο των μεγάλων νικών της ΝΔ το 1990 ή το 2004) καθώς η ΝΔ είχε απορροφήσει μεγάλο μέρος της δύναμης των φιλελεύθερων κομμάτων (ΔΗΣΥ, ΔΗΞΑ, Δράση) του Μαΐου η οποία όμως έκτοτε έχει διαχυθεί ξανά προς τον κεντρώο χώρο. Σε αντίθεση λοιπόν με την διογκούμενη Αριστερά και την ρευστοποιούμενη Κεντροαριστερά, η Δεξιά διατηρεί στα χρόνια της κρίσης μια σταθερή επιρροή στην ελληνική κοινωνία (ανάλογη «μέτριων» επιδόσεων της ΝΔ όπως π.χ. το 1985 ή το 1996). Η άλλη πλευρά του νομίσματος όμως λέει ότι αυτή η σταθερότητα συνοδεύεται από την ύπαρξη ενός βαθέως ρήγματος κατά μήκος του άξονα μνημόνιο/Ευρώπη, σε αντίθεση με την εσωτερική ομοιογένεια σε αυτό το ζήτημα των άλλων δυο παρατάξεων.
Αν και φαίνεται να επικρατεί η διαπίστωση ότι η προεκλογική στρατηγική και γενικά η ιδεολογική μετατόπιση της ΝΔ προς τα δεξιά συνετέλεσαν στην ήττα της, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι σε αυτές τι εκλογές η ΝΔ έχασε λιγότερο από 2% σε σχέση με το ποσοστό του Ιουνίου του 2012, παρά την μικρή δημοφιλία της κυβέρνησης της οποίας ηγείτο. Η ΝΔ εξέρχεται αυτών των εκλογών ως ένας  εκ των δυο «πυλώνων» του κομματικού συστήματος, ένα κόμμα που κατέχει πρωτεύουσα θέση τόσο μέσα στην Δεξιά όσο και μέσα σε μια δυνητική φιλευρωπαϊκή «αστική παράταξη» που θα περιελάμβανε την κεντροδεξιά και την κατακερματισμένη Κεντροαριστερά. Η ανάδειξη ενός αντιμνημονιακού αριστερού κόμματος ως αξιωματική αντιπολίτευση το 2012, αλλά και η ανάδυση της αντιμνημονιακής Δεξιάς, δημιούργησαν τόσο την ανάγκη όσο και την ευκαιρία στην ΝΔ να συσπειρώσει ένα μη ευκαταφρόνητο ακροατήριο μέσω ενός πολιτικού λόγου που ήταν ταυτόχρονα φιλευρωπαϊκός και ριζοσπαστικά δεξιός, τόσο οικονομικά όσο, κυρίως, αξιακά. Αυτή η σύζευξη φιλευρωπαϊσμού και ριζοσπαστικού δεξιού προφίλ επέτρεψε στην ΝΔ να διαφυλάξει σε μεγάλο βαθμό τα κέρδη του Ιουνίου του 2012.
Το αποτέλεσμα της Χρυσής Αυγής συνιστά μια επιτυχία του κόμματος του Νίκου Μιχαλολιάκου, καθώς διατηρήθηκε στο επίπεδο των 400 χιλιάδων ψήφων που είχε συγκεντρώσει στις διπλές εκλογές του 2012. Δεδομένων των συνθηκών (φυλάκιση των περισσότερων προβεβλημένων στελεχών, πλήρης σχεδόν αποκλεισμός της από τα ΜΜΕ, αμφίπλευρη εκλογική πίεση τόσο από την ΝΔ όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ), μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι αυτές οι ψήφοι συνιστούν πια έναν σκληρότατο πυρήνα ταύτισης με αυτό το κόμμα που πολύ δύσκολα θα διαρραγεί στο μέλλον. Άλλωστε, μετά τον ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ, η ΧΑ ήταν το τρίτο κόμμα σε ποσοστό συσπείρωσης, ακόμα και της διευρυμένης δύναμής της των Ευρωεκλογών του 2014. Το γεγονός ότι ούτε η δαιμονοποίηση πριν τις Ευρωεκλογές ούτε η πλήρης περιθωριοποίηση από τα ΜΜΕ μετά από αυτές επέδρασαν αποφασιστικά στην ισχύ της Χρυσής Αυγής θα πρέπει να προβληματίσει.
Το ερώτημα για το μέλλον αφορά την αντιπολιτευτική τακτική της ΝΔ απέναντι σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η συμμετοχή των ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση εξουδετερώνει (προσωρινά τουλάχιστον) την ικανότητα της ΝΔ να χρησιμοποιήσει αντιαριστερή ρητορεία ως αντιπολιτευτικό εργαλείο και μέσο συσπείρωσης. Αναδεικνύει επίσης δυνητικά το κόμμα του Πάνου Καμμένου σε ελκυστική εναλλακτική επιλογή δεξιών ψηφοφόρων που θα θέλουν να επιδοκιμάσουν τις όποιες μελλοντικές επιτυχίες μιας «αντιμνημονιακής» κυβέρνησης χωρίς να ψηφίσουν Αριστερά (βεβαίως η άλλη πλευρά του νομίσματος για τους ΑΝΕΛ είναι ότι συνήθως τις αποτυχίες μιας κυβέρνησης συνασπισμού τις πληρώνει ο μικρότερος εταίρος, όπως η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ απέδειξε).
Η παραμονή του Αντώνη Σαμαρά στην ηγεσία του κόμματος θα ήταν μια τακτικά και εκλογικά προφανής λύση αν η ΝΔ είχε απέναντί της μια καθαρά αριστερή κυβέρνηση. Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η παρουσία του πρώην πρωθυπουργού στην ηγεσία του κόμματος θέτει προσκόμματα στην ικανότητα της ΝΔ να ηγηθεί μιας μετριοπαθούς φιλευρωπαϊκής «αντιλαϊκιστικής» αντιπολίτευσης, που θα ήταν το πιο λογικό επακόλουθο του σχηματισμού μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η ΝΔ βρίσκεται προ του διλήμματος: να επιμείνει στο δεξιό προφίλ της με τον κίνδυνο να αρχίσει να υφίσταται απώλειες προς μια ενδεχομένως ανασυγκροτούμενη Κεντροαριστερά. Ή να στραφεί προς την οικοδόμηση αυτής της «αστικής συμμαχίας» ενάντια στην κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου  με τον κίνδυνο όμως να επαναενεργοποιηθούν ροές προς την ΧΑ. Και οι δυο επιλογές δεν απαλύνουν αλλά αντίθετα επιτείνουν τις συνέπειες του ρήγματος μεταξύ λαϊκότητας και αστικότητας μέσα στο σώμα της Δεξιάς. Και όλα αυτά ενώ εκκρεμούν ακόμα η οργανωτική ανασυγκρότηση, η στελεχιακή αναζωογόνηση και η σοβαρή ιδεολογική αναζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος.

Η ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ
Αυτές οι εκλογές επιβεβαίωσαν την πορεία αποσύνθεσης και εξαΰλωσης του χώρου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ (της αποκαλούμενης «Κεντροαριστεράς», αν και πιο ακριβής θα ήταν ο χαρακτηρισμός αυτού του χώρου ως «μεταΠΑΣΟΚικού»). Στις εκλογές του Μαΐου του 2012 τα κόμματα της Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Κοινωνική Συμφωνία) έλαβαν λίγο πάνω από 20%. Τον Ιούνιο του 2012 ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ υποχώρησαν στο 18.5%, ενώ στις τελευταίες Ευρωεκλογές ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ συγκέντρωσαν λίγο κάτω από 16%. Στις προχθεσινές εκλογές Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ, το κόμμα Παπανδρέου και η ΔΗΜΑΡ (η οποία ήδη είχε αρχίσει να αποστασιοποιείται από την Κεντροαριστερά και να αιωρείται προς τον ΣΥΡΙΖΑ) έλαβαν όλοι μαζί μόλις 13,7%! Μέσα σε δυόμισι χρόνια επομένως η Κεντροαριστερά έχασε το ένα τρίτο της ήδη συρρικνωμένης επιρροής της (το ΠΑΣΟΚ ειδικότερα στο ίδιο διάστημα έχασε σχεδόν 70% της ήδη αποστεωμένης ισχύος που είχε το 2012). Ο βαθμός αυτής της πτώσης γίνεται ακόμα πιο κατανοητός αν ληφθεί υπόψη ότι σε αυτόν τον χώρο απορροφήθηκαν ή συνενώθηκαν και φιλελεύθερα κόμματα που στις εκλογές του Μαΐου του 2012 είχαν λάβει σχεδόν 4%, καθώς και στοιχεία των Οικολόγων Πρασίνων που σε εκείνες τις εκλογές είχαν λάβει σχεδόν 3%.
Αν και προφανώς οι έριδες, οι διασπάσεις και οι προσωπικές στρατηγικές φέρουν μέρος της ευθύνης για αυτήν την θεαματική ήττα της Κεντροαριστεράς, τα βαθύτερα αίτια έχουν να κάνουν με την εντυπωσιακά μειονεκτική θέση στην οποία έχουν βρεθεί τα κόμματα αυτού του χώρου μέσα σε ένα πλαίσιο κομματικού ανταγωνισμού που ορίζεται από την αντιπαλότητα του ΣΥΡΙΖΑ με την ΝΔ. Η Κεντροαριστερά πριν από την κρίση οριζόταν από δυο βασικά χαρακτηριστικά: το αντιδεξιό ιδεολογικό πρόσημο (παραδοσιακά από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου) και τον φιλευρωπαϊκό προσανατολισμό (πιο πρόσφατα αλλά εξίσου έντονα από την εποχή του Σημιτικού «εκσυγχρονισμού» και μετά). Αν και εν μέρει αντιφατικά, αυτά τα δυο στοιχεία επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να ενσαρκώνει ταυτόχρονα τα αιτήματα των δυο ισχυρότερων ιδεολογικών ρευμάτων της ελληνικής κοινωνίας και να εξασφαλίζει, κατ’ επέκταση, την εκλογική του κυριαρχία.
Η κρίση αποκόλλησε βίαια αυτά τα δυο στοιχεία και η αντιπαλότητα ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ σήμαινε ότι η νέα πόλωση του πολιτικού συστήματος κυριολεκτικά έκοβε την Κεντροαριστερά στην μέση, αφού τα δυο στοιχεία που εκείνη συνένωνε τώρα όριζαν τον κομματικό ανταγωνισμό εκατέρωθέν της: «αντιδεξιά» (τώρα εκφραζόμενη από την Αριστερά)  εναντίον φιλευρωπαϊσμού. Η πλειοψηφία των εναπομεινάντων ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς μετά το 2012 μάλλον χαρακτηριζόταν ακόμα από αντιδεξιά ένστικτα, ο «φιλευρωπαϊσμός» ψηφοφόρων και ελίτ της παράταξης όμως τους ανάγκασε να προσδεθούν στην ΝΔ και (παρά τις προσπάθειες του Ποταμιού και του ΚΙΔΗΣΟ τον τελευταίο χρόνο να πείσουν για την αυτοτέλεια της παράταξης) να συνδέσουν τις τύχες τους με αυτές της συγκυβέρνησης. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η, εν μέσω παλινωδιών και θλιβερών αντιπαλοτήτων, εκλογική ήττα της 25ης Ιανουαρίου.
Οι συνθήκες που δημιουργούνται από τον σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δυνητικά προσφέρουν ευκαιρίες για την ανάταση της Κεντροαριστεράς, αν και αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τις δικές της ενέργειες. Το ιδεατό σενάριο για αυτήν θα ήταν η περιχαράκωση της ΝΔ σε μια σκληρά δεξιά αντιπολιτευτική τακτική ενάντια στην κυβέρνηση των Τσίπρα-Καμμένου. Σε αυτήν την περίπτωση κάποιο (ή κάποια) από τα κόμματα της Κεντροαριστεράς (ίσως το Ποτάμι;) θα μπορούσε να αναδειχθεί ως εναλλακτική επιλογή για όσους μετριοπαθείς ψηφοφόρους θα επιθυμούσαν μια αστική φιλευρωπαϊκή, αλλά όχι υπερβολικά δεξιά, αντιπολίτευση. Το στοίχημα για την Κεντροαριστερά θα ήταν η δημιουργία ενός προοδευτικού φιλευρωπαϊκού πόλου που, σε συνεργασία με μια φιλευρωπαϊκή Δεξιά, θα αντιτασσόταν στους «αντιμνημονιακούς λαϊκιστές» Αριστεράς και Δεξιάς. Σε αυτήν την περίπτωση όμως η Κεντροαριστερά θα έπρεπε να απεμπολήσει ουσιαστικά το συστατικό της στοιχείο της αντιδεξιάς ροπής. Θα έπαυε δηλαδή να είναι Κεντροαριστερά και θα γινόταν κατ’ ουσίαν «Κεντροδεξιά», ένα παρακολούθημα της δεξιάς ΝΔ με προφίλ ανάλογο αυτού φιλελεύθερων κόμματων της Δυτικής Ευρώπης. Αυτή η εξέλιξη θα εξασφάλιζε στον χώρο μια αυτόνομη ύπαρξη, ενώ θα ήταν και σύμφωνη με τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των σημερινών ψηφοφόρων των κομμάτων της Κεντροαριστεράς. Θα την καθιστούσε πιθανώς και προνομιακό δέκτη των διαρροών που θα υφίστατο ο ΣΥΡΙΖΑ λόγω της δυσαρέσκειας που πάντα ένα κυβερνητικό κόμμα συσσωρεύει. Θα επανέφερε όμως με τρόπο έντονο το βασικό δίλημμα ψηφοφόρων φιλευρωπαίων μεν, κατά βάση αντιδεξιών δε, κάτι που από μόνο του μπορεί να υπονομεύσει την βασική προϋπόθεση για την ευόδωση αυτού του σεναρίου, δηλ. την ενότητα της παράταξης σε έναν κομματικό σχηματισμό.
Οι άλλες εναλλακτικές δεν είναι περισσότερο ελκυστικές για την εναπομείνασα Κεντροαριστερά. Από την μια, αν η ίδια η ΝΔ θελήσει να κινηθεί σε πιο κεντρώα κατεύθυνση και να καταστεί ο βασικός πυλώνας μιας φιλευρωπαϊκής μετριοπαθούς αντιπολίτευσης, τα πολιτικογεωγραφικά όρια γίνονται πλέον ασφυκτικά για τα κόμματα της Κεντροαριστεράς. Από την άλλη, αν ο ΣΥΡΙΖΑ άρχιζε να κινείται σε πιο φιλευρωπαϊκή κατεύθυνση και συμβιβαζόταν με την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και το modus vivendi της Ευρωζώνης, τότε θα είχαμε μια επαναστοίχιση του φιλευρωπαϊσμού με την Αριστερά, κάτι που θα αποκαθιστούσε την συνέπεια μεταξώ των δυο συστατικών στοιχείων της Κεντροαριστεράς. Σε αυτήν την περίπτωση όμως ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν ήδη ο κυρίαρχος φορέας αυτού του μείγματος, και η Κεντροαριστερά θα καταδικαζόταν στον ρόλο του μικρού εταίρου. Θα παρέμενε Κεντροαριστερά με την πλήρη σημασία της λέξης, αλλά απελπιστικά μικρή και καχεκτική (ουσιαστικά μια αντιστροφή της παλαιάς σχέσης ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού στα χρόνια του «εκσυγχρονισμού»). Σε κάθε περίπτωση, η Κεντροαριστερά δεν μπορεί πλέον παρά να ετεροκαθορίζεται και να καταρτίζει στρατηγική ως απάντηση και αντίδραση στις κινήσεις των δυο «μεγάλων», παρά ως αντανάκλαση της δικής της βούλησης.
Ακόμα και τα παραπάνω, τα καθόλου ευνοϊκά, προϋποθέτουν κάποιο βαθμό σύμπνοιας και μια διαδικασία οργανωτικής και ιδεολογικής ανασυγκρότησης, κάτι που στην παρούσα φάση φαντάζει μια εξαιρετικά μακρινή προοπτική. Αντίθετα, το χειρότερο δυνατό σενάριο για την Κεντροαριστερά μελλοντικά αφορά όχι τόσο στην εκλογική της ρευστοποίηση, όσο στην εσωτερική της διάσπαση και αυτήν ακόμα την εξαφάνιση της ίδιας της αυτόνομης πολιτικής της ταυτότητας. Οι διαφορετικοί προσανατολισμοί του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού ήδη προϊδεάζουν για κάτι τέτοιο: το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον ταυτιστεί στον υπερθετικό βαθμό με την ΝΔ και δεν έχει άλλα περιθώρια παρά να αναζητήσει ρόλο ως συμπλήρωμα της δεξιάς αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όποια στρατηγική και αν επιλέξει η πρώτη. Το Ποτάμι θα αισθανόταν καταφανέστατα πιο άνετα δίπλα σε έναν πιο φιλευρωπαϊκό ΣΥΡΙΖΑ παρά στην ΝΔ (ακόμα και στην πιο μετριοπαθή εκδοχή της). Ακόμα και το σενάριο της «αστικής αντιπολίτευσης» σε πλήρη συνεργασία με την ΝΔ είναι κάτι που το Ποτάμι, με το έντονο προοδευτικό πρόσημο, δύσκολα θα δεχόταν. Το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον απεμπολήσει τα όποια αντιδεξιά διαπιστευτήριά του για να μπορεί ρεαλιστικά να βρεθεί κάποτε δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ξεχωριστοί δρόμοι που τα δυο αυτά κόμματα ενδέχεται να πάρουν μπορεί να σηματοδοτήσουν και το οριστικό τέλος της αυτόνομης ύπαρξης του πολιτικού χώρου μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς που κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική ζωή για σχεδόν έναν αιώνα.
ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΓΚΛΕΤΣΟΣ

Δευτερεύον αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των εκλογών υπήρξε η εκλογική επίδοση της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη και της Τελείας του Απόστολου Γκλέτσου. Το κάθε ένα πήρε σχεδόν 1,8%, δηλαδή μαζί θα υπερέβαιναν το όριο εισόδου στην Βουλή και θα ξεπερνούσαν το ΚΙΔΗΣΟ του Γιώργου Παπανδρέου! Και τα δυο αυτά κόμματα ξεπέρασαν (για την ακρίβεια συνέτριψαν) τα υπολείμματα αρκετά πιο γνωστών πολιτικών: την ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη, τον ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, αλλά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που είχε πολλαπλάσια έκθεση στα ΜΜΕ. Η γεωγραφική διασπορά της ψήφου για τα δυο κόμματα είναι αρκετά ομοιογενής και επομένως δεν οφείλεται σε κάποια γεωγραφική ιδιαιτερότητα ή ανωμαλία, με κάποιες εξαιρέσεις (π.χ. το 4% που λογικά πήρε η Τελεία στην Φθιώτιδα). Ιδιαίτερη αναφορά όμως πρέπει να γίνει στις επιδόσεις της ΕΚ στην Βόρεια Ελλάδα: οι 12 καλύτερες ποσοστιαίες επιδόσεις του κόμματος Λεβέντη σε εκλογικές περιφέρειες ήταν όλες στην Μακεδονία, ενώ εντύπωση κάνουν το 5% στην Α’ Θεσσαλονίκης (πάνω από το 4% των Βενιζέλου-Καϊλή!) και το 4% στην Β’ Θεσσαλονίκης.
Υπάρχει κάποιο πολιτικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από αυτές τις επιδόσεις; Προφανώς αποτελέσματα τέτοιου μεγέθους δεν μπορούν να είναι συνέπεια μόνο «χαβαλεδιάρικης» ψήφου. Σε συνδυασμό με την για άλλη μια φορά υψηλή αποχή (36%, σχεδόν όσο πήρε το πρώτο κόμμα), καταδεικνύουν ότι ακόμα και ο πολωμένος ιδεολογικά ανταγωνισμός ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ υπό συνθήκες κρίσιμες για την χώρα πολύ λίγο συγκίνησε το εκλογικό σώμα. Αντίθετα, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού που ελάχιστα συγκινείται από την κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά και από τα καθεστωτικά ΜΜΕ που την αναπαράγουν. Λεβέντης και Γκλέτσος συνδύασαν έναν λαϊκιστικό καταγγελτικό λόγο που όμως προσελήφθη ως απολίτικος—κάτι που στην σημερινή συγκυρία είναι τελικά πλεονέκτημα. Ο δε παλιομοδίτης Λεβέντης απήλαυσε και τρομερή υποστήριξη στο διαδίκτυο, ιδιαίτερα από νέους ανθρώπους γοητευμένους από έναν γραφικό outsider. Κατά περίεργο τρόπο μάλιστα, ένας πολιτικός που εξέπεμψε λόγο που στην ουσία του ήταν εξαιρετικά τεχνοκρατικός, εκσυγχρονιστικός και στην λογική του κυρίαρχου αφηγήματος εξουσίας περί ανάγκης μεταρρυθμίσεων κλπ. εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το στάτους του παρία—αποδεικνύοντας ότι μεταρρυθμίσεις και λαϊκισμός μπορούν να συγκεραστούν στην πράξη και προσφέροντας έμμεσα ένα μάθημα και ίσως μια εναλλακτική πολιτική μέθοδο για φιλευρωπαίους πολιτικούς στο μέλλον.
Επιπλέον, τα αποτελέσματα του Λεβέντη στην Μακεδονία (όπου σημειωτέον πέρυσι δυο ανεξάρτητοι κέρδισαν τις περιφέρειες Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας)  είναι και ένα δείγμα του πόσο χαλαρώνει πλέον ολοένα ο έλεγχος που ασκεί ο κεντρικός κομματικός ανταγωνισμός στις πολιτικές συμπεριφορές του εκλογικού σώματος, όχι μόνο κατά την ηλικιακή, αλλά και κατά πολλές άλλες διαστάσεις, περιλαμβανομένης της γεωγραφικής/ περιφερειακής. Πολύ απλά, ο δραματοποιημένος από τα ΜΜΕ των Αθηνών κομματικός ανταγωνισμός αφορά όλο και λιγότερους ανθρώπους μακριά από την πρωτεύουσα που αναζητούν άλλες διόδους πολιτικής (ή και μη-πολιτικής) έκφρασης.
Τελικά, Λεβέντης και Γκλέτσος δεν έπαιξαν κρίσιμο ρόλο σε αυτές τις εκλογές. Η σχετική επιτυχία τους όμως μπορεί να προοιωνίζει τις πολιτικές εκφράσεις και ταυτότητες που ενδεχομένως αναδειχτούν στο μέλλον. Ταυτότητες που, μετά την εξάντληση όλων των ιδεολογικών εναλλακτικών στην άσκηση της εξουσίας, θα περιστρέφονται ενδεχομένως γύρω από απολίτικα, μηντιακά, λαϊκιστικά και καταγγελτικά προτάγματα ή εξωπολιτικές (γεωγραφικές, αθλητικές και άλλες) ταυτίσεις, χωρίς όμως να είναι απαραίτητα κενές συγκεκριμένου εξόχως πολιτικού περιεχομένου. Αυτό μπορεί να είναι ένα κρυφό αλλά διαρκές κληροδότημα αυτών των εκλογών.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΙΝΣΠΟΛ

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος κάποτε είχε υποστηρίξει ότι «δεν υπάρχει αντιμνημονιακή παράταξη γιατί όλοι αυτοί που δηλώνουν αντιμνημονιακοί είναι τελείως διαφορετικοί ιδεολογικά». Ο σχηματισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήρθε να αποδείξει ότι ο κύριος Πάγκαλος είχε (για πολλοστή φορά) άδικο. Η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να στραφεί προς το κόμμα Καμμένου για τον σχηματισμό κυβέρνησης δείχνει ότι σε προτεραιότητα βρίσκονται ακόμα τα ζητήματα που η ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει και ταξινομεί κατά μήκος του άξονα που σχηματικά έχει επικρατήσει να αποκαλείται μνημόνιο/αντιμνημόνιο. Αυτός ο άξονας υπερτερεί ακόμα της κλασικής διαίρεσης Αριστερά-Δεξιά, η οποία έτσι κι αλλιώς νοηματοδοτείται σήμερα κυρίως διά του ζητήματος της σχέσης της Ελλάδας με την Ευρώπη (π.χ. η Κεντροαριστερά αναζητά μια νέα ταυτότητα στην «φιλευρωπαϊκότητα», η Αριστερά είναι αναφανδόν «αντιμνημονιακή» κλπ.). Η απόφαση των Τσίπρα-Καμμένου να συμπράξουν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γενναία ή οπορτουνιστική (ανάλογα με την οπτική του καθενός), αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν είναι πολύ διαφορετική στην λογική της από την απόφαση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ να συμμαχήσουν ήδη από το 2011 (συμπεριλαμβάνοντας τότε και τον ΛΑΟΣ, ένα κόμμα με όχι πολύ διαφορετικό προφίλ από αυτό των ΑΝΕΛ σήμερα).
Κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο οι στρατηγικές ανάγκες ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είχαν επιτρέψει μια στοίχιση του μνημονιακού άξονα με τον άξονα Αριστερά-Δεξιά. Η ΝΔ συνδύασε την δεξιά ρητορική της με το πρόταγμα της Ευρώπης, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ νοηματοδότησε την ελπίδα υπέρβασης της λιτότητας με τις πολιτικές και τις αξίες της Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικοί χώροι που ξέφευγαν από την ευθεία του πολωμένου άξονα Δεξιά-Ευρώπη/Αριστερά-Αντιμνημόνιο—η αντιμνημονιακή Δεξιά και η Κεντροαριστερά—είχαν πρόβλημα δημιουργίας ενός ξεχωριστού στίγματος. Η δημοσκοπική κάμψη του ΠΑΣΟΚ και των ΑΝΕΛ τα τελευταία δυόμισι χρόνια πιστοποιούν αυτό το γεγονός (η ΧΑ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση από διάφορες απόψεις). Το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιανουαρίου μόνο εν μέρει όμως αποτύπωσε την ισχύ του νέου διπολισμού, καθώς ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ παρέμειναν αθροιστικά κάτω του 65% (επί ενός αρκετά μειωμένου εκλογικού σώματος). Αντίθετα, τελικά η αντιμνημονιακή Δεξιά (ΑΝΕΛ και ΧΑ) συγκράτησε δυνάμεις και το κεντροαριστερό Ποτάμι προσέφερε κάποια δυναμική στον δικό του χώρο. Οι εκλογικές επιδόσεις αυτών των «μικρών νικητών» των εκλογών κατέδειξαν το ότι οι σχέσεις με την Ευρώπη, η εθνική κυριαρχία και η λιτότητα παραμένουν ακόμα ανοιχτά θέματα που πρέπει να συζητηθούν και να διασαλευτούν προτού εκκινήσει ξανά μια «κανονική», οριζόντια (Δεξιά-Αριστερά) ιδεολογική διαπάλη στο ελληνικό κομματικό σύστημα.
Οι πολιτικές εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων θα είναι εξαιρετικά πυκνές και πολλά σημερινά δεδομένα μπορεί να ανατραπούν. Κρίσιμες παράμετροι, όπως η στάση της ΝΔ ή του Ποταμιού έναντι της νέας κυβέρνησης, μένει να αποκρυσταλωθούν. Εκ πρώτης όψεως όμως φαίνεται να δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης και της διαπραγμάτευσης ο άξονας Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο να απορροφήσει και να διατυπώσει συνολικά και άλλες ιδεολογικές και κοινωνικές τομές στην Ελλάδα που μέχρι στιγμής δεν είχαν μεταφραστεί κομματικά. Μιλήσαμε εδώ για μια δυνητική διαπάλη μεταξύ μιας «λαϊκής» και μιας «αστικής» παράταξης, μια διαπάλη αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη από άλλες ιδεολογικές (Δεξιά-Αριστερά) αναφορές. Αν και η κατάσταση είναι ακόμη ρευστή, μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μια ταξινόμηση και να προσμετρήσουμε στην «αστική» παράταξη την φιλευρωπαϊκή Κεντροδεξιά (ΝΔ) και Κεντροαριστερά (περιλαμβανομένου του επαμφοτερίζοντος Ποταμιού), με μια εκλογική ισχύ στο 41%, και στην «λαϊκή» παράταξη καταρχάς τα νέα κυβερνητικά κόμματα που και αυτά ανέρχονται μαζί στο 41% (με εφεδρείες τα ακραία και περιχαρακωμένα κόμματα ΚΚΕ και ΧΑ). Οι ισορροπίες επομένως είναι οριακές και οι αντιστάσεις στην νέα κυβέρνηση θα είναι τόσο ισχυρές όσο και η στήριξη που αυτή θα βρει.
Το ΙΝΣΠΟΛ έχει αναλάβει την αποστολή της διατύπωσης μιας ολοκληρωμένης πρότασης συντηρητικής πολιτικής σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο η Δεξιά βλέπει το σώμα της να διαπερνάται και να διχάζεται από τον νέο άξονα ανταγωνισμού μεταξύ του «αντιμνημονίου» και της «ευρωπαϊκότητας». Σε ακόμα πιο δραματικούς τόνους, θα λέγαμε ότι η αναδυόμενη ιστορική σύγκρουση «λαϊκότητας» και «αστικότητας» τραυματίζει θανάσιμα την παράταξη εκείνη, της οποίας η πολιτική υπόσταση και εκλογική επιτυχία στηριζόταν πάντα στην ικανότητα σύνθεσης και υπέρβασης του ιστορικού δυϊσμού του Νέου Ελληνισμού. Το ΙΝΣΠΟΛ παρακολουθεί με ενδιαφέρον την δημιουργία ενός κυβερνητικού σχήματος με λαϊκό πρόσημο (και δεξιά συμμετοχή) γύρω από τα αιτήματα δημοκρατικής και κοινωνικής χειραφέτησης της Ελλάδας μέσα σε μια Ευρώπη που οφείλει να αλλάξει πορεία. Την ίδια στιγμή, το ΙΝΣΠΟΛ παρακολουθεί με ίδιο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην αντιπολιτευόμενη αστική και φιλευρωπαϊκή Δεξιά, δηλ. το κόμμα-σημείο αναφοράς της ΝΔ, το οποίο για άλλη μια φορά καλείται να εκπληρώσει τις υποσχέσεις περί οργανωτικής, στελεχιακής και ιδεολογικής αναζωογόνησης. Στην παρούσα συγκυρία, το ΙΝΣΠΟΛ βλέπει να αναδύεται η ανάγκη να ανταποκριθεί όχι μόνο στην αρχική του αποστολή—δηλαδή την παραγωγή ερευνητικού έργου και την συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο σε μια περίοδο έντονου προβληματισμού για την θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και τον κόσμο—αλλά και να συνεισφέρει ενεργά στην προσπάθεια υπέρβασης των σημερινών βαθέων διαφορών που διατρέχουν το σώμα της Δεξιάς παράταξης._
[1] Μια συντομευμένη και ελαφρώς παραλλαγμένη εκδοχή αυτής της ενότητας δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Τα Πολλά Πρόσωπα της Δεξιάς» στο αφιέρωμα της ιστοσελίδας της Ναυτεμπορικής «Τα Μηνύματα της Κάλπης: Αριστερά, Δεξιά, Μεσαίος Χώρος» στις 27 Ιανουαρίου 2015. 
Συνέχεια