Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Ήταν πράγματι φιλελεύθερος ο Ελευθέριος Βενιζέλος;


Πάντου στον κόσμο, κάποιοι πολιτικοί ηγέτες του παρελθόντος φαίνεται να έχουν περάσει στο επίπεδο του μύθου, γεγονός που δυσκολεύει την αντικειμενική ιστορική αποτίμηση του έργου τους. Στην Ελλάδα το ρόλο αυτό τον έχει αναλάβει η "Αγία Τριάδα των Μεγάλων Ηγετών" που περιλαμβάνει τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Χαρίλαο Τρικούπη και βέβαια τον Ελευθέριο Βενιζέλο . Δυστυχώς, ακόμη και πολλοί ιστορικοί φαίνεται να έχουν απολέσει τον παραδοσιακό σκεπτικισμό απέναντι στην πολιτική εξουσία που μας κληροδότησε ο Διαφωτισμός. Αντί να ερμηνεύουν κριτικά το παρελθόν, φετιχοποιούν την κρατική εξουσία και χάσκουν εκστασιασμένοι μπροστά στη μεσσιανική φιγούρα του πάνσοφου ηγέτη-σωτήρα που έχουν φιλοτεχνήσει , αποδεικνύοντας πως τελικά δεν έχουμε διανύσει και πολλά βήματα από την εποχή του Βασιλιά Ήλιου. Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την είσοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στον δημόσιο βίο του ελληνικού κράτους , η "Καθημερινή" της Κυριακής δημοσιεύει μια ακόμη αγιογραφία του "Εθνάρχη" . Για μια διαφορετική, αναθεωρητική και κριτική ματιά στον Ελευθέριο Βενιζέλο, είναι χρήσιμο αυτό το παλαιότερό άρθρο μου, βελτιωμένο και εμπλουτισμένο με νέα στοιχεία :

"Eβδομήντα χρόνια μετά το θάνατό του, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξακολουθεί να θεωρείται η κορυφαία πολιτική προσωπικότητα της νεώτερης Ελλάδας. Όλες οι πολιτικές παρατάξεις, με την εξαίρεση της δογματικής κομμουνιστικής Αριστεράς, έχουν κατά καιρούς διεκδικήσει την πολιτική κληρονομιά του «Εθνάρχη». Διαβάζοντας με πολύ προσοχή, την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδρυτική πολιτική διακήρυξη της «Φιλελεύθερης Συμμαχίας», διαπιστώνω πως και ο νεοπαγής πολιτικός σχηματισμός, προσπαθεί να προσεταιριστεί τον Ελευθέριο Βενιζέλο σαν ένα πολιτικό που «εφάρμοσε τολμηρό φιλελεύθερο πρόγραμμα μεταρρύθμισης της ελληνικής κοινωνίας ανατρέποντας παγιωμένες καταστάσεις εκατονταετιών και προκαλώντας τις λυσσαλέες αντιδράσεις των συντηρητικών της εποχής.»

Αλλά μπορεί πράγματι ο Ελευθέριος Βενιζέλος να θεωρηθεί φιλελεύθερος; Η αλήθεια είναι πως ο όρος φιλελευθερισμός, έχει ταλαιπωρηθεί στο έπακρο τον τελευταίο αιώνα και έφτασε να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ακόμη και σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές. Εδώ θα χρησιμοποιήσω τον όρο με την έννοια του κλασσικού φιλελευθερισμού, με κύρια χαρακτηριστικά το πρωτείο του ατόμου έναντι του κράτους , τον περιορισμένο ρόλο του κράτους στην οικονομική και κοινωνική ζωή, την αυστηρή διάκριση των εξουσιών και την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Διαβάζοντας τη διακήρυξη της «Φιλελεύθερης Συμμαχίας», μου δίνεται η εντύπωση πως και οι συγγραφείς της, έναν τέτοιο φιλελευθερισμό φιλοδοξούν να εκφράσουν. Στις επόμενες γραμμές, θα παραθέσω μια σειρά από γεγονότα που, νομίζω, δείχνουν πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ανήκει σε αυτή τη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση. Αντιθέτως, θα υποστήριζα πως οι πολιτικές του συνέβαλαν καθοριστικά στη συγκέντρωση ακόμη μεγαλύτερης εξουσίας στο παραδοσιακά συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό Ελληνικό κράτος.

Τα πρώτα χρόνια της πρωθυπουργίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, πριν ακόμη ξεσπάσει η Βαλκανική κρίση, χαρακτηρίστηκαν από πολιτικές αποφάσεις που έδειχναν τις προθέσεις της κυβέρνησης για ένα πιο παρεμβατικό κράτος, ακολουθώντας τις τότε διεθνείς τάσεις. Η ίδρυση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας το 1911, σηματοδοτεί τη θέληση του κράτους να παίξει πια έναν επιτελικό ρόλο στην οικονομία. Η συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, εντάσσεται στο ίδιο πνεύμα ενίσχυσης και «εκσυγχρονισμού» της κρατικής γραφειοκρατίας. Επίσης την ίδια περίοδο έχουμε την υιοθέτηση φιλόδοξης εργατικής νομοθεσίας . Αξίζει όμως να σημειώσουμε πως η εργατική νομοθεσία δεν υιοθετήθηκε ύστερα από πιέσεις των κοινωνικών φορέων αλλά αντίθετα επεβλήθη εκ των άνω. Όπως παραδέχεται κάποια χρόνια μετά, ένας υποστηρικτής της εργατικής νομοθεσίας Βενιζέλου, ο Σπύρος Κορώνης : «Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918 ήτο πρωτοβουλίας κρατικής, χωρίς πραγματικόν στήριγμα εις τας επαγγελματικάς-εργατικάς οργανώσεις, διότι τότε όπως είδομεν, τοιαύται σοβαραί δεν υπήρχαν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων». Ήταν ίσως επόμενο της πατερναλιστικής αυτής λογικής, το ότι η νομοθεσία αυτή συμπληρώθηκε από το 1914 και μετά, με νόμους που έθεταν σε ασφυκτικό κρατικό έλεγχο το συνδικαλιστικό κίνημα.

Ένας νεωτερισμός όμως του Συντάγματος του 1911, που ψηφίστηκε με πρωτοβουλία του Βενιζέλου, έχει την ιδιαίτερη σημασία του. Το Σύνταγμα για πρώτη φορά παρείχε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να κηρύξει τη χώρα σε κατάστασης πολιορκίας, δηλ. να επιβάλει τον στρατιωτικό νόμο για λόγους εξωτερικής ασφάλειας. Με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου μπορούσαν να ανασταλούν βασικές συνταγματικές διατάξεις. Η κατάσταση πολιορκίας επιβλήθηκε πολλές φορές τα επόμενα χρόνια, αρχικά μόνο σε περιόδους που η χώρα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, από το 1922 και μετά όμως και για λόγους εσωτερικούς σκοπιμότητας .Ο «νεωτερισμός» αυτός άνοιξε το δρόμο για μια άνευ προηγουμένου παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και για την αποδυνάμωση του συνταγματικού φιλελευθερισμού, στα πλαίσια του οποίου είχε κινηθεί, παρά τις παλινωδίες, το ελληνικό πολιτικό σύστημα στο μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του Γεωργίου Α΄. Επίσης, ο ρόλος του κοινοβουλίου αποδυναμώθηκε, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, με την πρακτική της κυβέρνησης Βενιζέλου να νομοθετεί με διατάγματα που επικυρώνονταν εκ των υστέρων από τη Βουλή, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την εκτελεστική εξουσία.

Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, όπως συνήθως συμβαίνει μετά από έναν νικηφόρο πόλεμο, ενισχύθηκε η πίστη της κοινής γνώμης και των ελίτ, στην αποτελεσματικότητα της κεντρικής εξουσίας. Έτσι, το 1914 αρχίζει η βαθμιαία κρατικοποίηση των ελληνικών σιδηροδρόμων και ιδρύεται το Υπουργείο Συγκοινωνιών. Την ίδια χρονιά ο πρωθυπουργός συγκρούεται με τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας επειδή η δεύτερη δεν του παρείχε κονδύλια για εξοπλισμούς. Η κυβέρνηση επικρατεί και επιβάλλει νέο διοικητή της αρεσκείας της , γεγονός που αποτελεί σύμφωνα με τον πρώην υπουργό του Βενιζέλου, Νικόλαο Δημητρακόπουλο, «την αρχή της εθνικοποίησης της Εθνικής». Επίσης, ο νέος ισχυροποιημένος ρόλος της κρατικής εξουσίας είχε αρνητικές συνέπειες για τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. Τo 1914 εκτοπίζονται για δυόμισι χρόνια στη Νάξο , τα ηγετικά στελέχη του εργατικού σωματείου της Θεσσαλονίκης «Φεντερασιόν». Οι εκτοπίσεις αυτές αποτελούν τις πρώτες διοικητικές εκτοπίσεις για πολιτικούς λόγους στην ιστορία του ελληνικού κράτους.

Τα χρόνια 1917-1920 αποτελούν τη δεύτερη περίοδο πρωθυπουργίας του Βενιζέλου και χαρακτηρίστηκαν ως η «Γιακωβίνικη φάση» του Βενιζελικού καθεστώτος. Με πρωτοβουλία του Βενιζέλου η χώρα μπαίνει στον Α΄ ’Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, και ακολουθεί η Μικρασιατική Εκστρατεία. Η περίοδος αυτή επιβεβαιώνει πλήρως τη ρήση του Αμερικανού δημοσιογράφου Randolph Bourne πως "ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους". Η φιλοπόλεμη, επεκτατική εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου χρειάζεται εκ των πραγμάτων μια ισχυρή κρατική μηχανή για να πραγματοποιηθεί. Έτσι η κρατική γραφειοκρατία επεκτείνεται με την ίδρυση το 1917 δύο νέων υπουργείων, του Υπουργείο Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων και του Υπουργείου Περιθάλψεως. Οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται σε πρωτόγνωρα επίπεδα (απο 317 εκατομμύρια δραχμές το 1917 στα 1.682,6 το 1920) ενώ επιβάλλονται και μια σειρά από νέοι φόροι. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις η φορολογία την περίοδο 1914-1920 αυξήθηκε γύρω στα 25%. Επιπλέον, εκδίδεται ολοένα και περισσότερο χρήμα για να καλυφθούν οι ανάγκες του πολέμου ενώ γίνονται τα πρώτα αποφασιστικά βήματα για την κατάργηση της ελεύθερης αγοράς συναλλάγματος. Οι περιορισμοί αυτοί στην αγορά συναλλάγματος θα διατηρηθούν μέχρι το τέλος του αιώνα. Μια σειρά μέτρων όπως η φορολογία εκτάκτων κερδών, καθαρών προσόδων και κληρονομιών, η απαγόρευση πράξεων επί προθεσμία στο χρηματιστήριο, η αυστηρότερη νομοθεσία περί Α.Ε., η αρχική επιβολή του ενοικιοστασίου το 1912 και οι διαδοχικές του παρατάσεις μετά το 1917, η υπογραφή των διεθνών συμβάσεων για τις εργασιακές σχέσεις κ.α. οδηγεί ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αστικής τάξης να κρατήσει τις αποστάσεις του από τη βενιζελική παράταξη.

Ο πόλεμος επιφέρει βαρύ πλήγμα και στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Η περίοδος 1917-1920 είναι μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του τόπου που θα έπρεπε να βρίσκεται δίπλα στις δικτατορίες του Μεταξά και των συνταγματαρχών στα βιβλία της ιστορίας. Αλλά η καθεστωτική ιστοριογραφία, συνεπικουρούμενη από την Αριστερά, δεν θα έκανε τίποτε που θα έπληττε το μύθο του μεγάλου Βενιζέλου. Βλέπετε, για όλους αυτούς, οι δικτάτορες ανήκουν μόνο στη Δεξιά και ποτέ στην..."προοδευτική παράταξη". Την περίοδο 1917-1920, ο στρατιωτικός νόμος επιβάλλεται για άλλη μια φορά. Κάθε έννοια του κράτους δικαίου καταλύεται. Η εκτελεστική εξουσία επεμβαίνει στη δικαστική, απολύοντας δικαστικούς λειτουργούς. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Βενιζέλου εκτοπίζονται. Στο Υπουργείο Εσωτερικών ιδρύεται επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας και Λογοκρισίας. Οι εφημερίδες λογοκρίνονται και πολλοί διευθυντές αντιπολιτευόμενων εφημερίδων οδηγούνται στη φυλακή. Μητροπολίτες που είχαν ταχθεί κατά του Βενιζέλου, με πρώτο τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, χάνουν τη θέση τους. Η αστυνομία , και ειδικά τα σώματα που απαρτίζονται από Κρητικούς, είναι περιβόητη για την τρομοκρατία και τη βίαιη συμπεριφορά της έναντι των πολιτών. Το κοινοβούλιο λειτουργεί απλά σαν άλλοθι και σαν μανδύας για το δικτατορικό καθεστώς. Η Βουλή του 1915 (η περίφημη "Βουλή των Λαζάρων") νεκρανασταίνεται αντισυνταγματικά και η θητεία της παρατείνεται μέχρι το 1920 με εκτελεστικά διατάγματα. Τα περισσότερα νομοσχέδια περνούν με τη διαδικασία του επείγοντος, ακόμη και όταν ,στις πιο πολλές περιπτώσεις, κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από το περιεχόμενο τους. Εργατικά συνδικάτα διαλύονται και επιβάλλεται ασφυκτικός κρατικός έλεγχος στην εσωτερική λειτουργία των σωματείων. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τον μιλιταρισμό και εθνικισμό της περιόδου,δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις ατομικές ελευθερίες. Η ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1920 δεν ήταν, λοιπόν, ένδειξη αχαριστίας του ελληνικού λαού έναντι του "Σωτήρα" Βενιζέλου, όπως θέλει να μας πείσει η επίσημη ιστοριογραφία . Ήταν η φυσιολογική τιμωρία ενός πολιτικού ηγέτη που για να ικανοποίησει τα αλυτρωτικά του οράματα και τη μεγαλομανία του, οδήγουσε το έθνος, επί σχεδόν δέκα χρόνια, από τη μια πολεμική περιπέτεια στην άλλη και καταπάτησε βάναυσα όλες τις ελευθερίες του ελληνικού λαού.

Ο Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία το 1928. Στην τελευταία περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κρητικό πολιτικό, η τάση προς τον κρατικό παρεμβατισμό ήταν ακόμη πιο έντονη, κάτι που ευνοούσαν άλλωστε και οι διεθνείς συνθήκες μετά την κρίση του 1929. Έτσι έχουμε στροφή προς τον προστατευτισμό και σε πολιτικές αυτάρκειας, μεγαλύτερη ανάμιξη του κράτους στη γεωργία με την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας, κατάργηση της ελεύθερης αγοράς συναλλάγματος. Στο μέτωπο των ατομικών δικαιωμάτων, το περίφημο «Ιδιώνυμο» ανοίγει το δρόμο για διώξεις εις βάρος της Αριστεράς. Μάλιστα, σύμφωνα με τον καθηγητή Νίκο Αλιβιζάτο στο τελευταίο του βιβλίο "Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του", με το ιδιώνυμο "δεν διώκονταν η χρήση βίας, αλλά η προπαγάνδιση ιδεών οι οποίες κατά την κρίση της οικείας διωκτικής αρχής, απέβλεπαν στην ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος διά της βίας". Το 1929, πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου καταδικάσθηκαν 72 άτομα. Ο αριθμός αυτός εκτοξεύτηκε στους 410 το 1930, στους 518 το 1931 και στους 544 το 1932.

Αύξηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, καταπάτηση ατομικών δικαιωμάτων. Πώς συμβιβάζονται όλα αυτά με το φιλελεύθερο όραμα, όσο ελαστικά και αν το ερμηνεύσουμε, που υπερασπίζεται η «Συμμαχία»; Βέβαια μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως οι διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες ήταν τέτοιες εκείνη την εποχή που δε θα επέτρεπαν στο Βενιζέλο να ασκήσει μια διαφορετική πολιτική και χωράει πολύ συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα. Το γεγονός όμως παραμένει πως η πολιτική που ασκήθηκε κάθε άλλο παρά φιλελεύθερη ήταν. Και πιστεύω πως υποτιμούμε τον Βενιζέλο αν θεωρήσουμε πως απλά ακολουθούσε τις εξελίξεις. Ο ίδιος ήταν πρωταγωνιστής των εξελίξεων και σε μεγάλο βαθμό τις διαμόρφωνε. Ειδικά την δεκαετία του 1910, επεδίωξε με όλες του τις δυνάμεις τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, αποδεχόμενος προφανώς και τα επακόλουθα του στο εσωτερικό της χώρας.

Ο «εκσυγχρονισμός» που επιχείρησε ο Βενιζέλος , ήταν συμβατός με τις τάσεις ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Aν θέλαμε να κατατάξουμε ιδεολογικά κάπου τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αυτός είναι ο χώρος του «Νέου Φιλελευθερισμού» (New Liberalism), με μια δόση εθνικισμού (τουλάχιστον την περίοδο 1910-1920) και βαλκανικού αυταρχισμού. Στα πλαίσια της σημερινής κρατικίστικης συναίνεσης, είναι απόλυτα λογικό όλες οι παρατάξεις , να τον διεκδικούν και να τον προβάλουν σαν τον πολιτικό τους πρόδρομο, μιας και είναι ο πολιτικός που συνέβαλε καθοριστικά στο σημερινό κρατικίστικο περιβάλλον. Οι φιλελεύθεροι όμως;

Η Ελλάδα πράγματι έχει και αυτή τη φιλελεύθερη παράδοση της. Πολιτικούς, διανοούμενους, οικονομολόγους που άρθρωσαν έναν αξιόλογο φιλελεύθερο λόγο, εμπλουτίζοντας τον συχνά με στοιχεία από την ελληνική πραγματικότητα. Δυστυχώς η επιρροή τους παρέμεινε περιορισμένη και σχεδόν ποτέ δεν επηρέασαν καθοριστικά την κυβερνητική πολιτική (αν είχαν καταφέρει να το κάνουν, η σημερινή Ελλάδα θα ήταν πολύ διαφορετική). Όπως όμως πολύ σωστά επισημαίνεται στην ιδρυτική διακήρυξη της «Φιλελεύθερης Συμμαχίας», είναι χρέος ενός σοβαρού φιλελεύθερου κινήματος να αναδείξει επιτέλους αυτή την παράδοση. Ας μην αναζητούμε όμως στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου τον Έλληνα Gladstone. Θα απογοητευτούμε…"

[ΕΝΔΕIΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Gunnar Hering, ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1821-1936, Β’Τόμος
2) Ρήγος Άλκης, H Β΄ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 1924-1935: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
3) Αλιβιζάτος Nίκος, ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΣΕ ΚΡΙΣΗ, 1922-1974: OΨΕΙΣ ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
4) Διαμαντόπουλος Θανάσης, Ο ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΡΘΩΣΗΣ
5) Citromilides Paschalis ed. ELEFTHERIOS VENIZELOS: THE TRIALS OF
STATESMANSHIP
6) Κορώνης Σπύρος, Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΤΩΝ 1909-1918
7) Συλλογικό, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΕΘΝΟΥΣ
8)Χατζηιωσήφ Χρήστος επιμ., ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, Α΄ Τόμος
9)Γ.Β. Δερτιλής, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, Β' Τόμος]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου