Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Τι οικονομική πολιτική θέλουμε επιτέλους οι φιλελεύθεροι, συντηρητικοί και λοιποί κεντροδεξιοί;


Στο σημερινό άρθρο της στην Καθημερινή η Μιράντα Ξαφά τάσσεται υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους στην εξής κατεύθυνση: Όχι άλλοι φόροι, μείωση δαπανών στο δημόσιο, εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας, πώληση ΔΕΚΟ και κλείσιμο άχρηστων οργανισμών, απλοποίηση διαδικασιών για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων. Θα πρόσθετα σε αυτά και το μέτρο της θέσης σε ανενεργή υπηρεσία των Δημοσίων Υπαλλήλων για τρία χρόνια με 70% του μισθού, το οποίο έχει προτείνει ο κύριος Μάνος.

Η κυρία Ξαφά ανήκει σε αυτό τον χώρο που εγώ ονομάζω ανανεωτική δεξιά. Αυτός ο χώρος είναι ο συντριπτικά μικρότερος της κεντροδεξιάς. Είναι δε αποδεκτή και από μέρος του ευρύτερου εκσυγχρονιστικού χώρου. Δεν είναι αποδεκτή από μέρος της λαϊκής δεξιάς, όπως και οι Μάνος, Ανδριανόπουλος, αν και δεν τους θεωρούν ξένους. Η κυρία Ξαφά φυσικά δεν είναι αποδεκτή από τον ελληνικό κρατισμό, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Ο Σαμαράς από την άλλη είναι αποδεκτός από την λαϊκή δεξιά, έως τις παρυφές της άκρας δεξιάς. Αυτός ο χώρος είναι ο συντριπτικά μεγαλύτερος της κεντροδεξιάς. Δεν είναι αποδεκτός από την ανανεωτική δεξιά, αν και δεν τον θεωρεί παντελώς ξένο, και φυσικά από κανέναν χώρο πέραν της κεντροδεξιάς. Έχει δηλαδή την ακριβώς αντίθετη αποδοχή από ότι η Μιράντα Ξαφά. Οι της ανανεωτικής δεξιάς θα έβλεπαν με μεγάλη ευχαρίστηση την κυρία Ξαφά στην θέση του Υπ. Οικονομικών, αλλά αποκρούουν μετά βδελυγμίας την ιδέα του Σαμαρά πρωθυπουργού.

Ποιές είναι η διαφορές όμως στην οικονομική πολιτική που θα εφάρμοζαν οι δύο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το τι δηλώνουν σήμερα; Μόνο μία, επουσιώδης. Η κυρία Ξαφά μιλάει για όχι άλλους φόρους ενώ ο Σαμαράς για μείωση και των υπαρχόντων. Είμαι σίγουρος πως δεν θα διαφωνούσαν πάντως για πολύ επ‘ αυτού. Σε όλα τ’ άλλα λένε τα ίδια πράγματα με αξιοσημείωτη μάλιστα ομοιότητα. Θα μου επιτρέψετε δε να υπενθυμίσω πως την απλοποίηση διαδικασιών για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων την είχε εφαρμόσει με νόμο ο Σιούφας, νόμο βέβαια που δεν είχε το θάρρος να τον εφαρμόσει στην πράξη υποκύπτωντας στις αντιδράσεις του ΤΕΕ και των συνδικάτων του Δημοσίου, αλλά ακόμα τυπικά ισχύει.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως για επαναδιαπραγμάτευση του μεσοπροθέσμου μιλάνε πολλοί από την Ξαφά μέχρι τον Πρετεντέρη κι από τον ΓΑΠ μέχρι τον Βενιζέλο, αλλά μόνο όταν το λέει ο Σαμαράς γελάνε τα ΜΜΕ και τα μπλογκ.

Έχουμε λοιπόν δύο ανθρώπους που λένε ακριβώς τα ίδια πράγματα, αλλά έχουν αποδοχή από διαφορετικά κοινά. Ένα συμπέρασμα μπορώ να βγάλω από αυτό. Ότι ο έλληνας πολίτης, ο έλληνας ψηφοφόρος δεν αποφασίζει για την υποστήριξη του προς τον έναν ή τον άλλο πολιτικό ή κόμμα, με βάση τις θέσεις τους στα βασικά θέματα οικονομικής πολιτικής που επηρεάζουν άμεσα την ζωή του (ιδίως στην σημερινή εποχή της κρίσης). Αποφασίζει στην βάση μιας διαδικασίας ταύτισης (identification) ή μη με τον πολιτικό. Αυτή η διαδικασία, όπως γνωρίζουμε από την πολιτική επιστήμη, είναι κυρίαρχη στον λαϊκιστικό πολιτικό λόγο και στις περιόδους και χώρες όπου αυτός κυριαρχεί. Είναι δε βασικό στοιχείο υπανάπτυξης του πολιτικού συστήματος.

Βέβαια μια διαδικασία ταύτισης ή μη με μιαν παράταξη ή έναν ηγέτη είναι λογική και συμβαίνει εν μέρει και σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης και της Αμερικής όπου τα κριτήρια είναι βασικά υποσχόμενης πολιτικής και της επίδρασης της στα ατομικά συμφέροντα του καθενός. Από την άλλη και στις χώρες όπου κυριαρχεί ο λαϊκισμός (πχ Λατινική Αμερική, πρώην ΕΣΣΔ) σίγουρα η υποσχόμενη οικονομική πολιτική δεν είναι παντελώς αδιάφορη, αλλά παίζει μικρό ρόλο.

Να προσθέσω και κάτι άλλο. Το κύριο αίτημα της εκσυγχρονιστικής δεξιάς είναι ο εξορθολογισμός του πολιτικού συστήματος, ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας και ο εξευρωπαϊσμός των Ελλήνων. Πως αυτά τα αιτήματα μπορούν να ταιριάζουν με μιαν αντίληψη του πολιτικού στην οποία κυριαρχούν τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες και η ιστορία τους; Τα πρόσωπα δε όχι ως φορείς ιδεών και πολιτικών της στιγμής που κρίνονται, αλλά ως φορείς ενός συλλογικού φαντασιακού πέρα και έξω από κριτήρια ορθού λόγου. Ο Σαμαράς λοιπόν για την λαϊκή δεξιά είναι φορέας μιας εθνικής ιδεολογίας με σπέρματα αλυτρωτισμού και γι’αυτό ταυτίζονται μαζί του, ενώ η ανανεωτική δεξιά αδυνατεί να ταυτιστεί μαζί του για τους ίδιους λόγους. Και οι δύο δεν εξετάζουν σοβαρά την οικονομική του πολιτική και τις επιπτώσεις που αυτή θα έχει στα ατομικά τους συμφέροντα. Δεν τους ενδιαφέρει. Κι όμως, ισχυρίζομαι πως θα έπρεπε.

Το ίδιο ισχύει για την Μιράντα Ξαφά και τον Μάνο, για τους εντελώς αντίθετους όμως λόγους. Εδώ όμως θα μου επιτρέψετε να πω πως υπάρχει μια λογική. Η λαϊκή δεξιά δυσπιστεί στην συρρίκνωση του κράτους γιατί φοβάται πως ένα αδύναμο κράτος σημαίνει και αδύναμο έθνος. Η ανανεωτική δεξιά το έχει λύσει το θέμα. Θεωρεί πως η συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς μας ισχυροποιεί έτσι κι αλλιώς. Γνώμη μου είναι όμως πως επί της ουσίας δεν διαφοροποιούνται στην αντίληψη του έθνους και των κινδύνων του. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Ποιά είναι η λογική στην περίπτωση του του Σαμαρά; Σοβαροί άνθρωποι μου λένε δεν πρόκειται να υποστηρίξω Σαμαρά ότι και να λέει γιατί έριξε μια κυβέρνηση, την καλύτερη της μεταπολίτευσης. Άρα δεν του έχω εμπιστοσύνη. Ορθώς ή λάθος η διάσταση της εμπιστοσύνης είναι σημαντική, έτσι όπως τίθεται. Είναι όμως ορθολογική; Η έννοια της πίστης (credit) στην αγορά είναι σημαντική. Είναι όμως το στοιχείο πέραν του ορθού λόγου στην αγορά εξ’ ορισμού. Είναι κάτι που δεν αντιπροσωπεύεται με νούμερα, αλλά παρ’ όλα αυτά γίνεται σεβαστό. Μπορεί όμως να υπερβαίνει τα πραγματικά στοιχεία και να γίνεται κυρίαρχο όταν τα άλλα στοιχεία είναι ίδια, και σε ποιό βαθμό; Σε αυτό μόνο η πολιτική αγορά μπορεί να απαντήσει στην παρούσα συγκυρία.

Το ερώτημα λοιπόν στην σημερινή εποχή της κρίσης και της κατάρρευσης του οικονομικού και του πολιτικού συστήματος μπαίνει αμείλικτο: τι οικονομική πολιτική θέλουμε επιτέλους οι φιλελεύθεροι, συντηρητικοί κλπ κεντροδεξιοί; Ο καθένας μας ατομικά, ποιά νομίζει πως είναι η ενδεδειγμένη πολιτική που θα προασπίσει τα ατομικά του συμφέροντα και θα οδηγήσει στο ξεπέρασμα της κρίσης και στην προσδοκία ευημερίας; Μπορεί αυτή την πολιτική να την εκφράσει ο ΓΑΠ και οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ; Ο χώρος της κεντροδεξιάς μπορεί να την εκφράσει και πως; Ας απαντήσουμε απλά, ορθολογικά και με όρους πραγματικότητας λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου