Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Η προέλευση της ελληνικής οικονομικής κρίσης : Πώς ο συγκεντρωτισμός οδήγησε στην αναποτελεσματικότητα και την κρίση


του Αντώνη Καμάρα(το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ελληνική έκδοση του "Foreign Affairs")

Η σύγχρονη Ελλάδα έχασε την επαφή της με τις διεργασίες στις κατά τόπους κοινότητες και άφησε τον εαυτό της να κυβερνάται εξ ολοκλήρου από την κεντρική κυβέρνηση. Αυτό οδήγησε στην αναποτελεσματικότητα του δημοσίου και στις πελατειακές σχέσεις. Αυτό το σύστημα δεν είναι πλέον βιώσιμο.

Πριν το σύγχρονο ελληνικό κράτος διαμορφώσει το σημερινό του περίγραμμα στον απόηχο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, οι κοινότητες στις εμπορικές πόλεις, όπως η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός, η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη και η Τεργέστη, είχαν ήδη μια μακρά ιστορία σχετικά με τη λειτουργία των δικών τους σχολικών συστημάτων, των νοσοκομείων και των ορφανοτροφείων. Αυτό ήταν εν μέρει μια κληρονομιά της οθωμανικής κυριαρχίας. Με εξαίρεση την πολιτική σταθερότητα, οι Οθωμανοί δεν είχαν τη συνήθεια της παροχής δημόσιων αγαθών, οπότε, όταν επρόκειτο για τη δημόσια υγεία και την οικονομική ανάπτυξη, οι πολίτες έπρεπε να φροντίσουν τον εαυτό τους. Το σύστημα αυτό λειτούργησε. Μέσα από τις τοπικές και κοινοτικές οργανώσεις, από τα μέσα έως τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, οι Έλληνες ήταν μία από τις πιο εύπορες και δυναμικές πληθυσμιακές ομάδες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ωστόσο, όταν το ελληνικό κράτος διαμορφώθηκε πλήρως, μια κεντρική διοικητική δομή ανέλαβε τους κοινοτικούς θεσμούς. Ισχυροί νέοι εθνικοί κομματικοί μηχανισμοί εκτόπισαν τις τοπικές ελίτ που είχαν υπηρετήσει με επιτυχία τους θεσμούς αυτούς ως διαχειριστές τους. Στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη, αυτή η διαδικασία πήρε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία. Από το 1912, όταν η πόλη ενσωματώθηκε στο ελληνικό βασίλειο, ως το 1925, τα σχολεία, τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και άλλα ιδρύματα κρατικοποιήθηκαν και οι τοπικοί διαχειριστές τους αντικαταστάθηκαν από κεντρικά διορισμένους γραφειοκράτες. Ομοίως, η ευθύνη για τη χρηματοδότηση αυτών των ιδρυμάτων πέρασε στην κυβέρνηση. Για να κατανοήσουμε πόσο δραματική ήταν η αλλαγή, φανταστείτε ότι η Ουάσιγκτον κρατικοποιεί όλα τα κολέγια και τα πανεπιστήμια στην πολιτεία της Μασαχουσέτης, του Χάρβαρντ συμπεριλαμβανομένου, και στη συνέχεια τα διοικεί με πολιτικά διορισμένα άτομα.

Έτσι, καθώς το ελληνικό κράτος επεκτάθηκε εδαφικά επέκτεινε επίσης τις ευθύνες του, περιστέλλοντας τις παλιές παραδόσεις του τοπικισμού και της κοινοτικής δράσης. Εδώ έγκειται η ρίζα της σημερινής κρίσης της χώρας. Οι παλιές καθιερωμένες αυτόνομες τοπικές ελίτ εκτοπίστηκαν τη δεκαετία του 1920, ενώ τη θέση τους πήρε μια νέα ομάδα, από ανθρώπους επιδέξιους στο να χειρίζονται μια πελατειακή σχέση με το κράτος. Οι νέοι τοπικοί άρχοντες εντάχθηκαν στα εθνικά κόμματα και στη συνέχεια εργάστηκαν για τη δημιουργία κομματικών μηχανισμών διανέμοντας τη γενναιοδωρία του κράτους. Ούτε μια περιοχή ή πόλη δεν κινητοποίησε τους πόρους της για να πετύχει οικονομική ανάπτυξη, με βάση την διεθνή ανταγωνιστικότητα. Αντ' αυτού όλες οι μεγάλες τοπικές κοινότητες κατηύθυναν τους πόρους της κυβέρνησης με στόχο την κηδεμονία. Η κυβέρνηση, η οποία κυριαρχείτο από τα ίδια κόμματα, ήταν ένας ενεργητικός συνένοχος.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η αλληλεπίδραση μεταξύ των τοπικών και εθνικών ελίτ είχε ήδη οδηγήσει σε ένα εξαιρετικά δυσλειτουργικό σύστημα. Οι διορισμοί σε βασικούς θεσμούς - νοσοκομεία, μουσεία, πανεπιστήμια και λιμενικές αρχές - δεν ήταν αξιοκρατικοί. Για να γίνει κάποιος πρόεδρος ενός πανεπιστημίου, θα πρέπει να εξαγοράσει τις φοιτητικές οργανώσεις, οι οποίες θα του προσφέρουν τις ψήφους που απαιτούνται για να κερδίσει τις εκλογές εντός του πανεπιστημίου. Για να διοικήσει κάποιος ένα νοσοκομείο, θα έπρεπε να έχει επενδύσει χρόνο ως παρατρεχάμενος σε ένα από τα μεγάλα ελληνικά κόμματα.

Η άνευ όρων χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και ο εύκολος διεθνής δανεισμός στη δεκαετία του 2000 βοήθησαν τόσο την αριστερά όσο και τη δεξιά να χρηματοδοτήσουν μια μη βιώσιμη πολιτική πατρωνία. Σύμφωνα με τη Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της ΕΕ, η δημόσια δαπάνη για μισθούς και συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε στην Ελλάδα από το 38% των κρατικών εσόδων το 2000 στο 55% το 2009. Επιδεινώνοντας την τάση αυτή, οι τοπικές ελίτ έγιναν εχθρικές προς οποιαδήποτε συνεκτική εθνική προσπάθεια μεταρρύθμισης, ακριβώς για να διατηρηθεί το σύστημα που τώρα τους καθιστούσε προνομιούχους. Για παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 2000 μια τοπική συμμαχία στη Θεσσαλονίκη αντιστάθηκε επιτυχώς στην ανάθεση μιας σύμβασης παραχώρησης σε έναν μεγάλο διεθνή φορέα εκμετάλλευσης του λιμένα, προκειμένου να διατηρήσουν οι ίδιοι τη διαχείριση.

Όσο η ελληνική κυβέρνηση ήταν χρηματοοικονομικά ικανή, ή μπορούσε να δανειστεί μαζικά, το σύστημα λειτουργούσε. Η προσπάθεια να ενταχθεί η Ελλάδα στην ευρωζώνη το 2001, βεβαίως έφερε πραγματικά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Χάρη στις μεταρρυθμίσεις που επέβαλλε η ΕΕ, η χώρα βελτίωσε τα δημόσια οικονομικά της και εκσυγχρόνισε τον τηλεπικοινωνιακό και τον τραπεζικό της τομέα. Η ένταξη στην Ευρωζώνη επιτάχυνε επίσης και τον επαναπατρισμό της παγκοσμίως ανταγωνιστικής ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας και παρείχε χρηματοδότηση για την επέκταση των ελληνικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια. Όμως, από τη στιγμή που μπήκε η χώρα στην ευρωζώνη, οι ελληνικές ελίτ έσπευσαν να επανέλθουν στην προηγούμενη συμπεριφορά τους.

Αλλά τώρα που το έθνος έχει κηρύξει πτώχευση, είναι αδύνατο να στηρίξει την οικονομία μέσω δαπανών της κεντρικής κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικές ηγεσίες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να στηρίξουν τις πανεθνικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τοπική ικανότητά τους για δημιουργία πλούτου μέσα από όρους αγοράς.

Οι ευκαιρίες για να το πράξουν είναι πολυάριθμα. Πάρτε μόνο δύο κλάδους της ελληνικής οικονομίας - το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και την τουριστική βιομηχανία. Μια μεταρρύθμιση που καταργεί τη συμμετοχή των οργανώσεων των φοιτητών στην εκλογή των πανεπιστημιακών Αρχών και επιτρέπει τη δημιουργία ιδιωτικά χρηματοδοτούμενων πανεπιστημιακών εδρών έχει ήδη θεσπιστεί με νόμο το Σεπτέμβριο. Η επιτυχής εφαρμογή αυτής της μεταρρύθμισης θα αρχίσει να δημιουργεί μια βασισμένη στη γνώση, διεθνώς ανταγωνιστική ελληνική οικονομία. Τώρα, οι τοπικές κοινότητες πρέπει να αναλάβουν τη σκυτάλη από το Υπουργείο Παιδείας και να υποστηρίξουν φωναχτά την αριστεία και τη διαφάνεια στους διορισμούς στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που φιλοξενούν στην περιοχή τους. Να διαχειριστούν ενεργά τη σχέση μεταξύ της πανεπιστημιακής και της επιχειρηματικής κοινότητας, με έμφαση στην καινοτομία και την Ερευνα & Ανάπτυξη που ωφελεί το τοπική οικονομία. Και να ενεργοποιήσουν τα δικά τους δίκτυα στην ελληνική διασπορά για να συγκεντρώσουν χρήματα για τα ιδρύματα αυτά.

Σε τοπικό επίπεδο, οι πολίτες θα έχουν επίσης κάθε λόγο να προωθήσουν τη μεταρρύθμιση της κρίσιμης τουριστικής βιομηχανίας - η οποία είναι γεμάτη από ανεπάρκειες. Εκείνοι που βρίσκονται σε παράκτιες πόλεις που εξαρτώνται από τη βιομηχανία των κρουαζιερόπλοιων, για παράδειγμα, μπορούν να πιέσουν για την άρση του καμποτάζ, έναν κανονισμό που απαγορεύει τα κρουαζιερόπλοια που δεν διαθέτουν ελληνικό πλήρωμα να έχουν πρόσβαση σε ελληνικά λιμάνια. Οι Έλληνες στις πόλεις που φιλοξενούν κρατικά μουσεία μπορούν επίσης να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις για τη διευκόλυνση των ιδιωτικών δωρεών, οι οποίες θα εισαγάγουν εκ νέου, μέσα από μια κατεύθυνση διακεκριμένης αρχιτεκτονικής και επιμελητείας, την πολιτιστική κληρονομιά τους σε ένα διεθνές ακροατήριο. Τέλος, όλες οι Ελληνικές κοινότητες μπορούν να πιέσουν το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών να επιταχύνει την έκδοση ταξιδιωτικών βίζα, ειδικά στε βασικές αγορές όπως η Τουρκία και η Ρωσία, όπου η δυναμικότητα των ελληνικών προξενείων δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη ζήτηση.

Οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις δεν είναι εξίσου σημαντικές όσο το να κλίνουν αποφασιστικά οι τοπικοί παράγοντες υπέρ της αγοράς που προκαλεί τη δημιουργία πλούτου, σε αντίθεση με την πρόσοδο που προέρχεται από το κράτος. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να ανατρέξουν στα έργα των προγόνων τους. Οι τοπικοί ηγέτες θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι αν δεν αναλάβουν την ευθύνη για την επιτυχία και την ευημερία των κοινοτήτων τους, κανένας άλλος δεν θα το κάνει. Οι τοπικοί ψηφοφόροι, με τη σειρά τους, θα πρέπει να ανταμείβουν εκείνους τους ηγέτες οι οποίοι είναι πρόθυμοι να ενεργούν σύμφωνα με αυτή την συλλογιστική.

Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να παρέχει ευρύτερες αρμοδιότητες στις τοπικές Αρχές - από την υγεία και την εκπαίδευση ως τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Θα πρέπει, επίσης, να θέσει ως καθήκον τους την αύξηση των εσόδων που είναι απαραίτητα για την άσκηση της νέας εξουσίας τους. Ειδικότερα, η τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα θα πρέπει να αναλάβει σημαντικές φορολογικές εξουσίες, καθώς και πολλές από τις αρμοδιότητες που συνεπάγονται. Η Αθήνα θα πρέπει, επίσης, να είναι προετοιμασμένη για τις τοπικές αποτυχίες αλλιώς θα δημιουργηθεί μια κρίση εμπιστοσύνης η οποία θα διαβρώσει την αλληλεγγύη και την αυτοπεποίθηση που οι τοπικές κοινότητες πρέπει να ενστερνιστούν. Με την αποκέντρωση, η Αθήνα θα αναβιώσει τη διακεκριμένη εθνική κληρονομιά της τοπικής αυτονομίας και θα ωθήσει τη χώρα πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα όσον αφορά την αντιπροσωπευτικότητα της ισχύος και της εξουσίας.

Τέλος, τα βασικά τοπικά ιδρύματα, ιδίως τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία, θα πρέπει να οδηγηθούν στον μη κερδοσκοπικό τομέα. Θα μπορούσαν να διοικούνται από ένα Συμβούλιο Επιτρόπων και να είναι ανοιχτά σε δωρεές από ιδιώτες και ιδιωτικούς οργανισμούς. Το φορολογικό καθεστώς θα πρέπει να φιλοξενήσει μια τέτοια διοικητική δομή χορηγώντας εκπτώσεις φόρου για τις δωρεές. Αυτή η δομή θα διοχετεύσει πρόσθετους πόρους και τεχνογνωσία από την ελληνική διασπορά.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων σήμερα δεν μπορεί να δει μια διέξοδο από το λάκκο που έχει πέσει η χώρα. Όμως, χρειάζονται μόνο να ανατρέξουν στο τι έκαναν οι παππούδες τους για να βρουν αυτή τη διέξοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου