Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Η εκσπερμάτωση του Περικλή και το πολυτονικό σύστημα γραφής


(Μία απάντηση στο: Μιὰ ἐπιμέρους παρατήρηση στὸ ἄρθρο «Ἡ σουρεαλιστικὴ ἐθνική μας συνείδηση» του κου Σωτήρη Μητραλέξη)

Και έτσι λοιπόν ένα άρθρο που γράφτηκε στο πόδι, με αφορμή μια έντονη διένεξη που είχα στο Facebook σχετικά με την καταγωγή των Νεοελλήνων, έγινε αντικείμενο δύο κειμένων-ανταπαντήσεων, μια από τον εξαίρετο Ναπολέοντα Λιναρδάτο και μία από τον άγνωστο μου κο Σωτήρη Μητραλέξη (ο οποίος παρ’όλο που είμαστε εντελώς άγνωστοι μπόρεσε να διακρίνει μέσα σε τρεις παραγράφους την πολιτική μου τοποθέτηση). Επίσης υπήρξε αφορμή και για το εξαιρετικό άρθρο του Νίκου Γεωργιόπουλου, το οποίο με καλύπτει πλήρως (για άγνωστο λόγο ο Νίκος παραμένει στο μπλοκ των πατριωτών σε αντίθεση με εμένα που έχω πλέον περάσει στο πυρ το εξώτερον μαζί με τους άλλους φιλελεύθερους ανθέλληνες της Φιλελεύθερης Συμμαχίας).

Παρά το γεγονός πως ο κος Μητραλέξης έκανε αρκετά φάουλ στο κείμενο του (παράδειγμα: η Μάργκαρετ Θάτσερ, αν και έντονα φιλελεύθερη στον τομέα της οικονομικής πολιτικής δεν υπήρξε ποτέ φιλελεύθερη με την κλασσική έννοια του όρου διότι ακριβώς υπήρξε εθνικίστρια) θα εστιαστώ κυρίως στο κομμάτι που αφορά τους τόνους και το πολυτονικό σύστημα.

Η πρώτη μομφή που μου απευθύνθηκε είναι πως είμαι “αδιάβαστος στα βασικά” σχετικά με το θέμα του πολυτονικού. Ας δούμε λοιπόν πως μας προέκυψε το πολυτονικό. Κατά την επικρατούσα εκδοχή, το πολυτονικό σύστημα ήταν εφεύρεση του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, διεθυντή της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας γύρω στα στα τέλη του τρίτου αιώνα π.Χ. Tο επινόησε για να βοηθήσει τους μελετητές της ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά. Επομένως το πολυτονικό σύστημα, ως γλωσσικός νεωτερισμός, δεν εισήχθηκε για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία ελληνικά, επειδή η απόδοση των αρχαίων ελληνικών ήταν μουσική και τονική, δηλαδή εντελώς διαφορετική από την απόδοση των νέων ελληνικών. Ήδη, στα χρόνια της ελληνιστικής εποχής, με τα πλήθη των ξένων υποτελών των ελληνιστικών βασιλείων, η προφορά της ελληνικής είχε απομακρυνθεί σημαντικά από την προφορά της στα χρόνια της κλασσικής Ελλάδας. Αργότερα, οι βυζαντινοί μελετητές, θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα, ίσως επειδή είχε συνδυαστεί έντονα με την Καινή Διαθήκη η οποία γράφτηκε στα ελληνικά. Από τους Βυζαντινούς κληρονόμησαν το πολυτονικό οι Νεοέλληνες τη διατήρηση του οποίου οι αρχαιόπληκτοι σοφολογιότατοι που ανέλαβαν τη δημιουργία της τεχνητής καθαρεύουσας θεώρησαν επιβεβλημένη, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο ήταν περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Άλλωστε στο μυαλό των σοφολογιότατων που θεωρούσαν την νεοελληνική “χυδαία”, η διατήρηση του πολυτονικού επιβεβαίωνε το εθνικό ιδεολόγημα του νεοσύστατου κρατιδίου περί τρισχιλιετούς Ελληνικού Έθνους, με τους Αρβανίτες της Αττικής, τους τσομπαναρέους Βλάχους και Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας και τους αγρότες χωρικούς της Πελοποννήσου να είναι όχι μόνο πνευματικοί αλλά και βιολογικοί απόγονοι των “αρχαίων ημών ενδόξων προγόνων”, δηλαδή απευθείας προϊόν εκσπερμάτωσης του Περικλή, του Πλάτωνα και του Σωκράτη (σημείωση: δεν αναφέρομαι στους Βορειοελλαδίτες όχι για λόγους ρατσισμού αλλά διότι, με βάση το ίδιο εθνικό ιδεολόγημα, αυτοί είναι απ’ευθείας προιόν εκσπερμάτωσης του Μέγα Αλέξανδρου).

Ας δούμε λίγο και το μονοτονικό, η ιστορία του οποίου με βάση το κείμενο του κου Μητραλέξη περιορίζεται στο “βγήκε το ΠαΣοΚ το ‘81 και μας επέβαλλε το μονοτονικό”. Στην πραγματικότητα, η σκέψη για κατάργησή του πολυτονικού, αν και είχε ήδη αρχίσει από τα την εποχή του Ελληνικού Διαφωτισμού, γενικεύτηκε τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και συνδέθηκε με την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής. Το κομμάτι το οποίο ακολουθεί προέρχεται από σχετικά κείμενα του κου Νίκου Σαραντάκου (συγγραφέα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου “Γλώσσα μετ’ εμποδίων”), το οποίο προσπάθησα να συντομεύσω ώστε να κουράσω όσο το δυνατόν λιγότερο. Το 1884 ο Νικόλαος Φαρδύς επιχειρεί πρώτος να απαλλάξει την καθαρεύουσα από τους τόνους και τα πνεύματα, ενώ σε ανάλογες κινήσεις θα προβούν οι Ισίδωρος Σκυλίτσης και Αλέξανδρος Πάλλης. Το ίδιο πνεύμα, της απλοποίησης δηλαδή του ορθογραφικού και τονικού συστήματος, διακρίνει τα κείμενα και πολλών άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών που από το 1884 και εξής εμφανίζονται ως θερμοί υποστηρικτές μιας τέτοιας προοπτικής. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε το γλωσσολόγο Γεώργιο Χατζιδάκι, που το 1911, αν και ένθερμος αντίπαλος του δημοτικισμού, προτείνει την απλοποίηση του τονισμού στα σχολεία. Ο Χατζιδάκις θα προχωρήσει στην πρόταση αυτή μετά από τη διαπίστωση πως η ορθογραφία και το περίπλοκο σύστημα που εφαρμοζόταν τότε στην εκπαίδευση προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στους μικρούς μαθητές που προσπαθούσαν να μυηθούν στην ελληνική γλώσσα. Την υιοθέτηση του απλοποιημένου τονικού συστήματος θα υποστηρίξουν με τη σειρά τους, μέσα στα επόμενα χρόνια, και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων, μεταξύ αυτών οι Ε. Γιανίδης, Εμμανουήλ Κριαράς, Γ. Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Βασίλης Ρώτας και πλήθος άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών.

Από πλευράς ελληνικής Πολιτείας, το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών, και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Τότε ο Παπανδρέου δεν έλαβε καμία απάντηση, αν και, όπως έγινε γνωστό εκ των υστέρων, στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών διαμορφώθηκαν κάποιες προτάσεις για το θέμα. Το 1938 θα συγκροτηθεί από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που σκοπό είχε να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, η επιτροπή θα προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος. Ο Μεταξάς ωστόσο θα απορρίψει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Τον χειμώνα του 1941-1942, σάλο προκαλεί ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» όπου προτείνει την καθιέρωση του μονοτονικού. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών θεώρησε πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία η οποία ολοκληρώθηκε με δίμηνη παύση του Ι. Κακριδή από τα καθήκοντα του καθηγητή.

Η τρίτη, έμμεση, προσπάθεια της πολιτείας να διευθετήσει το θέμα του τονισμού σημειώνεται δύο μόλις χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, το 1976, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης συγκρότησε μια επιτροπή στην οποία ανέθεσε την εξέταση της νέας γραμματικής. Η επιτροπή αυτή θα εισηγηθεί στην ηγεσία του υπουργείου την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, εισήγηση που όμως θα σταματήσει μπροστά στους δισταγμούς της πολιτείας να προχωρήσει στην εφαρμογή της. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως, όταν το 1979 το ΠαΣοΚ έφερε στη Βουλή πρόταση νόμου για την καθιέρωση του μονοτονικού, ο αρμόδιος υφυπουργός Βασίλης Κοντογιαννόπουλος δήλωσε

"η κυβέρνηση δεν είναι αντίθετη με το μονοτονικό σύστημα, πρέπει όμως πρώτα να επιλυθούν άλλα ζητήματα της εκπαίδευσης."

Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, ο εισηγητής της πλειοψηφίας, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας κ. Καραϊσκάκης, ζήτησε μεν την απόρριψη της πρότασης νόμου χαρακτηρίζοντας το νομοσχέδιο «ατελές», ωστόσο στην ομιλία του τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης του μονοτονικού στην εκπαίδευση και ζήτησε από τον αρμόδιο υπουργό να φέρει στη Βουλή νομοσχέδιο που να ρυθμίζει το θέμα.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί πως προς το τέλος της δεκαετίας ’70, το μονοτονικό είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, που ο ένας στους δύο αναγνώστες εφημερίδων δεν έβλεπε πια περισπωμένες και δασείες όταν διάβαζε την εφημερίδα του, αφού έξι μεγάλες καθημερινές εφημερίδες (Βήμα, Νέα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία δυο Θεσσαλονικιές) τυπώνονταν με κάποια μορφή μονοτονικού. Η ιστορία θα λείξει τελεσίδικα στις 12 Ιανουαρίου 1982, όταν η Ελληνική Βουλή καθιερώνει και επίσημα το μονοτονικό.

Αφού λοιπόν δείξαμε πως το μονοτονικό δεν προέκυψε το 1982 από παρθενογένεση αλλά μέσα από μια μακρά και επίπονη διαδικασία που ξεκίνησε από τον απλό κόσμο, ο οποίος δεν έβλεπε τον λόγο να συσσωρεύει γνώση η οποία δεν είχε καμία πρακτική αξία, ας δούμε και ένα άλλο κομμάτι από τα γραφόμενα του κου Μητραλέξη. Μας λέει λοιπόν ο καλός κύριος πως με την καθιέρωση του μονοτονικού

ἔχουμε γιὰ πρώτη φορὰ δύο γλῶσσες, ὄχι διαφορετικὲς φάσεις τῆς ἴδιας...Ξαφνικά, ὅλα τὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν μέχρι τὸ 1982 εἶναι γιὰ τοὺς μαθητὲς «στὰ ἀρχαῖα»: δὲν πᾶ’ νά’ναι Ἐλύτης, Σεφέρης ἢ κάποιο μανιφέστο δημοτικισμοῦ”.

Θα ήθελα να προτείνω στους αναγνώστες το ακόλουθο πείραμα. Διάλεξα ένα από τα πιο διάσημα και πιο αγαπημένα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, την Άρνηση, την οποία θα γράψω πρώτα σε πολυτονικό

Στό περιγιάλι τό κρυφό
κι’ἄσπρο σάν περιστέρι
διψάσαμε τό μεσημέρι
μά τό νερό γλυφό

Πάνω στήν ἄμμο τήν ξανθή
γράψαμε τ᾽ὄνομά της
ὡραία πού φύσηξεν ὁ μπάτης
καί σβήστηκε ἡ γραφή.

Μέ τί καρδιά μέ τι πνοή
τί πόθους καί τί πάθος
πήραμε τή ζωή μας λάθος!
κι᾽ἀλλάξαμε ζωή.

Τώρα θα γράψω το ίδιο κείμενο σε μονοτονικό

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι’άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’όνομά της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μα λάθος!
κι’αλλάξαμε ζωή.


Θα ήθελα να παρακαλέσω τους αναγνώστες να διαβάσουν φωναχτά και να μαγνητοφωνήσουν το πρώτο (το πολυτονικό) κείμενο. Μετά να κάνουν το ίδιο και με το δεύτερο, μονοτονικό κείμενο. Αφού τελειώσουν, να παίξουν τις δύο ηχογραφήσεις, την μία μετά την άλλη, για να διαπιστώσουν τις διαφορές που υπάρχουν. Αν πάλι θέλουν, μπορούν να ζητήσουν από κάποιο συγγενή ή φίλο να ακούσει τις δύο μαγνητοφωνήσεις και να ζητήσουν μετά να τους πει πιο από τα δύο κείμενα γράφτηκε σε πολυτονικό και πιο σε μονοτονικό. Όσοι πιστεύουν τη θεωρία του κου Μητραλέξη περί δύο γλωσσών, θα εκπλαγούν από το αποτέλεσμα!

Κράτησα για το τέλος το τελευταίο κομμάτι της ανάλυσης του κου Μητραλέξη. Το κομμάτι όπου αναφέρεται πως δεν δικαιούμαι να ομιλώ καθ’ότι μη ειδικός. Πράγματι έχει δίκιο ο κος Μητραλέξης. Δεν είμαι ειδικός. Το διδακτορικό μου και το αντικείμενο το οποίο διδάσκω στο Πανεπιστήμιο είναι η Βιοχημική Μηχανική. Εμείς λοιπόν οι Βιοχημικοί Μηχανικοί έχουμε γενικά μεγάλη τρέλα με τον Δαρβίνο και την Εξέλιξη των Ειδών. Την ίδια τρέλα έχουν πάνω-κάτω και οι περισσότεροι επιστήμονες που ασχολούνται με τις Βιολογικές Επιστήμες (Βιολόγοι, Γιατροί, ακόμα και Χημικοί). Επειδή λοιπόν έχουμε τόση τρέλα με την Εξελικτική Θεωρία, μιας και πιστεύουμε πως η εξέλιξη των Ειδών μας λέει από που ερχόμαστε (όχι απλά ως Έλληνες αλλά ακόμα πιο γενικά ως άνθρωποι) και που πηγαίνουμε, θέλουμε όλοι οι Έλληνες μαθητές να αποστηθίσουν το On the origin of Species του Δαρβίνου και μάλιστα στο πρωτότυπο, αγγλικό κείμενο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θέλουμε κάθε φορά που ένας Έλληνας πολίτης θα έχει οποιαδήποτε συναλλαγή με το Δημόσιο να γράφει υποχρεωτικά και μια παράγραφο από το On the origin μαζί με κάθε αίτηση που καταθέτει. Αυτολεξεί. Γιατί έτσι γουστάρουμε. Γιατί έχουμε την τρέλα μας.

Προφανώς, κάθε λογικός άνθρωπος θα θεωρήσει μια τέτοια απαίτηση παράλογη. Πρώτον διότι δεν κουβαλάει την τρέλα που έχουμε εμείς των βιολογικών επιστημών με το Δαρβίνο. Δεύτερον διότι αυτή η γνώση, για όσους δεν ασχολούνται με το αντικείμενο, είναι εντελώς άχρηστη. Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο απαντώ στον κο Μητραλέξη: κε Μητραλέξη μου, αν η διαμάχη των τόνων ήταν μεταξύ φιλολόγων και “ειδικών” όπως εσείς, να είστε σίγουρος πως δεν θα έχανα ούτε ένα δευτερόλεπτο από τη ζωή μου να ασχοληθώ με το θέμα. Δυστυχώς όμως, εσείς οι πολυτονιστές θέλετε να επιβάλετε σε εμάς τους υπόλοιπους την τρέλα σας με τους τόνους, υποχρεώνοντας μας να παπαγαλίζουμε το τι δασείνεται και το τι περισπάται, υποχρεώνοντας μας να περνάμε άπειρες ώρες από τη ζωή μας αποκτώντας γνώση παντελώς άχρηστη και άσχετη. Ε λοιπόν, εφ’όσον θέλετε να επιβάλετε την τρέλα σας σε όλους μας, θα υποστείτε την κριτική του κόσμου και θα ακούσετε τις απόψεις όλων μας. Ως άνθρωπος που προέρχεται από εκσπεράτωση του Περικλή (ή έστω κάποιου Αθηναίου της κλασσικής Ελλάδας) φαντάζομαι πως αντιλαμβάνεστε καλύτερα από εμένα την έννοια της πολυφωνίας και της Δημοκρατίας. Ή μήπως κάνω λάθος;

Θα σας αφήσω με το παρακάτω βίντεο στο οποίο η καθηγήτρια Ελένη Γλυκατζή-Αρβελέρ μιλά για το θέμα της αρχαιοπληξίας στη χώρα μας

http://www.youtube.com/watch?v=-bMnMyhvPK8&feature=share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου