Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Γιατί οι επιδοτήσεις καταστρέφουν την καινοτομία

Το πιό απογοητευτικό και ηττοπαθές σύμπτωμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι η εθνική συζήτηση για την ανάκαμψη της οικονομίας παραμένει εστιασμένη, σχεδόν αποκλειστικά, στην ανάπτυξη του τουρισμού και της γεωργίας. Δυστυχώς, δεν φτάνει ο τουρισμός και τα γεωργικά προϊόντα για να κατακτήσουν και για να απολαύσουν οι Έλληνες την οικονομική ανεξαρτησία και ευμάρεια που θα τους άξιζε. Δεν μπορείς να ελπίζεις σε μια ανταγωνιστική οικονομία όταν το μόνο που έχεις να πουλήσεις είναι καρέκλες στην παραλία και καφάσια ντομάτες. Όσο και να τα βελτιώσεις θα χρειαστεί κάποια στιγμή να τα ανταλλάξεις με προϊόντα της τεχνολογικής έρευνας που έχεις ανάγκη, και τότε θα συνειδητοποιήσεις ότι δεν θα φτάνουν τα λεφτά σου.
 
Αν η Ελλάδα συνεχίσει να είναι μια ηλιόλουστη γεωργική χώρα που δανείζεται διαρκώς για να τα βγάλει πέρα θα υπονομεύουμε εις αεί το βιοτικό επίπεδο των επομένων γενεών, θα είμαστε ο αιώνιας παρειάς και δεν θα καταφέρουμε ποτέ να γίνουμε ισότιμο μέλος της παγκόσμιας κοινότητας. Η εμμονή με τον τουρισμό και την γεωργία ως τα «κύρια ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα» της Ελλάδας, δείχνει την μηδενική εμπιστοσύνη που υπάρχει στο εγχώριο κεφάλαιο γνώσης και την ικανότητά μας να καινοτομήσουμε, αλλά και το βαθμό που η ορθόδοξη κουλτούρα της αντιεπιστημονικότητας έχει εμποτίσει και διαπεράσει την συλλογική εθνική μας συνείδηση. Δείχνει επίσης πόσο λίγο αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι στην χώρα μας τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. 

Καθώς έχουμε μπει στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα η οικονομική παγκοσμιοποίηση οδηγεί σε μια νέα μορφή οικονομικών ανταλλαγών που βασίζονται στην γνώση. Η γνώση ως εργαλείο αλλά και ως προϊόν αρχίζει να χαρακτηρίζει τη νέα οικονομία, η οποία αποτελεί εξέλιξη της οικονομίας της πληροφορίας. Σε αυτή τη νέα οικονομία της γνώσης η ανταγωνιστικότητα, και άρα η οικονομική επιβίωση, θα εξαρτώνται από την παραγωγική διασύνδεση πολλών και διαφορετικών ειδικοτήτων. Για παράδειγμα, ο σχεδιασμός μιας νέας περιοχής ή μιας πόλης θα απαιτεί όχι μόνο πολεοδόμους, αρχιτέκτονες και μηχανικούς, αλλά και κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, περιβαλλοντολόγους, ειδικούς στην πληροφορική, καλλιτέχνες, κλπ. Οι νέες μορφές καινοτομίας θα είναι αποτέλεσμα συνεργασίας ανάμεσα σε επιστημονικές, καλλιτεχνικές και μηχανικές εξειδικεύσεις. Η επιστήμη και η τεχνολογία, αλλά και ο διάλογός τους με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις τέχνες, βρίσκονται στην καρδιά της οικονομίας της γνώσης. 

Η Ελλάδα διαθέτει επαρκείς πνευματικές δυνάμεις για να δημιουργήσει μια εξαγωγική οικονομία γνώσης. Ο λόγος που δεν μπορεί σήμερα να την δημιουργήσει οφείλεται στις κρατικιστικές δομές στους τομείς της έρευνας και της παιδείας, αλλά και της επιχειρησιακής νομοθεσίας. Ο κρατικός στραγγαλισμός κάθε ιδιωτικής προσπάθειας καταστέλλει την δημιουργικότητα των νέων και απογοητεύει όσους θα ήθελαν, και θα μπορούσαν, να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Χωρίς δημιουργικότητα και όνειρα το μόνο που απομένει είναι η υποταγή και η εξάρτηση στις πολιτικές ελίτ των ημετέρων. Η ιστορία θα κρίνει τα κόμματα που κυβέρνησαν την Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια όχι τόσο με κριτήριο την πολιτική διαφθορά των στελεχών τους, όσο για την συστηματική ηθική διαφθορά την οποία προκάλεσαν στην ελληνική νεολαία, καλλιεργώντας γενιές νέων δίχως πίστη στις δυνάμεις τους, με μόνο όνειρο μια θέση στο δημόσιο για μια ζωή χωρίς σκοπό. 

Η αποτυχία της τεχνοεπιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα.  

Η επιτυχία στην αναδυόμενη παγκόσμια οικονομία της γνώσης βασίζεται στο πόσο καινοτομικός είσαι. Καινοτομία σημαίνει να βρίσκεις νέες και καλύτερες λύσεις σε παλιά αλλά και νέα προβλήματα. Κάθε χρόνο κυκλοφορεί παγκοσμίως ένας Δείκτης Καινοτομίας (Global Innovation Index ) στον οποίο η Ελλάδα φιγουράρει μόνιμα ως ουραγός κάθε άλλης δυτικοευρωπαϊκής χώρας. 

Δεν χρειαζόμαστε όμως τον Δείκτη για να αντιληφθούμε την απουσία ελληνικών καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών από τις διεθνείς αγορές. Μια δημοφιλής εξήγηση για την υστέρηση σε ελληνικές ιδέες και προϊόντα υψηλής τεχνολογίας είναι ότι η δημόσια επένδυση στην έρευνα και την ανάπτυξη στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλή. Πράγματι, το ποσοστό που το κράτος ξοδεύει για την επιστήμη και την τεχνολογία είναι περίπου το 0,57% του ΑΕΠ , ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. 

Οι περισσότεροι πολιτικοί θα υποστήριζαν ότι το κλειδί για να βελτιωθεί η κατάσταση είναι να επενδυθούν περισσότερα δημόσια χρήματα στην επιστήμη και την τεχνολογία. Αυτό δεν είναι αληθές. Από τη δεκαετία του 1980 που η Ελλάδα έγινε μέλος της ΕΟΚ, έχουν ξοδευτεί δισεκατομμύρια ευρώ σε υποδομές έρευνας και μισθοδοσίες, σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα. Ακόμα περισσότερα δισεκατομμύρια έχουν ξοδευθεί μέσω μιας πληθώρας ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων για ερευνητικά έργα και προγράμματα. Κι όμως, αυτό που έχουμε καταφέρει παρά τα τόσα χρήματα είναι εξαιρετικά λίγο. 

Ο κύριος λόγος για την μη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης στην Ελλάδα είναι ότι το κράτος και η κρατιστική νοοτροπία έχουν καταπνίξει την δημιουργικότητα. Όση περισσότερη ανάμιξη αποκτήσει το κράτος τόσο χειρότερη θα γίνει η κατάσταση. Δεν χρειάζονται περισσότερα δημόσια χρήματα για να μετασχηματιστεί η Ελλάδα σε μια οικονομία γνώσης. Καλύτερα θα ήταν το ποσοστό για την έρευνα και την ανάπτυξη στον προϋπολογισμό να γίνει 0%, με την προϋπόθεση ότι θα ελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του λαού μας από τα δεσμά του κρατισμού. 

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τα Ελληνικά πανεπιστήμια, τα οποία έχουν αποτύχει επιστημονικά και κοινωνικά. Χάρη σε μια διεστραμμένη άποψη για τη δημοκρατία που ενστερνιζόταν ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ τα πανεπιστήμια μεταμορφώθηκαν από την δεκαετία του 1980 σε αλάνες όπου ξυλοκοπούνται αντίπαλοι νεολαίοι πολιτικών παρατάξεων. Οι διοικήσεις τους επιλέγονται με βάση την πολιτική τους υποταγή στα κόμματα. Τα πανεπιστήμια λειτουργούν κυρίως ως φυτώρια μελλοντικών κομματικών στελεχών και εγκεφαλικά ευνουχισμένων ψηφοφόρων. Όσοι καθηγητές και φοιτητές αρνούνται να συμμετάσχουν στην επικρατούσα πολιτική και ηθική παρακμή τρομοκρατούνται ή περιθωριοποιούνται. Τα ίδια χάλια ισχύουν και στα ερευνητικά ιδρύματα. Σπανιότατα τα ελληνικά πανεπιστήμια ή τα ερευνητικά ιδρύματα στοχεύουν στην προσέλκυση ταλαντούχων ανθρώπων. Όποτε αυτό συμβαίνει είναι από τύχη. Χάρη σε αυτές τις ελάχιστες και τυχαίες περιπτώσεις υπάρχουν σήμερα κάποιες νησίδες αριστείας στα Ελληνικά πανεπιστήμια που αποδεικνύουν τις εξαιρετικές δυνατότητες που υπάρχουν στον «εγκεφαλικό κεφάλαιο» των Ελλήνων επιστημόνων και μηχανικών. 

Αυτές οι νησίδες αριστείας πάνε κόντρα στον επικρατούντα κανόνα που είναι η διατήρηση μιας θλιβερής μετριότητας - η οποία έχει βέβαια το πλεονέκτημα να είναι ευκολότερα χειραγωγήσιμη από τα κόμματα. Κακώς τα Ελληνικά πανεπιστήμια χρηματοδοτούνται από τα λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων. Αλλά ακόμα κι ήταν καλύτερα τα πράγματα πάλι τα πανεπιστήμια δεν θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από το κράτος. Η εξάρτηση από τον κρατικό προϋπολογισμό δημιουργεί από μόνη της έλλειψη ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας. Το Πανεπιστήμιο που χρηματοδοτείται από το κράτος έχει ως «πελάτη» του το κράτος. Όμως οι πραγματικοί «πελάτες» του Πανεπιστημίου είναι οι φοιτητές και οι οικογένειές τους. Σε αυτούς οφείλει να παρέχει τις καλύτερες υπηρεσίες σπουδών. Για να συμβεί αυτό τα Πανεπιστήμια πρέπει να είναι ανεξάρτητα, ιδιωτικά και να χρηματοδοτούνται από αυτούς που επιθυμούν να μορφωθούν. Τα ερευνητικά ιδρύματα πρέπει επίσης να μην χρηματοδοτούνται από το κράτος αλλά να συνδεθούν με τις επιχειρήσεις. Τόσο η μόρφωση όσο και η καινοτομία είναι προσωπικές επιλογές. Δεν είναι ούτε κρατικές ούτε «κοινωνικές» υποθέσεις και ζητούμενα. 

Το ρίσκο του καινοτομείν 

Ο οικονομικός λόγος ύπαρξης πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων είναι διότι μέσω αυτών αποσκοπούμε στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας μέσω της γνώσης, και συνεπώς στη βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου. Σε μια ελεύθερη αγορά ανταγωνιστικός γίνεσαι χάρη στις ιδέες σου και την φαντασία σου. Αυτός που καινοτομεί με επιτυχία επιβιώνει και αναπτύσσεται. Οι υπόλοιποι πνίγονται αιωνίως στα χρέη. Πώς όμως μπορείς να συνδέσεις αποτελεσματικά το πανεπιστήμιο και το ερευνητικό εργαστήριο με την καινοτομία; 

Η μόνη ορθή απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι να αφήσεις τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρίς δηλαδή κρατικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις. Η αιτιολόγηση της απάντησης αυτής έχει να κάνει με το κύριο χαρακτηριστικό του καινοτομείν, το οποίο είναι ο κίνδυνος. 

Οι νέες και αδοκίμαστες ιδέες έχουν τον κίνδυνο να αποτύχουν όταν «βγούν» από το εργαστήριο ή το εργοστάσιο στον πραγματικό κόσμο. Οπότε ερχόμαστε στην ερώτηση ποιος θα πρέπει να παίρνει το ρίσκο; Η λογική απάντηση είναι προφανής: αυτός που θα ωφεληθεί από την επιτυχία του καινοτομικού προϊόντος. Ωστόσο, ο κρατικός έλεγχος της έρευνας και της καινοτομίας μέσω των επιδοτήσεων και των χρηματοδοτήσεων σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ρίσκο το παίρνει το κράτος (ή η Κομισιόν στην περίπτωση των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων έρευνας). 

Αυτό είναι τραγικό λάθος για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι ηθικός: γιατί θα πρέπει ο φορολογούμενος να επιβαρύνεται με το ρίσκο κάποιου πράγματος το οποίο, αν πετύχει, θα ωφελήσει μόνον συγκεκριμένα άτομα; Δεν είναι ηθικότερο να αποφασίζει ο καθένας από εμάς πού να βάλει τα λεφτά του; Προτιμώ να κρίνω εγώ ο ίδιος αν μια ιδέα με ενδιαφέρει και τη θεωρώ ότι έχει δυνατότητες επιτυχίας, όχι κάποιος υπάλληλος ενός υπουργείου ή της Κομισιόν. Σε ένα μη-κρατικιστικό σύστημα οι επενδυτές είναι ελεύθεροι να επιλέξουν πού θα βάλουν τα χρήματά τους, ή αν θα τα βάλουν. Αυτό δεν είναι μόνο σωστό αλλά και καλό τόσο για τους ίδιους επενδυτές όσο και για εκείνους που καινοτομούν πραγματικά. 

Ερχόμαστε έτσι στο δεύτερο μεγάλο λόγο που είμαι εναντίον των επιδοτήσεων στην καινοτομία. Το κίνητρο για να κάνει κανείς κάτι σωστά είναι επειδή αν το κάνει λάθος θα έχει κάτι να χάσει. Αυτός είναι εν συνόψει ο κίνδυνος, το ρίσκο, κάθε επιχειρηματικής ή καινοτομικής ενέργειας. Εκείνοι που επιχορηγούνται με κρατικές ή ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις δεν έχουν αρκετά ισχυρό κίνητρο να πετύχει η ιδέα τους. Επειδή οι επιχορηγήσεις μειώνουν τον κίνδυνο (αφού τον μεταφέρουν στις πλάτες του φορολογούμενου), ο κύριος οικονομικός στόχος του επιχορηγούμενου είναι να πάρει την επιχορήγηση. 

Στο ισχύον κρατικιστικό σύστημα η επιτυχία μετριέται όχι με το πόσο οικονομικά πετυχημένη ήταν η ιδέα ή το τελικό προϊόν, αλλά κατά πόσον εγκρίθηκε η επιχορήγηση. Αυτό εξηγεί τους γελοίους κομπασμούς των κρατικοδίαιτων Ελλήνων ερευνητών ότι η χώρα μας είναι από τις πρώτες στην κατάταξη εκείνων που εισπράττουν πόρους από τα ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας. Με τις επιχορηγήσεις, αντί να δημιουργείται μια ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης, αναπτύσσεται ένα παρασιτικό σύστημα κατασκευής προτάσεων. 

Το σύστημα αυτό πνίγει τις καλές ιδέες, διότι οι καλές ιδέες που θα προσπαθήσουν βγουν στην αγορά όχι μόνο θα στερηθούν πολύτιμους πόρους αλλά θα βρεθούν αντιμέτωπες απέναντι στην κρατική φορολογική επίθεση. Με εξαίρεση κάποια πεδία θεμελιώδους έρευνας (δηλαδή μη-εφαρμοσμένης) το κράτος όχι μόνον δεν έχει κανένα απολύτως ρόλο να παίξει στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας, αλλά η ανάμειξή του επιλέγει νικητές και ηττημένους με λάθος κριτήρια, διαστρεβλώνοντας την ανταγωνιστικότητα η οποία από μόνη της αρκεί για να κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να πετύχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου