Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί: Μια ενδοοικογενειακή κόντρα


Δεν υπάρχει πιο ψευδεπίγραφη κόντρα από αυτή μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών. Επίσης, δεν υπάρχει πιο καταστροφική κόντρα από αυτή μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών.

Στην Ελλάδα της κρίσης πολλά πράγματα έχουν αλλάξει, οι μισθοί, οι συντάξεις, το ποσοστό της ανεργίας - το μόνο πράγμα που δεν έχει αλλάξει είναι η πολιτική τάξη και η κουλτούρα της. Αυτή η μη αλλαγή είναι το ανείπωτο ζήτημα της υπάρχουσας κρίσης. Πως μια πολιτική τάξη που έχει αποτύχει τόσο τρανταχτά, να παραμένει ακόμα στο προσκήνιο. Το θέμα δεν είναι τα ιστορικά υψηλά ποσοστά αποχής και λευκού στις δημοσκοπήσεις, αλλά γιατί αυτά τα ποσοστά δεν είναι ακόμα υψηλότερα. Η έκπληξη δεν θα έπρεπε να είναι γιατί το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει μονοψήφια ποσοστά, αλλά γιατί υπάρχουν κόμματα με διψήφια ποσοστά.

Για να δείτε πως τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει, όπου μνημονιακός βάλτε εκσυγχρονιστής, ήπια προσαρμογή ή ευρωπαϊστής, και όπου αντιμνημονιακός βάλτε βαθύ ΠΑΣΟΚ, “λαϊκή” δεξιά και αριστερά. Πάνω κάτω, θα βρείτε τα ίδια πρόσωπα να υποστηρίζουν τις ίδιες θέσεις πριν και μετά από το ξέσπασμα της κρίσης. Οι άνθρωποι και οι ιδέες δεν έχουν αλλάξει, έστω και αν οι συνθήκες είναι δραματικά διαφορετικές.

Ο εύκολος δανεισμός και οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις δημιούργησαν μια πολιτική τάξη με μικρές και επίπλαστες διαφορές. Βασικά οι εκσυγχρονιστές ήταν υπέρ του μεγάλου κράτους, οι λαϊκιστές το ήθελαν μεγαλύτερο. Εάν δεν υπήρχαν ο εύκολος δανεισμός και οι επιδοτήσεις, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα της ελληνικής οικονομίας σε μια πιο ουσιαστική βάση, οι ιδεολογικές μας διαφορές θα ήταν πιο ξεκάθαρες, οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μας θα δήλωναν κάτι παραπάνω από μια επιλογή τύπου lifestyle.

Αυτές οι μικρές και επίπλαστες διαφορές τώρα παραμένουν. Έτσι έχουμε τους μνημονιακούς που μας προτείνουν έναν πιο αργό και βασανιστικό θάνατο και τους αντιμνημονιακούς που μας προτείνουν έναν ακαριαίο. Και οι μεν και οι δε μας προτείνουν τις παραπάνω “λύσεις” γιατί εμμένουν στις παραπάνω θέσεις τους, δηλαδή μεγάλο και μεγαλύτερο κράτος.

Πως να εξηγήσεις στους μνημονιακούς ότι μετά από σχεδόν δύο χρόνια μνημονίου το χρέος μεγαλώνει, ότι ακόμα και μετά το χθεσινό κούρεμα θα παραμένει μη βιώσιμο και ότι οι δείκτες οικονομικής ελευθερίας της Ελλάδας σημείωσαν παγκόσμιο ρεκόρ πτώσης το 2011; Ότι όσα πακέτα στήριξης και Μάρσαλ να υπάρξουν, χωρίς την ουσιαστική μείωση του κράτους σε όλα τα επίπεδα, η Ελλάδα θα γίνεται όλο και φτωχότερη.

Πως να εξηγήσεις στους αντιμνημονιακούς ότι η Βόρια Κορέα δεν μπορεί να είναι το όραμα για την Ελλάδα του αύριο. Ότι εκτός Ευρώπης δεν υπάρχουν χώρες που θα δανείζουν τους Έλληνες για να μην παράγουν. Ότι σε περίπτωση άτακτης χρεοκοπίας δεν θα μπορούσαμε να καλύψουμε βασικές ανάγκες σε τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα.

Το κυρίαρχο πρόβλημα με την υπάρχουσα κρίση είναι ότι ο πολιτικός διάλογος που γίνεται τώρα ανήκει στο παρελθόν. Γίνεται από δύο ομάδες που βασικά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και η κάθε μια μας προτείνει το δικό της τρόπο για το ίδιο καταστροφικό τέλος.
Συνέχεια

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Το ιδεολογικό παράδοξο της κ. Διαμαντοπούλου


Στο κείμενο θέσεων για τη διαχείριση της κρίσης που παρουσίασε χθες η κ. Άννα Διαμαντοπούλου προκύπτει ένα πολιτικό και κυρίως ιδεολογικό παράδοξο.

Προτείνει τη λύση μιας προοδευτικής διακυβέρνησης με την συνεργασία της ισχυρής τουλάχιστο δημοσκοπικά Δημοκρατικής Αριστεράς ενώ ταυτόχρονα είναι κάθετη πως η κυβέρνηση συνεργασίας που θα προκύψει θα πρέπει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα με τους εταίρους μας.

Στην ουσία προτείνει δηλαδή την συγκυβέρνηση ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος από τη μια και ενός καθαρά αριστερού (έστω με ευρωπαϊκό προσανατολισμό) από την άλλη για να «εφαρμόσουν» ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, μεταρρυθμίσεις, αποκρατικοποιήσεις και μείωση του δημόσιου τομέα.

Όπως σωστά ανέφερε σήμερα το πρωί στη NET ο μόνιμα αμφιλεγόμενος Μάκης Βορίδης, δεν υπάρχει σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα υπέρ των αποκρατικοποιήσεων, άρα οι σοσιαλδημοκράτες αντιμετωπίζουν μια εσωτερική ιδεολογική αντίφαση στην εφαρμογή ενός προγράμματος μειώσεως ενός κράτους γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι επεκτατική στη πολιτική της. (το απόσπασμα στο βίντεο βρίσκεται στο 15 λεπτό)

Αν και η δεδομένη αποτυχία του μνημονίου είναι βέβαιο πως θα ακυρώσει όποιες διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιφέρουν όσες μεταρρυθμίσεις κατάφερναν να επιτευχθούν, η κ. Διαμαντοπούλου μας προτείνει να εμπιστευτούμε για την εφαρμογή τους , εκείνους που σε αντίθετη περίπτωση από την συμμετοχή τους στη κυβέρνηση θα βρίσκονταν στους δρόμους σε θέση μάχης.

Αυτό είναι μονάχα ένα μικρό δείγμα για να κατανοήσουμε την ποιότητα και τη σοβαρότητα των λύσεων που προτείνουν οι έλληνες σοσιαλδημοκράτες μπροστά στην μεγαλύτερη κρίση στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας.
Συνέχεια

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Από τον "ομορφάντρα" στην ..."Αμαζόνα"


Ύστερα από αυτό, αναμείνατε σύντομα νέο βαρυσήμαντο άρθρο της ηγέριας του εκσυγχρονισμού Χριστίνας Ταχιάου , όπου θα καταγγέλλει τον σεξισμό που κρύβεται πίσω από τον προσφώνηση "Αμαζόνα" και τον πρωτόγονο φαλλοκρατισμό του Νεοέλληνα άνδρα (ο οποίος , για να μην ξεχνιόμαστε, σύμφωνα με τα Άρια γούστα της κ. Ταχιάου, είναι κοντός, άσχημος, λιγδιάρης και βρωμάει ιδρωτίλα).

[Η απάντηση του ΜπλεΜήλου στο μανταμσουσουδίστικο παραλήρημα της Χριστίνας Ταχιάου εδώ]
Συνέχεια

Συναυλία Νταλάρα με έκτακτη συμμετοχή ψευτόμαγκα


Δεν τον συμπαθώ τον Γιώργο Νταλάρα. Ίσως να έχω επηρεαστεί από την πολυετή επίθεση του Τζίμη Πανούση εναντίον του. Ή από την περίφημη εκείνη δήλωση της κας Νταλάρα, που έσταζε “προοδευτικότητα”, «δεν υπάρχουν λαθρομετανάστες». Ναι, άλλο να μένεις στον Άγιο Παντελεήμονα και άλλο να βιώνεις την λαθρομετανάστευση ως επιπλέον επιλογές υπηρετικού προσωπικού. Τέλος πάντων, δεν τον πάω. Αυτό όμως που έγινε χθες στην συναυλία του στο Ίλιον ήταν ένα αποτρόπαιο γεγονός.

Ο κ. Νταλάρας αποφάσισε να ενταχθεί στην μια από τις δύο ομάδες που έχουν βαλθεί να καταστρέψουν την Ελλάδα (μνημονιάκοι - αντιμνημονιακοί) . Έκανε δήλωση στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ όπου δήλωσε «ή μνημόνιο ή καταστροφή.»

Έτσι, οι της άλλης ομάδας καταστροφής (αντιμνημονιακοί) αποφάσισαν να παραβρεθούν στην συναυλία του και να την μετατρέψουν σε «λαϊκό δικαστήριο» πετώντας νερά, γιαούρτια και καρέκλες εναντίον του κ. Νταλάρα.

Έβλεπα αυτές τις σκηνές απαράμιλλης βαρβαρότητας στο βίντεο και σκεφτόμουν ότι δεν είναι οι πρώτες, ούτε και θα είναι οι τελευταίες. Αυτές οι σκηνές που μας στενοχωρούν αλλά που ταυτόχρονα τις έχουμε αποδεχτεί ως ένα αναπόφευκτο κομμάτι της ελληνικής πραγματικότητας, είναι μαζί μας πάρα πολλά χρόνια τώρα, πολύ πριν ξεσπάσει η οποιανδήποτε κρίση.

Οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, που μπορεί να δίνουν διαλέξεις, συνεντεύξεις και να διοργανώνουν συναυλίες για την καρέτα-καρέτα, τους Παλαιστίνιους, τα παιδιά της Αιθιοπίας και τα υπό εξαφάνιση μαρούλια της Βολιβίας, δεν έχουν πει σχεδόν τίποτε για αυτή την βία που μαστίζει την ελληνική κοινωνία δεκαετίες τώρα.

Επιτρέψετε μου να σημειώσω ότι αυτή η παράληψη δεν ήταν τυχαία. Η πολιτική βία είχε συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο, ήταν κατά κανόνα αριστερής προέλευσης. Το να την καταδικάσει κάποιος άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών αποτελούσε μέγα μεταπολιτευτικό ατόπημα. Θα ήταν ένδειξη προσήλωσης στον νόμο και την τάξη, μια τάση προς τα δεξιά και την συντηριτικοποίηση, και όλα αυτά ήταν θανάσιμα αμαρτήματα στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Έτσι οι “ευαισθητοποιημένοι” και “υπεύθυνοι” άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών σιώπησαν - ώσπου μια μέρα το τέρας που δημιουργήθηκε, ήταν πολύ βάρβαρο και άξεστο για να κάνει τις διακρίσεις που μια φορά ήταν βολικές.



Συνέχεια

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Δεν υπάρχει πατριωτισμός χωρίς φιλελευθερισμό


Είσαι από τα άτομα που αυτοπροσδιορίζεσαι ως δεξιός αλλά ταυτόχρονα οργίζεσαι όταν ακούς για ελεύθερη οικονομία και παγκοσμιοποίηση; Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε οφείλουμε να σου πούμε ότι ο πατριωτισμός σου πάσχει. Πάσχει όχι γιατί αυτά που λες δεν τα πιστεύεις, αλλά γιατί αυτά που πιστεύεις οδηγούν την Ελλάδα στην καταστροφή.

Αν αγαπάς την Ελλάδα δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από την σημερινή κρίση εκτός από την επιλογή να αφήσεις του Έλληνες να εργαστούν και να δημιουργήσουν. Το κυρίαρχο δίλημμα των καιρών είναι αν θα επιλέξουμε να ζήσουμε με τις αυταπάτες που καλλιεργήσαμε την εποχή του δανειακού σοσιαλισμού, ή θα αλλάξουμε πορεία και θα απελευθερώσουμε την Ελλάδα από τρόικα, δανειστές και μια διεφθαρμένη πολιτική τάξη που συνεχώς ψεύδεται προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία. Και τα μεγαλύτερα ψέματα που έχει πει η ελληνική πολιτική τάξη είναι αυτά που πιστεύουμε ακόμη.

Μέχρι τώρα τα δανεικά απ’ έξω μας έδιναν την αυτοκαταστροφική δυνατότητα να νομίζουμε ότι μπορούμε να καταναλώνουμε χωρίς να παράγουμε. Η εποχή του τζάμπα τελείωσε. Από εδώ και μπρος, μπορούμε αν θέλουμε να ζούμε με τις σοσιαλιστικές μας αυταπάτες, αλλά να ξέρουμε ότι κάθε χρόνος που περνάει θα μοιάζουμε όλο και περισσότερο με την Αλβανία του Χότζα. Θα είναι μια κάποια σύγκληση, αλλά όχι με αυτούς που περιμέναμε.

Από την άλλη η επιλογή είναι να απελευθερώσουμε τους Έλληνες από τα δεσμά του κρατισμού. Αν προχωρήσουμε γρήγορα σε αυτή την κατεύθυνση όχι μόνο θα βγούμε από την υπάρχουσα κρίση, αλλά η Ελλάδα θα γίνει μια από τις πλουσιότερες χώρες τις Ευρώπης. Μια ευημερούσα Ελλάδα που δεν χρωστά και δεν είναι εξαρτημένη από τους ξένους θα πρέπει να είναι ο στόχος μας.

Είναι αυτός ο στόχος εύκολος; Η απάντηση είναι όχι. Είναι όμως η μόνη λύση. Η μόνη πατριωτική λύση. Και σε όλη αυτή την διαδικασία δεν θα γίνουμε απλά πλουσιότεροι, αλλά και καλύτεροι ως άνθρωποι. Γιατί απλούστατα το να μην είσαι ζήτουλας, διαπλεκόμενος και μπαταχτσής είναι ηθική πρόοδος. Ότι τα ήθη των Ελλήνων έχουν ξεπέσει δραματικά τα τελευταία τριάντα χρόνια σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι δημιουργήσαμε μια οικονομία που βασίζεται στο ότι ο ένας κλέβει τον άλλο και όλοι μαζί τις μελλοντικές γενιές - εκποιώντας παράλληλα ότι δημιούργησαν οι πρόγονοι μας.

Η ιδέα του 21, η ιδέα της ελεύθερης Ελλάδας, γεννήθηκε πρώτα στους Έλληνες που ζούσαν από το διεθνές εμπόριο, ελεύθερα και δημιουργικά. Και ήταν αυτοί οι άνθρωποι που στην προσωπική τους ζωή εξασκούσαν την αρετή της ελευθερίας, που μπόρεσαν να δουν την Ελλάδα μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς αλλιώς. Μια Ελλάδα ελεύθερη και ανεξάρτητη.

Εμείς, τώρα, δεν χρειάζεται να ξανανακαλύψουμε τον τροχό. Ξέρουμε πιο είναι το πατριωτικό μας καθήκον, ξέρουμε που πρέπει να πάμε και τι να κάνουμε. Ξέρουμε ότι το Ελευθερία ή Θάνατος δεν ήταν κάτι περιστασιακό, αλλά ένα κάλεσμα διαρκείας.
Συνέχεια

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Η εκσπερμάτωση του Περικλή και το πολυτονικό σύστημα γραφής


(Μία απάντηση στο: Μιὰ ἐπιμέρους παρατήρηση στὸ ἄρθρο «Ἡ σουρεαλιστικὴ ἐθνική μας συνείδηση» του κου Σωτήρη Μητραλέξη)

Και έτσι λοιπόν ένα άρθρο που γράφτηκε στο πόδι, με αφορμή μια έντονη διένεξη που είχα στο Facebook σχετικά με την καταγωγή των Νεοελλήνων, έγινε αντικείμενο δύο κειμένων-ανταπαντήσεων, μια από τον εξαίρετο Ναπολέοντα Λιναρδάτο και μία από τον άγνωστο μου κο Σωτήρη Μητραλέξη (ο οποίος παρ’όλο που είμαστε εντελώς άγνωστοι μπόρεσε να διακρίνει μέσα σε τρεις παραγράφους την πολιτική μου τοποθέτηση). Επίσης υπήρξε αφορμή και για το εξαιρετικό άρθρο του Νίκου Γεωργιόπουλου, το οποίο με καλύπτει πλήρως (για άγνωστο λόγο ο Νίκος παραμένει στο μπλοκ των πατριωτών σε αντίθεση με εμένα που έχω πλέον περάσει στο πυρ το εξώτερον μαζί με τους άλλους φιλελεύθερους ανθέλληνες της Φιλελεύθερης Συμμαχίας).

Παρά το γεγονός πως ο κος Μητραλέξης έκανε αρκετά φάουλ στο κείμενο του (παράδειγμα: η Μάργκαρετ Θάτσερ, αν και έντονα φιλελεύθερη στον τομέα της οικονομικής πολιτικής δεν υπήρξε ποτέ φιλελεύθερη με την κλασσική έννοια του όρου διότι ακριβώς υπήρξε εθνικίστρια) θα εστιαστώ κυρίως στο κομμάτι που αφορά τους τόνους και το πολυτονικό σύστημα.

Η πρώτη μομφή που μου απευθύνθηκε είναι πως είμαι “αδιάβαστος στα βασικά” σχετικά με το θέμα του πολυτονικού. Ας δούμε λοιπόν πως μας προέκυψε το πολυτονικό. Κατά την επικρατούσα εκδοχή, το πολυτονικό σύστημα ήταν εφεύρεση του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, διεθυντή της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας γύρω στα στα τέλη του τρίτου αιώνα π.Χ. Tο επινόησε για να βοηθήσει τους μελετητές της ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά. Επομένως το πολυτονικό σύστημα, ως γλωσσικός νεωτερισμός, δεν εισήχθηκε για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία ελληνικά, επειδή η απόδοση των αρχαίων ελληνικών ήταν μουσική και τονική, δηλαδή εντελώς διαφορετική από την απόδοση των νέων ελληνικών. Ήδη, στα χρόνια της ελληνιστικής εποχής, με τα πλήθη των ξένων υποτελών των ελληνιστικών βασιλείων, η προφορά της ελληνικής είχε απομακρυνθεί σημαντικά από την προφορά της στα χρόνια της κλασσικής Ελλάδας. Αργότερα, οι βυζαντινοί μελετητές, θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα, ίσως επειδή είχε συνδυαστεί έντονα με την Καινή Διαθήκη η οποία γράφτηκε στα ελληνικά. Από τους Βυζαντινούς κληρονόμησαν το πολυτονικό οι Νεοέλληνες τη διατήρηση του οποίου οι αρχαιόπληκτοι σοφολογιότατοι που ανέλαβαν τη δημιουργία της τεχνητής καθαρεύουσας θεώρησαν επιβεβλημένη, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο ήταν περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Άλλωστε στο μυαλό των σοφολογιότατων που θεωρούσαν την νεοελληνική “χυδαία”, η διατήρηση του πολυτονικού επιβεβαίωνε το εθνικό ιδεολόγημα του νεοσύστατου κρατιδίου περί τρισχιλιετούς Ελληνικού Έθνους, με τους Αρβανίτες της Αττικής, τους τσομπαναρέους Βλάχους και Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας και τους αγρότες χωρικούς της Πελοποννήσου να είναι όχι μόνο πνευματικοί αλλά και βιολογικοί απόγονοι των “αρχαίων ημών ενδόξων προγόνων”, δηλαδή απευθείας προϊόν εκσπερμάτωσης του Περικλή, του Πλάτωνα και του Σωκράτη (σημείωση: δεν αναφέρομαι στους Βορειοελλαδίτες όχι για λόγους ρατσισμού αλλά διότι, με βάση το ίδιο εθνικό ιδεολόγημα, αυτοί είναι απ’ευθείας προιόν εκσπερμάτωσης του Μέγα Αλέξανδρου).

Ας δούμε λίγο και το μονοτονικό, η ιστορία του οποίου με βάση το κείμενο του κου Μητραλέξη περιορίζεται στο “βγήκε το ΠαΣοΚ το ‘81 και μας επέβαλλε το μονοτονικό”. Στην πραγματικότητα, η σκέψη για κατάργησή του πολυτονικού, αν και είχε ήδη αρχίσει από τα την εποχή του Ελληνικού Διαφωτισμού, γενικεύτηκε τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και συνδέθηκε με την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής. Το κομμάτι το οποίο ακολουθεί προέρχεται από σχετικά κείμενα του κου Νίκου Σαραντάκου (συγγραφέα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου “Γλώσσα μετ’ εμποδίων”), το οποίο προσπάθησα να συντομεύσω ώστε να κουράσω όσο το δυνατόν λιγότερο. Το 1884 ο Νικόλαος Φαρδύς επιχειρεί πρώτος να απαλλάξει την καθαρεύουσα από τους τόνους και τα πνεύματα, ενώ σε ανάλογες κινήσεις θα προβούν οι Ισίδωρος Σκυλίτσης και Αλέξανδρος Πάλλης. Το ίδιο πνεύμα, της απλοποίησης δηλαδή του ορθογραφικού και τονικού συστήματος, διακρίνει τα κείμενα και πολλών άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών που από το 1884 και εξής εμφανίζονται ως θερμοί υποστηρικτές μιας τέτοιας προοπτικής. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε το γλωσσολόγο Γεώργιο Χατζιδάκι, που το 1911, αν και ένθερμος αντίπαλος του δημοτικισμού, προτείνει την απλοποίηση του τονισμού στα σχολεία. Ο Χατζιδάκις θα προχωρήσει στην πρόταση αυτή μετά από τη διαπίστωση πως η ορθογραφία και το περίπλοκο σύστημα που εφαρμοζόταν τότε στην εκπαίδευση προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στους μικρούς μαθητές που προσπαθούσαν να μυηθούν στην ελληνική γλώσσα. Την υιοθέτηση του απλοποιημένου τονικού συστήματος θα υποστηρίξουν με τη σειρά τους, μέσα στα επόμενα χρόνια, και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων, μεταξύ αυτών οι Ε. Γιανίδης, Εμμανουήλ Κριαράς, Γ. Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Βασίλης Ρώτας και πλήθος άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών.

Από πλευράς ελληνικής Πολιτείας, το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών, και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Τότε ο Παπανδρέου δεν έλαβε καμία απάντηση, αν και, όπως έγινε γνωστό εκ των υστέρων, στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών διαμορφώθηκαν κάποιες προτάσεις για το θέμα. Το 1938 θα συγκροτηθεί από τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που σκοπό είχε να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, η επιτροπή θα προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος. Ο Μεταξάς ωστόσο θα απορρίψει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Τον χειμώνα του 1941-1942, σάλο προκαλεί ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» όπου προτείνει την καθιέρωση του μονοτονικού. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών θεώρησε πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία η οποία ολοκληρώθηκε με δίμηνη παύση του Ι. Κακριδή από τα καθήκοντα του καθηγητή.

Η τρίτη, έμμεση, προσπάθεια της πολιτείας να διευθετήσει το θέμα του τονισμού σημειώνεται δύο μόλις χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, το 1976, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης συγκρότησε μια επιτροπή στην οποία ανέθεσε την εξέταση της νέας γραμματικής. Η επιτροπή αυτή θα εισηγηθεί στην ηγεσία του υπουργείου την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, εισήγηση που όμως θα σταματήσει μπροστά στους δισταγμούς της πολιτείας να προχωρήσει στην εφαρμογή της. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως, όταν το 1979 το ΠαΣοΚ έφερε στη Βουλή πρόταση νόμου για την καθιέρωση του μονοτονικού, ο αρμόδιος υφυπουργός Βασίλης Κοντογιαννόπουλος δήλωσε

"η κυβέρνηση δεν είναι αντίθετη με το μονοτονικό σύστημα, πρέπει όμως πρώτα να επιλυθούν άλλα ζητήματα της εκπαίδευσης."

Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, ο εισηγητής της πλειοψηφίας, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας κ. Καραϊσκάκης, ζήτησε μεν την απόρριψη της πρότασης νόμου χαρακτηρίζοντας το νομοσχέδιο «ατελές», ωστόσο στην ομιλία του τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης του μονοτονικού στην εκπαίδευση και ζήτησε από τον αρμόδιο υπουργό να φέρει στη Βουλή νομοσχέδιο που να ρυθμίζει το θέμα.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί πως προς το τέλος της δεκαετίας ’70, το μονοτονικό είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, που ο ένας στους δύο αναγνώστες εφημερίδων δεν έβλεπε πια περισπωμένες και δασείες όταν διάβαζε την εφημερίδα του, αφού έξι μεγάλες καθημερινές εφημερίδες (Βήμα, Νέα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία δυο Θεσσαλονικιές) τυπώνονταν με κάποια μορφή μονοτονικού. Η ιστορία θα λείξει τελεσίδικα στις 12 Ιανουαρίου 1982, όταν η Ελληνική Βουλή καθιερώνει και επίσημα το μονοτονικό.

Αφού λοιπόν δείξαμε πως το μονοτονικό δεν προέκυψε το 1982 από παρθενογένεση αλλά μέσα από μια μακρά και επίπονη διαδικασία που ξεκίνησε από τον απλό κόσμο, ο οποίος δεν έβλεπε τον λόγο να συσσωρεύει γνώση η οποία δεν είχε καμία πρακτική αξία, ας δούμε και ένα άλλο κομμάτι από τα γραφόμενα του κου Μητραλέξη. Μας λέει λοιπόν ο καλός κύριος πως με την καθιέρωση του μονοτονικού

ἔχουμε γιὰ πρώτη φορὰ δύο γλῶσσες, ὄχι διαφορετικὲς φάσεις τῆς ἴδιας...Ξαφνικά, ὅλα τὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν μέχρι τὸ 1982 εἶναι γιὰ τοὺς μαθητὲς «στὰ ἀρχαῖα»: δὲν πᾶ’ νά’ναι Ἐλύτης, Σεφέρης ἢ κάποιο μανιφέστο δημοτικισμοῦ”.

Θα ήθελα να προτείνω στους αναγνώστες το ακόλουθο πείραμα. Διάλεξα ένα από τα πιο διάσημα και πιο αγαπημένα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, την Άρνηση, την οποία θα γράψω πρώτα σε πολυτονικό

Στό περιγιάλι τό κρυφό
κι’ἄσπρο σάν περιστέρι
διψάσαμε τό μεσημέρι
μά τό νερό γλυφό

Πάνω στήν ἄμμο τήν ξανθή
γράψαμε τ᾽ὄνομά της
ὡραία πού φύσηξεν ὁ μπάτης
καί σβήστηκε ἡ γραφή.

Μέ τί καρδιά μέ τι πνοή
τί πόθους καί τί πάθος
πήραμε τή ζωή μας λάθος!
κι᾽ἀλλάξαμε ζωή.

Τώρα θα γράψω το ίδιο κείμενο σε μονοτονικό

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι’άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’όνομά της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μα λάθος!
κι’αλλάξαμε ζωή.


Θα ήθελα να παρακαλέσω τους αναγνώστες να διαβάσουν φωναχτά και να μαγνητοφωνήσουν το πρώτο (το πολυτονικό) κείμενο. Μετά να κάνουν το ίδιο και με το δεύτερο, μονοτονικό κείμενο. Αφού τελειώσουν, να παίξουν τις δύο ηχογραφήσεις, την μία μετά την άλλη, για να διαπιστώσουν τις διαφορές που υπάρχουν. Αν πάλι θέλουν, μπορούν να ζητήσουν από κάποιο συγγενή ή φίλο να ακούσει τις δύο μαγνητοφωνήσεις και να ζητήσουν μετά να τους πει πιο από τα δύο κείμενα γράφτηκε σε πολυτονικό και πιο σε μονοτονικό. Όσοι πιστεύουν τη θεωρία του κου Μητραλέξη περί δύο γλωσσών, θα εκπλαγούν από το αποτέλεσμα!

Κράτησα για το τέλος το τελευταίο κομμάτι της ανάλυσης του κου Μητραλέξη. Το κομμάτι όπου αναφέρεται πως δεν δικαιούμαι να ομιλώ καθ’ότι μη ειδικός. Πράγματι έχει δίκιο ο κος Μητραλέξης. Δεν είμαι ειδικός. Το διδακτορικό μου και το αντικείμενο το οποίο διδάσκω στο Πανεπιστήμιο είναι η Βιοχημική Μηχανική. Εμείς λοιπόν οι Βιοχημικοί Μηχανικοί έχουμε γενικά μεγάλη τρέλα με τον Δαρβίνο και την Εξέλιξη των Ειδών. Την ίδια τρέλα έχουν πάνω-κάτω και οι περισσότεροι επιστήμονες που ασχολούνται με τις Βιολογικές Επιστήμες (Βιολόγοι, Γιατροί, ακόμα και Χημικοί). Επειδή λοιπόν έχουμε τόση τρέλα με την Εξελικτική Θεωρία, μιας και πιστεύουμε πως η εξέλιξη των Ειδών μας λέει από που ερχόμαστε (όχι απλά ως Έλληνες αλλά ακόμα πιο γενικά ως άνθρωποι) και που πηγαίνουμε, θέλουμε όλοι οι Έλληνες μαθητές να αποστηθίσουν το On the origin of Species του Δαρβίνου και μάλιστα στο πρωτότυπο, αγγλικό κείμενο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θέλουμε κάθε φορά που ένας Έλληνας πολίτης θα έχει οποιαδήποτε συναλλαγή με το Δημόσιο να γράφει υποχρεωτικά και μια παράγραφο από το On the origin μαζί με κάθε αίτηση που καταθέτει. Αυτολεξεί. Γιατί έτσι γουστάρουμε. Γιατί έχουμε την τρέλα μας.

Προφανώς, κάθε λογικός άνθρωπος θα θεωρήσει μια τέτοια απαίτηση παράλογη. Πρώτον διότι δεν κουβαλάει την τρέλα που έχουμε εμείς των βιολογικών επιστημών με το Δαρβίνο. Δεύτερον διότι αυτή η γνώση, για όσους δεν ασχολούνται με το αντικείμενο, είναι εντελώς άχρηστη. Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο απαντώ στον κο Μητραλέξη: κε Μητραλέξη μου, αν η διαμάχη των τόνων ήταν μεταξύ φιλολόγων και “ειδικών” όπως εσείς, να είστε σίγουρος πως δεν θα έχανα ούτε ένα δευτερόλεπτο από τη ζωή μου να ασχοληθώ με το θέμα. Δυστυχώς όμως, εσείς οι πολυτονιστές θέλετε να επιβάλετε σε εμάς τους υπόλοιπους την τρέλα σας με τους τόνους, υποχρεώνοντας μας να παπαγαλίζουμε το τι δασείνεται και το τι περισπάται, υποχρεώνοντας μας να περνάμε άπειρες ώρες από τη ζωή μας αποκτώντας γνώση παντελώς άχρηστη και άσχετη. Ε λοιπόν, εφ’όσον θέλετε να επιβάλετε την τρέλα σας σε όλους μας, θα υποστείτε την κριτική του κόσμου και θα ακούσετε τις απόψεις όλων μας. Ως άνθρωπος που προέρχεται από εκσπεράτωση του Περικλή (ή έστω κάποιου Αθηναίου της κλασσικής Ελλάδας) φαντάζομαι πως αντιλαμβάνεστε καλύτερα από εμένα την έννοια της πολυφωνίας και της Δημοκρατίας. Ή μήπως κάνω λάθος;

Θα σας αφήσω με το παρακάτω βίντεο στο οποίο η καθηγήτρια Ελένη Γλυκατζή-Αρβελέρ μιλά για το θέμα της αρχαιοπληξίας στη χώρα μας

http://www.youtube.com/watch?v=-bMnMyhvPK8&feature=share
Συνέχεια

Μιὰ ἐπιμέρους παρατήρηση στὸ ἄρθρο «Ἡ σουρεαλιστικὴ ἐθνική μας συνείδηση»



Τοῦ Σωτήρη Μητραλέξη

Τὸ σύντομο αὐτὸ σημείωμα δὲν ἀποτελεῖ ἀπάντηση στὸ ἄρθρο «Ἡ σουρεαλιστικὴ ἐθνική μας συνείδηση». Γιὰ δύο λόγους: (α) οἱ ἀπόψεις μου γι’ αὐτὰ τὰ θέματα εἶναι ἀποτυπωμένες διὰ τῆς ἀρθρογραφίας γιὰ ὅποιον ἐνδιαφέρεται καὶ (β) δὲν θέλω νὰ κουράσω ὅποιον δὲν ἐνδιαφέρεται.

Νὰ σημειώσω μόνο ὅτι στὴν Ἑλλάδα οἱ ὄντως κατ’ ἰδεολογία φιλελεύθεροι χωρίζονται σὲ δύο κατηγορίες, στὸν «τῦπο Μπλὲ Μήλου: Λιναρδάτου-Γεωργιόπουλου-Χορμοβίτη» καὶ στὸν «τῦπο φιλελεύθερης συμμαχίας». Οἱ πρῶτοι στοχάζονται φιλελεύθερα ἀγκαλιάζοντας τὴν ἐθνική τους ταυτότητα (κάτι στὸ ὁποῖο μιὰ Θάτσερ ἐπέμενε ἐντόνως). Οἱ δεύτεροι μετανιώνουν μιὰ ζωὴ ποὺ δὲ γεννήθηκαν ὑπήκοοι Βελγίου ἢ Λουξεμβούργου -ἢ ποὺ δὲν προσγειώθηκαν στὴν γῆ μὲ ἀλεξίπτωτο- καὶ ἔχουν νὰ μπλέξουν μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ζόρικα θέματα, ἐθνικὴ ταυτότητα-παράδοση-ἱστορία-παρελθόν-μέλλον. Γι’ αὐτοὺς γιὰ ὅλα τὰ κακὰ τῆς Ἑλλάδος φταίει ὁ... ὑπερβολικὸς πατριωτισμός- ὄχι ἡ ἔλλειψη αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει.

Ἡ παρατήρηση ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἑξῆς ἀπόσπασμα:

«Και μέχρι το 1982- δηλαδή 150 χρόνια από την Ανεξαρτησία- θεωρούσε απαραίτητο να βάζει κουκίδες και σχηματάκια πάνω και κάτω από τα γράμματα επειδή κάποιοι λόγιοι ονειρεύονταν πως έτσι διατηρούνταν η επαφή με το (μεταφυσικών διαστάσεων για τους ίδιους) αρχαιοελληνικό κλέος.»


(Δὲν θὰ ἐκθέσω ἐδῶ τὴ γνώμη μου (1, 2) γιὰ τὸ πολυτονικὸ καὶ τὴν χρησιμότητά του σήμερα γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους -α- καὶ -β-). Ἐδῶ ὁ ἀρθρογράφος πιάνεται ἀδιάβαστος στὰ βασικά. Κανεὶς λόγιος δὲν ὁνειρεύτηκε ὅτι μὲ τὸ πολυτονικὸ θὰ διατηρεῖτο ἡ ἐπαφὴ μὲ κάποιο «ἀρχαιοελληνικὸ κλέος». Τὰ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα γράφτηκαν ἄλλωστε σὲ μεγαλογράμματη γραφή. Τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὅμως, ὁ κυρίως τρόπος γραφῆς -ὀπτικῆς ἀποτύπωσης- τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀργότερα ὀνομάσαμε «πολυτονικό». Κανεὶς ἰδεαλιστὴς δὲν τὰ «ξαναέφερε»- ἤδη ἐκεῖ ἦταν. Τὰ τονισμένα ἑλληνικὰ ἐπέζησαν τῶν τετρακοσίων ἢ στὶς περισσότερες περιοχὲς πεντακοσίων ἐτῶν τῆς Τουρκοκρατίας, χωρὶς κάποιο «ὑπουργεῖο» ἢ κάποιο «κράτος» νὰ τὰ συντονίζει. Δὲν ἐπέζησαν τοῦ ἀνδρεϊκοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ (καί, ἂν δὲν τὸν εἶχε προλάβει ὁ Παπανδρέου, δὲν θὰ ἐπιζοῦσαν τοῦ κ. Κόφφα). Οἱ δημοτικιστὲς ἔγραφαν πολυτονικά, δὲν σχετίζεται μὲ τὸ «γλωσσικὸ ζήτημα», μὲ τὸ χάσμα λαοῦ καὶ λογίων. (Φυσικά, πολλοὶ ἔγραφαν ἐνίοτε ἀνορθόγραφα- ὅπως ἀκριβῶς καὶ τώρα).

Μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τονικοῦ συστήματος ἀλλάζει ἡ γραπτὴ ἀποτύπωση τῆς γλώσσας γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια. Ξαφνικά, στὸ βίωμα τῆς ὀπτικῆς ἀποτύπωσης, ἔχουμε γιὰ πρώτη φορὰ δύο γλῶσσες, ὄχι διαφορετικὲς φάσεις τῆς ἴδιας –διαχωρισμὸς τεχνητὸς καὶ πασοκικός, μιὰ ἀκόμα «καθαρεύουσα» ποὺ ὅμως καθαρεύει ὡς πρὸς τὴν ἀνύπαρκτη λαϊκότητά της. Ξαφνικά, ὅλα τὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν μέχρι τὸ 1982 εἶναι γιὰ τοὺς μαθητὲς «στὰ ἀρχαῖα»: δὲν πᾶ’ νά’ναι Ἐλύτης, Σεφέρης ἢ κάποιο μανιφέστο δημοτικισμοῦ. Καὶ τὰ λοιπά.

Βεβεα, καπχη θα θελανε να γραφυμε καπος ετσι, οπος ο αναφερθης Γιανης Βηλαρας. Ί akoma kai etsi, opote tha ixame safi oikonomika ofeli. And why not abolish the greek language entirely- after all, it is spoken by a small and diminishing number of people and gives them many disadvantages.

Λυπᾶμαι, προσωπικὰ δὲν ἀνήκω σ’ αὐτούς.

Τί θέλω νὰ πῶ μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρηση;

Στὸ διαδίκτυο παίρνουμε ὅλοι ἕνα πληκτρολόγιο καὶ γινόμαστε ἐλεύθεροι σκοπευτὲς- κι ὅποιον πάρει ὁ Χάρος.

Ὁ δημόσιος λόγος μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ εὐκολώτερος ἐν σχέσει μὲ παλαιότερα, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συνεπάγεται ὅτι φέρει λιγώτερη εὐθύνη. Ἐγὼ ποὺ διατρίβω στὶς θεωρητικὲς ἐπιστῆμες ὡς φιλόλογος, δὲν ἀρθρογραφῶ γιὰ τὴν κβαντικὴ φυσικὴ ἢ τὴν μηχανολογία, ἂν μὴ τὶ ἄλλο διότι «ὁ φόβος φυλάει τὰ ἔρμα» (ἢ ὅπως θὰ ἔλεγε σὲ εὐθεία μετάφραση ὁ βεβαίως ἄσχετος μὲ ἐμᾶς καὶβεβαίως ἀπολύτως ἀμέτοχος συνεχείας Θουκυδίδης, ΣΤ’ 35 «πάντα γὰρ ὑπὸ δέους ξυνίσταται») καὶ φοβᾶμαι μὴν πετάξω καμιὰ ἀδέσποτη. Νὰ πῶ τὴν ἁμαρτία μου, σ’ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο θέμα θὰ χαιρόμουν ἂν μὲ μιμοῦνταν κι ἄλλοι.


(Ὑστερόγραφο πρὸς τυχὸν σχολιαστές: Μὲ τὴν ἀνωτέρω παρατήρηση δὲν ἐπιδιώκω νὰ θέσω τὸ ζήτημα τοῦ πολυτονικοῦ καὶ τῆς μονοτονίας, ἀλλὰ θέτω αὐτὸ ποὺ θέτω- τὸ ζήτημα τοῦ μπλόγκερ ὡς ἐλεύθερου σκοπευτῆ, ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἀρθρογραφεῖ ἐκτενῶς γιὰ ὅσα ξέρει στὸ περίπου. Κρατῆστε τὰ φιλελεύθερα πυρά σας γιὰ τυχὸν ἐξειδικευμένο ἄρθρο περὶ τοῦ θέματος τῶν τόνων, ὄχι ἐδῶ.)

Συνέχεια