Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η υποκρισία της Ελληνικής Αριστεράς

Όταν επί 28 χρόνια η 17 Νοέμβρη δολοφονούσε μη Αριστερούς, τα εγκλήματα της χαρακτηρίζονταν από την Αριστερά "πολιτικά". Όταν επί ένα μήνα το Δεκέμβριο του 2008 εγκληματίες έκαιγαν ελληνικές πόλεις οι Αριστερά τους αποκαλούσε "παιδιά". Όταν η αντίδραση σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης της χώρας τορπιλίζεται με τη βία και τον τσαμπουκά, η Αριστερά αυτό το αποκαλεί "επανάσταση". Όταν επί 38 χρόνια η Αριστερά όχι απλά έχει ηθικά νομιμοποιήσει αλλά έχει αποθεώσει τη βία στη δημόσια ζωή της χώρας όποιος τολμά να αρθρώσει την αντίθεση του χαρακτηρίζεται φασίστας. Και σήμερα που η βία που καθαγιάστηκε από την Αριστερά έγινε όπλο του εθνικοσοσιαλισμού με τα μπουμπούκια της Χρυσής Αυγής να βρίσκονται προ των πυλών της Βουλής, η Αριστερά δηλώνει σοκαρισμένη και μας καλεί στα όπλα να προστατεύσουμε τη Δημοκρατία. Ελληνική Αριστερά: ο ορισμός της υποκρισίας. Συνέχεια

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Να ξεφύγουμε από τον λήθαργο του κρατισμού


Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανία ξόδευε καθημερινά για τις ανάγκες του κράτους περί τις πεντακόσιες χιλιάδες λίρες. Λίγο μετά την είσοδό της στον πόλεμο ο λογαριασμός ανέβηκε στα πέντε εκατομμύρια την ημέρα. Τα οποία δεν είχε και αναγκαστικά τα δανειζόταν. Σύντομα το χρέος έγινε τόσο μεγάλο ώστε ήταν αδύνατο να πληρωθεί από το βρετανικό θησαυροφυλάκιο. Αν έχαναν οι σύμμαχοι τον πόλεμο μαζί με την Βρετανία θα χρεοκοπούσαν οι αμερικανικές Τράπεζες που την είχαν δανείσει. Αν, αντίθετα, έχανε η Γερμανία θα ήταν εκείνη που θα ήταν υποχρεωμένη να καλύψει τον σχετικό λογαριασμό.

Ηταν λοιπόν αδύνατον να λήξει ο πόλεμος δίχως νικητή. Ετσι οι μάχες χαρακωμάτων δεν σταματούσαν. Δίχως νικητή και με εκατομμύρια θύματα. Η λύση τελικά δόθηκε με την είσοδο της Αμερικής στην σύρραξη. Που οδήγησε την Γερμανία στην συνθηκολόγηση. Και σε μια ατιμωτική για την Αυστρία και την Γερμανία ειρήνη που αρκετά περίεργα, αλλά όχι δυσεξήγητα, ανάχθηκε ο ανθρωπιστής Αμερικανός Πρόεδρος Γούντρουω Ουίλσον.

Το χρέος λοιπόν και τότε είχε δημιουργηθεί από τις ανάγκες του κράτους. Κι’ αντιμετωπίσθηκε μέσω της οικονομικής καταστροφής μιάς ολόκληρης κοινωνίας. Της Γερμανικής. Που σταδιακά οδήγησε στην άνοδο του Ναζισμού και στην έκρηξη ενός καινούργιου Ευρωπαικού ολοκαυτώματος. Τα ευρωπαικά κράτη όμως ούτε και τότε δεν έβαλαν μυαλό. Ο δημόσιος τομέας συνέχισε να διογκώνεται. Και οι ποταμοί των παροχών που διοχετεύονταν στις κοινωνίες να αυξάνουν. Από πολλούς μάλιστα αυτό αποτελούσε το σήμα κατατεθέν μιάς πετυχημένης συνταγής – του περίφημου ευρωπικού κοινωνικού κράτους. Πακτωλοί χρημάτων έκαναν τα τσέπες των Ευρωπαίων εργαζομένων υγιέστερες και την ζωή τους ανετότερη. Χρήματα όμως κατά βάση δανεικά – που τα περισσότερα δεν είχαν κερδηθεί από τις οικονομίες στις οποίες κατέληγαν.

Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε σήμερα γύρω μας. Τεράστια, απαιτητά πλέον, χρέη, άγριες περικοπές κοινωνικών ωφελημάτων, μείωση μισθών και επικίνδυνες πλέον κοινωνικές αναταράξεις. Δεν συμβαίνουν βέβαια παντού τα ίδια. Οι περισσότερες ευρωπαικές χώρες κλονίζονται από Τραπεζικά συστήματα αδιέξοδα, αφελή η άθλια διαχειριζόμενα. Και πολλά κράτη αναγκάζονται να παρέμβουν για να καλύψουν τα απίστευτα χρέη τους. Ετσι έγινε στην Βρετανία, την Ιρλανδία, την Ισλανδία και σε κάποιο βαθμό στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Παρόμοια αδιέξοδα έχουν ακουμπήσει και την Γερμανία με τις υπερχρεωμένες περιφερειακές της Τράπεζες που όμως για την ώρα καλύπτονται από ένα αρκετά αποτελεσματικό ομοσπονδιακό σύστημα.

Στην Ελλάδα όμως, όπως και στην Ιταλία και την Γαλλία, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Η χρεοκοπία εδώ προέρχεται από το κράτος. Δεν προκλήθηκε από τις Τράπεζες. Με την ελαφριά εξαίρεση της Γαλλίας, όπου τα αίτια είναι μικτά, η κατάρρευση δεν υπήρξε αποτέλεσμα άστοχων τραπεζικών χειρισμών. Προήλθε κυρίως από μιά απλοχεριά παροχών και διοχέτευσης χρήματος στην αγορά που όμως ουδέποτε είχαν παραχθεί από την δράση της οικονομίας. Ησαν όλα δανεικά. Το κράτος μεγάλωνε κι’ έπαιζε τον ρόλο σπλαχνικής γκουβερνάντας με χρήματα που δεν ήσαν δικά του. Εγινε κόσμος πλούσιος, ζώντας σε ένα κλίμα απίστευτης ευημερίας, δίχως ποτέ η οικονομία να έχει βγεί έξω και πάνω από τα όρια μιάς μέτριας η ακόμη και ελαττωματικής απόδοσης. Η κρίση ήταν αναπόφευκτο πως κάποια στιγμή θα μας χτυπούσε την πόρτα.

Τι μπορεί να γίνει τώρα; Η καταιγίδα μιάς διακυβέρνησης με σοσιαλ-κρατικίστικους προσανατολισμούς φαίνεται να έχει περάσει. Το αύριο όμως είναι ακόμη σκοτεινό και αβέβαιο. Τα κόμματα της μέχρι τώρα αντιπολίτευσης δεν έχουν ξεκάθαρα αποκοπεί από το συλλογικό κρατικίστικό τους παρελθόν. Προτείνουν μειώσεις φορολογικών συντελεστών αλλά αποφεύγουν να μιλήσουν για δραματικές περικοπές στον δημόσιο τομέα. Είναι ανάγκη όλοι να καταλάβουν πως το κράτος δεν είναι μηχανισμός προώθησης προσωπικών εξυπηρετήσεων των πολιτικών αλλά μέσο διευκόλυνσης της καθημερινότητας όλων μας. Ρόλος του δεν είναι να μεσολαβεί ώστε κάποιοι από εμάς να γίνουμε πλουσιότεροι η να βρεθούμε σε καλύτερες θέσεις. Αποστολή του είναι να φροντίζει τις κοινωνικο-οικονομικές υποδομές ώστε να μπορούμε να δημιουργήσουμε ανεμπόδιστα και να φθάσουμε με τις δικές μας δυνάμεις κοντά στην επιτυχία.

Κι αυτά δεν μπορούν να γίνουν, αν παραμείνουμε δεμένοι πάνω στο ληθαργικό άρμα του κρατισμού…
Συνέχεια

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η μεγάλη ληστεία της μεταπολίτευσης


Δε χωρεί πλέον αμφιβολία ότι η μεταπολίτευση στην Ελλάδα λειτούργησε σαν προκάλυμμα για συμμορίες που άλωσαν τα δυο μεγάλα κόμματα, έφτασαν σε υψηλά κομματικά και κυβερνητικά αξιώματα, λεηλάτησαν τα δημόσια οικονομικά, δημιούργησαν νέα οικονομικά και πολιτικά τζάκια και υποθήκευσαν το μέλλον της χώρας μας για δεκαετίες. Όπως οι ιοί στην ανθρώπινη βιολογία, έτσι και οι συμμορίες αυτές αποίκισαν τα δυο κόμματα και επιδίωξαν να εκδιώξουν όσους αρχικά αντέδρασαν στο βίο και πολιτεία τους. Κρύβονταν πίσω από πολιτικούς οι οποίοι ήλπιζαν ότι θα διακριθούν στην πολιτική ως μεταρρυθμιστικές και εκσυγχρονιστικές δυνάμεις και υπήρξαν, είτε άθελά είτε ηθελημένα, τη βιτρίνα εγκληματικών οργανώσεων που σε αντίθεση με τη Σικελική μαφία δε ρίσκαρε όταν απομυζούσε τον εθνικό πλούτο από θέση εξουσίας και με ασυλία, βουλευτική και υπουργική.

Για τη διεφθαρμένη κάστα, το δικομματικό σύστημα δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της αλλαγής. Αντί της παραδοσιακής και ξεπερασμένης δικτατορίας όπου δεν υπάρχει "εναλλακτική" λύση διακυβέρνησης, ο δικομματισμός παρείχε τη βαλβίδα εκτόνωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας: το ένα κόμμα ερχόταν στην εξουσία αλλάζοντας τη εικόνα του, προωθώντας νέα πρόσωπα και δημιουργώντας συναισθήματα αλλαγής, ανακούφισης και ελπίδας. Τα δυο κόμματα κέρδιζαν εκλογές βασιζόμενα στη λήθη και σε μια ρητορική του τύπου «μάθαμε από τα λάθη μας» και «κάναμε την αυτοκριτική μας» με πολιτικούς ηγέτες χαρισματικούς στο λόγο, με άξιους δημαγωγούς που επένδυαν στο συναισθηματισμό και στο θυμικό των Ελλήνων.

Στις συνθήκες της μεταπολίτευσης, η βιωσιμότητα του συστήματος της διαφθοράς στην Ελλάδα απαιτούσε δημοκρατική νομιμοποίηση. Καλλιέργησε έτσι τη λαϊκή ανοχή και κέρδισε έως πρόσφατα μια σιωπηλή συναίνεση. Κομματικοί παράγοντες εξαγόραζαν μικροαπατεώνες και κουτοπόνηρους υποστηρικτές με ρουσφέτια. Τους έδιναν ένα κόκκαλο για να σκύψουν το κεφάλι και να κλείσουν τα μάτια σε όσα βρώμικα συνέβαιναν. Με μέσο χειραγώγησης ένα τεράστιο πελατειακό σύστημα, το σύστημα διαφοράς στην Ελλάδα μπορεί να ονομαστεί ως «συμμετοχική διαφθορά». Σε σχέση με τη διαφθορά περιοριζόμενη σε επίπεδο ελίτ, η συμμετοχική διαφθορά βασιζόταν στην εξαγορά με πελατειακές σχέσεις. Εξαγόραζε συνειδήσεις κατευθείαν, και δε χρειαζόταν να ελέγχει συμπεριφορές όπως η καταστολή σε μια τυπική δικτατορία τύπου Λατινικής Αμερικής. Στο σύστημα αυτό δεν είναι ο χωροφύλακας που σου κτυπάει την πόρτα, αλλά εσύ, ο οπαδός, που σέρνεσαι στα κομματικά γραφεία ζητώντας δουλειά, επιδότηση, δάνειο, καλύτερη στρατιωτική θητεία, ρύθμιση χρεών, δημόσια προμήθεια κτλ.

Η συμμετοχική διαφθορά, επομένως, εξοικονομούσε στα μέσα καταστολής δημιουργώντας εθελοδουλία αντί της καταστολής. Έδινε μια ψευδαίσθηση επιλογής ενώ στην ουσία στερούσε την ελεύθερη επιλογή, καθώς καταδίκαζε τους αντιπάλους του με αποκλεισμό από τη λεία και με οικονομική απομόνωση και καταστροφή στα γρανάζια της γραφειοκρατίας για όποιους πολίτες και επιχειρηματίες δεν θέλησαν να προσεγγίσουν το πελατειακό δίκτυο για να βρουν γρήγορη «λύση». Η ρητορεία της κοινωνικής ευαισθησίας, του σοσιαλισμού, του πατριωτισμού κάλυπτε την τακτική της εξαγοράς συνειδήσεων. Έτσι ο κομματικός ραγιάς γινόταν, για παράδειγμα, υπάλληλος της ΔΕΗ με προνόμια και μισθό πολλαπλάσιο από έναν εργάτη ή άνεργο στο Πέραμα που δεν έγινε μέλος ή φίλος του κόμματος.

Σε αυτές τις συνθήκες έντονου κομματικού κρατικοδίαιτου καπιταλισμού, το αίτιο για τις πελατειακές σχέσεις δεν πρέπει να αναζητείται στη θεματική «κουλτούρας», βαλκανικού παρελθόντος και υστέρησης στο Διαφωτισμό, όπως υποστηρίζουν επιφανειακές ερμηνείες. Η συμμετοχή οικονομικών δρώντων στο πελατειακό σύστημα ήταν και είναι απόλυτα ορθολογική επιλογή απέναντι στο σύστημα κινήτρων με το οποίο ήταν αντιμέτωποι. Σε μια οικονομία όπου αν δε δώσεις γη και ύδωρ στους πολιτικούς προστάτες σου, είσαι καταδικασμένος στην οικονομική απομόνωση, άρνηση συναίνεσης και συμμετοχής σημαίνει ότι θα βλέπεις τους άλλους να διορίζονται, να παίρνουν δημόσια έργα, να έχουν καλύτερες μεταθέσεις, δάνεια και άλλα πλεονεκτήματα. Ομοίως, η πολυνομία και η γραφειοκρατία δεν ήταν αποτέλεσμα ανίκανων πολιτικών και αδύναμου κράτους, όπως επιφανειακές αναλύσεις τονίζουν συνεχώς επί δεκαετίες, αλλά ήταν και είναι μια συνειδητή στρέβλωση ώστε να σπρώχνονται πολίτες πιασμένοι στα γρανάζια της γραφειοκρατίας στην άτυπη διαμεσολάβηση του πολιτικού προστάτη.

Σε επίπεδο ανάλυσης, υποστηρίζω ότι το πρόβλημα της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε κατά τη μεταπολίτευση στα πλαίσια της «συμμετοχικής διαφθοράς» είναι παρόμοιο με τις χώρες που βιώνουν έναν συγκεκριμένο τύπο καπιταλισμού, το ληστρικό πολιτικό καπιταλισμό όπου η πολιτική εξουσία και όχι μια «ελεύθερη αγορά» έχει το πάνω χέρι στη διανομή των οικονομικών ευκαιριών. Ίχνη του συστήματος αυτού ανιχνεύονται παντού, αλλά είναι το κυρίαρχο σύστημα στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και στις περισσότερες Ασιατικές χώρες.

Στην Ελλάδα, το τρίπολο «εκτεταμένη διαφθορά, γραφειοκρατία και πελατειακές σχέσεις» οδηγούσε το σύστημα στην κρίση του. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα και οι επιχειρηματίες εκτός συστήματος χρηματοδοτούσαν το διεφθαρμένο σύστημα. με το φόρο τους. Για να αποφύγουν τη αντίδραση τους, η ελληνική πολιτεία επέτρεψε ένα υψηλό επίπεδο φοροδιαφυγής. Καθώς η φορολογία δεν έφτανε για να χρηματοδοτήσει το κύκλωμα διαφθοράς και το πελατειακό σύστημα, χρειάστηκε τεράστιος δημόσιος δανεισμός υποθήκευσε το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας με ένα γιγάντιο δημόσιο χρέος που από τη δεκαετία του 80.

Παράλληλα, λόγω της πολυνομίας και τις διαφθοράς, ξένοι επενδυτές απέφευγαν την Ελλάδα εκτός αν συμμετείχαν κι αυτοί στο κύκλωμα αυτό με μίζες (βλ. Siemens). Τα δημόσια έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ επέτρεπαν ως μάννα εξ ουρανού στο πολιτικό σύστημα την αναπαραγωγή του μοντέλου. Ταυτόχρονα οι «δημόσιες επενδύσεις» εξέτρεψαν ιδιωτικές επενδύσεις από παραγωγικούς τομείς προς στο καιροσκοπικό σύστημα εργολάβων που άφησαν πίσω τους μια χώρα με λίγες υποδομές αλλά χωρίς παραγωγή. Δηλαδή μια χώρα που δε μπορεί να στηρίξει το επίπεδο κατανάλωσης της δεκαετίας του 2000. Μια χώρα με ανέργους και με εργαζόμενους να κλαίνε για το μισθό των 400 ευρώ που βλέπουν στον ορίζοντα, καθώς περιφέρονται ανάμεσα στους λίγους υπερτιμολογημένους αυτοκινητοδρόμους, σε πανάκριβα κλειστά γυμναστήρια και σε πάμπολλα δημοτικά θέατρα με το όνομα «Μελίνα Μερκούρη».

Η κρίση που περνάει η χώρα μας είναι, εν ολίγοις, αποτέλεσμα του οικονομικού συστήματος όπως διαμορφώθηκε στη μεταπολίτευση. Και θα ήταν μια ιστορική ευκαιρία για την ελληνική κοινωνία να πιέσει ώστε να απαγκιστρωθεί η χώρα από το σύστημα αυτό αν υπήρχαν ισχυρές πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να το υποστηρίξουν. Αλλά με ιδέες ξεπερασμένες περί κρατισμού από τα αριστερά και επικίνδυνες εθνικιστικές αρλούμπες από τα δεξιά, το διεφθαρμένο κατεστημένο χαμογελά πονηρά. Προς το παρόν αγοράζει χρόνο, κρυπτόμενο μέσα στα μεγάλα κόμματα, μέχρι τη στιγμή που η Ελλάδα κάπως ορθοποδήσει ισορροπώντας στο μισθό των 400 ευρώ μετά από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Τότε θα επανέλθουν δυναμικά για να συνεχίσουν τον κύκλο πολιτικής διαφθοράς, λαϊκισμού και οικονομικής κρίσης μιλώντας για σοσιαλδημοκρατία και «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό».
Συνέχεια

Ενότητα και επιλογή πολιτικής στρατηγικής


Ξέρουμε πλέον πότε θα γίνουν εκλογές. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι τι προδικάζουν αυτές ακριβώς γα το μέλλον μας. Αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις η επόμενη ημέρα των εκλογών είναι μάλλον καταθλιπτική. Δεν μου αρέσει να κινδυνολογώ αλλά πολύ θα ήθελα να ήξερα ποιές ακριβώς είναι οι προτάσεις όλων εκείνων που καταδικάζουν τα Μνημόνιο κι’ αφιονίζουν τον κόσμο να ακολουθήσει επιλογές αρνητικές κι ανατρεπτικές. Κόμματα των άκρων, από την Δεξιά ως την Αριστερά, καταγγέλλουν τους πάντες σαν τοκογλύφους η προδότες υποσχόμενοι σύντομη και άκοπη λύτρωση από το αδιέξοδο. Με ποιο τρόπο όμως, δεν μας αποκαλύπτουν. Κι αυτό είναι που με κάνει κυρίως να ανησυχώ.

Αυτή η έλλειψη σοβαρής συζήτησης για τα επόμενα των εκλογών είναι που χαρακτηρίζει την επερχόμενη αναμέτρηση. Όπως και η πολυδιάσπαση των παρατάξεων που θα μπορούσαν να προσδώσουν σοβαρότητα στην εκλογική μάχη. Και κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο στο αποτέλεσμά της. Δίχως αναλογισμό της ευθύνης για το αύριο του τόπου Δράση, Δημοκρατική Συμμαχία - ακόμη και η ΝΔ - κατεβαίνουν αυτόνομα, διασπασμένες, και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Την ίδια ώρα τα άκρα συνασπίζονται, οργανώνονται και μεθοδικά υπονομεύουν το δημοκρατικό μέλλον του τόπου. Η Αριστερά κινητοποιεί δυνάμεις με στόχο τη υπονόμευση της όποιας δυνατότητας οικονομικής ανάκαμψης. Η απεργία των ναυτικών έγινε με στόχο ποιόν; Πέραν της ταλαιπωρίας των λιγοστών εφέτος εκδρομέων και την απώλεια εσόδων για τους επαγγελματίες των νησιών και για την ακτοπλοία γενικά, τι άλλο πέτυχε η απεργία; Κι όμως, υπάρχει ένας κόσμος που προτίθεται να ψηφίσει κόμματα που απεργάζονται την τυφλή καταστροφή. Για να ξεφύγουν, υποτίθεται, από τις τρέχουσες δυσκολίες!!

Από τα άλλη μεριά τα πράγματα είναι χειρότερα. Δίχως πρόταση για το αύριο (η Αριστερά τουλάχιστον ευαγγελίζεται την ολοκληρωτική ανατροπή του συστήματος) οι δυνάμεις των συντηρητικών άκρων εμπορεύονται το άκριτο μίσος. Χωρίς να διακρίνονται από τον αρνητισμό των αριστερών άκρων οι δυνάμεις της υπερσυντήρησης έχουν σαν στόχο την δημοκρατία. Μισούν την Βουλή που ψηφίζει εκπροσωπώντας τον λαό. Μισούν τις χώρες της Δύσης που μας δανείζουν μήπως και βρούμε τον βηματισμό μας. Στην ουσία μισούν και τον ίδιο τον λαό που είναι «αδύναμος» στα μάτια τους. Τον έχουν όμως ανάγκη. Για να προσεγγίσουν πάνω στις πλάτες του στην εξουσία. Και τον θολώνουν με εθνικιστικές υπερβολές και εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους. Χάνουμε την κυριαρχία και την αξιοπρέπειά μας, διατυμπανίζουν. Οταν δανειζόμασταν χρήματα που δεν ήμασταν σε θέση να αποπληρώσουμε κι’ αυτά γίνονταν παροχές και αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, που ήταν η κυριαρχία και η αξιοπρέπειά μας; Και γιατί ακριβώς μας υπονομεύουν οι ξένοι, που θέλουν απλά τα χρήματά τους πίσω, και είναι «τοκογλύφοι» οι δανειστές μας, όταν μας δίνουν χρήματα με επιτόκιο περίπου 4-5% όταν οι ίδιοι δανείζονται με 6% (λ.χ. η Ιταλία), ενώ η χώρα μας δεν θα μπορούσε να δανεισθεί στις αγορές με λιγότερο από 25%;

Αυτό που λείπει είναι μια ορθολογική στρατηγική εξόδου από την κρίση. Σκληρή μεν αλλά σαφή και με προοπτική. Κάτι τέτοιο λείπει από το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Γιατί προφανώς προεκλογικά ουδείς δεν θέλει να δυσαρεστήσει κανένα. Λύση δεν πρόκειται να υπάρξει αν δεν μειωθούν οι φόροι. Και οφείλουν οι δυνάμεις της λογικής να κατανοήσουν πως δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζουν μια παρόμοια στρατηγική και την ίδια στιγμή να κονιορτοποιούν την αξιοπιστία τους στηρίζοντας μια κυβέρνηση (Βενιζέλου – Παπαδήμου) που αφιονίζεται βάζοντας φόρους!! Ισοδύναμες πολιτικές μπορούν να υπάρξουν. Που δεν πρόκειται να αρνηθούν οι δανειστές μας. Και αυτές είναι οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Το λιγότερο κράτος, δηλαδή.

Ο Θ. Πάγκαλος έκανε μια ενδιαφέρουσα μελέτη κατάργησης και συγχώνευσης φορέων. Αλλά ο Αντ/πρόεδρος της κυβέρνησης δεν είναι πανεπιστημιακός ερευνητής. Για να αποτυπώνει το πρόβλημα και να κάνει προτάσεις. Επρεπε αυτά να τα είχε ήδη υλοποιήσει. Όπως απαραίτητη είναι και μια δραστική μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Αυτά μόνο μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση ελλειμμάτων και σε πρωτογενές πλεόνασμα. Μείωση φόρων, ελάττωση του κράτους, λιγότερες δαπάνες και ελάχιστη γραφειοκρατία μπορούν να μας οδηγήσουν μακριά από τα αδιέξοδα. Μαζί και με τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (που συνέχεια τις ακούμε αλλά δεν τις βλέπουμε) ο τόπος είναι ικανός να πετύχει σημαντικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Και να εγκαταλείψει μια για πάντα την σημερινή δυστοκία και μιζέρια. Αν ενωθούν οι δυνάμεις της λογικής κάτω από μια παρόμοια πλατφόρμα πολλά μπορούν να γίνουν. Αλλά να τα πιστεύουν ειλικρινά και στην συνέχεια να τα εφαρμόσουν. Διαφορετικά, θα είναι όλοι συνυπεύθυνοι για τα δεινά που θα αντιμετωπίσει ο τόπος.
Συνέχεια

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Τιτανικός

Την εβδομάδα που είναι αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τη βύθιση του Τιτανικού έτυχε να προκηρυχτούν εκλογές στη χώρα που η πορεία της πρός το βυθό θυμίζει το ναυάγιο του περίφημου υπερωκεανίου. Ο Ελληνικός Τιτανικός, ξεκίνησε το ταξίδι του προς τη καταστροφή το 1981 με υπεράριθμους επιβάτες που επιθυμούσαν ένα προορισμό ασφαλή και σίγουρο.

Ο πρώτος του πλοίαρχος, άνοιξε την μπουκαπόρτα στο λιμάνι και στοίβαξε τους επιβάτες μέσα στο πλοίο χωρίς καμία οργάνωση και σκέψη. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, υποσχέθηκε πολυτέλεια, πλούτο και ευμάρεια. Τους υποσχέθηκε ένα αβύθιστο πλοίο.

Το ταξίδι συνεχίστηκε με τους επιβάτες να αφιερώνουν τον χρόνο τους για να προβιβαστούν από τη τρίτη θέση στη δεύτερη και από εκεί στη πρώτη, μερικές φορές χωρίς να πληρώνουν το τίμημα. Εκεί, στη πρώτη θέση που υπήρχε το χαμάμ, το γυμναστήριο, η πισίνα και το φαγητό που ήταν αντάξιο σύγχρονων ξενοδοχείων 5 αστέρων. Εκεί ξοδευόταν τα χρήματα του ταμείου και όχι στη θωράκιση του πλοίου, στα καύσιμα και στον εφοδιασμό.

Ταξίδευε προς άγνωστη κατεύθυνση, υπερπλήρης χωρίς καμία χαρτογράφηση, χωρίς καμία συντήρηση.


Από τότε κάμποσοι άλλοι πλοίαρχοι ανέλαβαν το τιμόνι του πλοίου αλλά η πορεία παρέμεινε η ίδια. Σε κάθε λιμάνι τα καταστρώματα υποδέχονταν επιπλέον επιβάτες και όσα δάνεια εξασφαλίστηκαν,  σπαταλήθηκαν στις προσωπικές ανάγκες του πληρώματος και στη διατήρηση του status quo των επιβατών και όχι στις ανάγκες του πλοίου.

Παράλληλα στη πορεία του ταξιδιού μερίδα του πληρώματος με ανεπτυγμένο το επαναστατικό ταμπεραμέντο, στασίαζε κατά διαστήματα προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία του πλοίου που ήδη δεν ήταν αποτελεσματική.

Από ένα καπρίτσιο της μοίρας ο Ελληνικός Τιτανικός ναυάγησε όταν το τιμόνι έπεσε στα χέρια του ανεκδιήγητου τέκνου του πρώτου πλοιάρχου. Εκείνος οδήγησε το σαραβαλιασμένο επιβατηγό πλοίο με τους υπεράριθμούς επιβάτες στο παγόβουνο του πρώτου μνημονίου ακολουθώντας πιστά τις παραπλανητικές οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων. Και όταν αυτό δεν έφτασε, έριξε το πλοίο και στο δεύτερο μνημονιακό παγόβουνο και μετά τα παράτησε.

Πλέον καθώς το Τιτανικός βυθίζεται, στη γέφυρα μαζεύτηκε το προσωπικό του καταστρώματος. Άλλοι για να διεκδικήσουν τη διαχείριση του ναυαγίου και άλλοι το δικαίωμα στη κριτική εκείνων που θα το διαχειριστούν.

Όλοι τους όμως έχουν ευθύνες για τη βύθιση.
Οι <υπεύθυνοι> που βρέθηκαν στο τιμόνι του πλοίου, οδηγώντας το σε άγνωστα νερά, αφήνοντας το σάπιο και ταλαιπωρημένο να γίνει έρμαιο στα κοφτερά παγόβουνα-μνημόνια.
Οι <ανεύθυνοι> που κρυβόταν τόσα χρόνια πίσω από τις αντιδραστικές κραυγές τους.
Και οι λοιποί δήθεν ανεξάρτητοι, δήθεν φιλελεύθεροι , δήθεν μεταρρυθμιστές, δήθεν σοσιαλιστές που λάξευσαν την πολιτική τους οντότητα στηρίζοντας εκείνους που τώρα κατηγορούν και που στη πορεία του ταξιδιού άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο έβαλαν το λιθαράκι τους στη πορεία προς την καταστροφή.

Ο αυθεντικός Τιτανικός, παρέμεινε στο βυθό 100 χρόνια και πρόσφατα ανακηρύχθηκε προστατευόμενο μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ας ελπίσουμε ο Ελληνικός Τιτανικός να μην έχει την ίδια τύχη.
Συνέχεια