Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Όταν η φωνή της λογικής είναι λιγάκι φάλτσα

Οι Έλληνες φιλελεύθεροι πολιτικοί θα έπρεπε να αποτελούν την πιο ελκυστική και ενδιαφέρουσα πρόταση στις εκλογικές αναμετρήσεις που προηγήθηκαν. 

Πέρα από το γεγονός ότι εκ του αποτελέσματος δικαιώθηκαν για τη γκρίνια τους τόσα χρόνια, στην πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι ευφυείς, αυτοδημιούργητοι, επιτυχημένοι στο τομέα εργασίας τους ,με εφικτές καινοτόμες ιδέες.  Δεν προέρχονται από πολιτικά τζάκια, είναι άφθαρτοι, δημιουργικοί, με διάθεση και τόλμη για μεταρρυθμίσεις και ανατροπές.
Για ποιο λόγο όμως αποτυγχάνουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών?

Στο ευρύ κοινό ο σύγχρονος φιλελεύθερος πολιτικός κατάφερε να εμφανίζεται ως ελιτιστής, σνομπ, απόμακρος, αντιπαθητικός εραστής των αριθμών που αδιαφορεί για τα κατώτερα όντα σε μορφωτικό και κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Ο στριφνός καθηγητής που κουνάει με αυστηρότητα το δάχτυλο στον αμελή και τεμπέλη μαθητή.

Οι ίδιοι θεωρούν πως οι προτάσεις τους δεν έχουν ανταπόκριση είτε λόγο των συνθηκών και της ατμόσφαιρας που σε κάθε εκλογική αναμέτρηση διαμορφώνουν τα MEDIA και τα κόμματα εξουσίας είτε λόγω της χαμηλής νοητικής ικανότητας και άρρωστης νοοτροπίας του εκλογικού σώματος.  

Πιθανόν να είναι και έτσι. Οι «φωνές της λογικής» όμως προέβησαν σε κάμποσα φάλτσα που αποδόμησαν την ποιότητα των πολιτικών επιχειρημάτων τους (που αποτελούσε και το συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε κάθε άλλο πολιτικό σχηματισμό) και οδήγησαν σε ένα περιορισμένο πολιτικό ακροατήριο.

Αρχικά κάποιες παρουσίες στα ψηφοδέλτια, άσχετες με τον χώρο,  δημιούργησαν αμφιβολίες σχετικά με την καθαρότητα της πολιτικής φυσιογνωμίας  του συγκεκριμένου πολιτικού σχηματισμού. Έπειτα η σπουδή κάποιων φιλελευθερων να αντιπαρατεθούν σκληρά με τους αντιμνημονιακούς για την ανάγκη απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων οδήγησε σε μια συνολική υπεράσπιση του μνημονίου και των μέτρων που το ακολούθησαν, ακόμα και σε περιπτώσεις (όπως η υψηλή φορολόγηση) που είναι πέρα και εκτός της πολιτικής φιλοσοφίας τους.

 Έπειτα είναι αδύνατο να κερδίσεις την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των πολιτών όταν τους χλευάζεις και τους υβρίζεις κάθε φορά που οι προτιμήσεις τους δεν είναι αρεστές. Η  υπεροπτική συνθηματολογία σχετικά με τις απαραίτητες φωνές της λογικής που πρέπει σώνει και καλά να εισέλθουν στο κοινοβούλιο, περισσότερο φάνηκε να κουράζει και να εκνευρίζει παρά να «εκλογικεύει» τους ψηφοφόρους .

Τέλος οι απεγνωσμένες κινήσεις για την είσοδο στο Κοινοβούλιο με κάθε τίμημα εξουδετέρωσαν την φρεσκάδα και την ακεραιότητα ενός πολιτικού σχηματισμού που στηρίχθηκε σε ένα διαφορετικό πολιτικό ήθος και ύφος. Τόσο οι διαδικασίες συνεργασίας και όσα διεξήχθησαν στο περιθώριο, όσο και οι ατυχέστατες δηλώσεις προτίμησης του αντιευρωπαϊκού μετώπου και δημοσιοποίησης κρυφών δημοσκοπήσεων θύμισαν παλαιοκομματικές μεθόδους που δείχνουν πανικό και απόγνωση.  

Πέρα λοιπόν από τη πόλωση, την ηλιθιότητα των πολιτών και τις συνήθεις θεωρίες συνομωσίας το κοινοβούλιο θα στερηθεί τη φωνή της λογικής γιατί ήτανε και λίγο φάλτσα.   

Συνέχεια

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Νταήδες και καουμπόηδες το μέλλον μας με αποτυχημένο κυβερνητικό σχήμα


Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν έχει προκύψει ακόμη νέο κυβερνητικό σχήμα. Σίγουρη είναι μόνο η διάθεση του ΣΥΡΙΖΑ να κάνει άνω κάτω την χώρα αν δεν κινηθούν όλοι πάνω στις δικές του πολιτικές προδιαγραφές καθώς και η βούληση των Ευρωπαίων να απαλλαγούν από την ενοχλητική πλέον παρουσία μας αν συνεχίσουμε την τακτική να εισπράττουμε γκρινιάζοντας, βρίζοντας και ματαιώνοντας κάθε μεταρρυθμιστική κίνηση.

Κοντά στο 50% λοιπόν συγκέντρωσαν οι δυνάμεις που στηρίζουν την συνεννόηση της χώρας με την Ευρώπη, την ρεαλιστική πορεία ανάπτυξης και την ορθολογική αντιμετώπιση των χρεών της. Απέναντι στέκεται ένα συνονθύλευμα νταήδων, καουμπόηδων του εθνικισμού και κάποιων σοβαρών πολιτικών στελεχών δίχως όμως πραγματικές προτάσεις για το αύριο. Εκπληκτικό είναι το θράσος κάποιων από τους χαμένους να απειλούν τους νικητές με αναστάτωση, αν προωθήσουν τις εγκεκριμένες από το εκλογικό σώμα πολιτικές τους. Όπως εξαιρετικά ανησυχητική είναι και η στάση πολλών, ραδιοτηλεοπτικών σχολιαστών και πολιτών, να «στολίζουν» με ύβρεις όσους ψήφισαν διαφορετικά από τις δικές τους προσδοκίες. Δημοκρατική επιλογή για κάποιους από αυτούς φαντάζομαι είναι να καταργηθούν οι εκλογές και να προωθούνται κυβερνήσεις και επιλογές σύμφωνες με τις απόψεις και τα βιώματά τους. Απροσδιόριστες βέβαια, μια κι αν κρίνω από τοποθετήσεις κι’ επιδιώξεις στόχος τους είναι η επιστροφή στις μοιρασιάς του παρελθόντος, από δανεικά κι’ αγύριστα προφανώς, και με την χώρα επίσημα πτωχευμένη – πεινασμένη αλλά «προοδευτική».

Στη φάση αυτή ο συνασπισμός που θα σχηματίσει κυβέρνηση οφείλει να ακολουθήσει ορισμένες σκληρές προτεραιότητες. Η εφαρμογή του κράτους του νόμου αποτελεί πρώτη κι’ αδιαπραγμάτευτη επιλογή. Είναι απόλυτα απαραίτητη, για να υπάρξει κυβέρνηση και να προχωρήσει ο τόπος. Χωρίς μηδενική ανοχή κάθε παραβατικής συμπεριφοράς όποια άλλη σκέψη και προοπτική είναι εξ’ αρχής υπονομευμένη. Είναι επίσης απαραίτητο της κυβέρνησης να ηγηθεί προσωπικότητα της Αριστεράς. Ο Φώτης Κουβέλης πιθανότατα η κάποιο άλλο ίσου κύρους πρόσωπο. Για να υπάρξει εκτόνωση και να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος. Με τον μισό περίπου πληθυσμό διακηρυγμένα εναντίον του Μνημονίου είναι αδύνατον να στεριώσει κυβέρνηση χτισμένη πάνω στους δύο βασικούς πυλώνες της μέχρι τώρα πολιτικής. Χρειάζεται ελπίδα και αισιοδοξία. Αυτή δεν πρόκειται να έλθει από το μοστράρισμα στην κορυφή προσώπων που έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο σε συμφωνίες φορολογικών επιδρομών και διάλυσης κάθε λογικής λειτουργίας της αγοράς.

Τρίτο ζήτημα είναι η αλλαγή πολιτικής. Μισθωτοί και συνταξιούχοι δεν αντέχουν άλλο το βάρος της όποιας προσαρμογής. Ούτε και η οριζόντια φορολογία, αυτών που πάντοτε δηλώνουν και δεν μπορούν να κρύψουν, αποτελεί πλέον λύση. Να πληρώσουν εκείνοι που απόλαυσαν τα δανεικά. Κρατικοδίαιτοι του ιδιωτικού τομέα (με βιός που δημιουργήθηκε από προμήθειες κι’ εργολαβίες) και δημόσιες συντεχνίες που με κομματικά κριτήρια έχουν αποικίσει χιλιάδες άχρηστους κρατικούς φορείς. Όλοι αυτοί εξ’ άλλου δεν αποτελούν πλέον κομματικούς στρατούς. Εχουν μετοικήσει στον ΣΥΡΙΖΑ. Που βέβαια δεν τους έχει διορίσει. Ευκαιρία να απαλλαγεί το δημόσιο από ασφυκτικά βαρίδια…

Σε κάθε άλλη περίπτωση το αύριο θα είναι χειρότερο από το χθες. Η ελπίδα είναι να είμαστε συντεταγμένα στην Ευρώπη όταν αυτή θα αναγκαστεί, κάτω από την πίεση της κρίσης, να προχωρήσει σε ένα καινούργιο Σχέδιο τύπου Μάρσαλ για την διάσωση συνολικά του προβληματικού Νότου. Διαφορετικά, όλοι θα δουλέψουν για ένα πραγματικό θρίαμβο μιας ντόπιας ριζοσπαστικής Αριστεράς που, κάτω από την πίεση των αδιεξόδων, θα οδηγηθεί σε ακρότητες. Διευκολύνοντας έτσι την άνοδο του άλλου άκρου και, τελικά, την ναζιστικοποίηση της κοινωνίας μας.
Συνέχεια

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Φιλελευθέρων συνέχεια

 
Απογοήτευση επικρατεί στις τάξεις των φιλελευθέρων εξαιτίας του πολύ χαμηλού ποσοστού που έλαβαν στις εκλογές. Πολλοί συμπεραίνουν από αυτό πως οι φιλελεύθερες ιδέες δεν έχουν απήχηση στην ελληνική κοινωνία κι ότι κάθε προσπάθεια πολιτικής αλλαγής είναι μάταιη. Νομίζω πως έχουν άδικο.

Όπως αναλύει ο David Friedman στο βιβλίο του ”The machinery of Freedom” κάθε κόμμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως ένα κράτος όσον αφορά τις προθέσεις των μελών του, οι οποίοι φέρονται όπως όλοι οι άνθρωποι, δηλαδή εγωιστικά. Αυτό ισχύει για όλα τα κόμματα, ακόμα και για τα φιλελεύθερα που, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, ενδιαφέρονται κατ’ αρχήν για την μείωση της κρατικής εξουσίας κι όχι την αναδιανομή πόρων σε ομάδες πίεσης. Το κόμμα χρειάζεται πόρους για να αναπτυχθεί και να διατηρήσει(στην αρχή τουλάχιστον) την ύπαρξή του, στοχεύοντας στην πολιτική του επικράτηση και στη συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων ψήφων. Οι πόροι αυτοί θα προέρχονται κατά βάση από μέλη κι υποστηρικτές που ενδιαφέρονται για την διάδοση των ιδεών τους.

Όπως υποστηρίζει όμως ο David Friedman, όσο το κόμμα μεγαλώνει κερδίζοντας εκλογές κι εξασφαλίζοντας δημόσιες θέσεις στα μέλη του, θα προσελκύει σταδιακά επαγγελματίες της πολιτικής κι όχι αγνούς ιδεολόγους. Είναι προφανές ότι κάποια στιγμή θα επικρατήσουν οι πρώτοι, ως εμπειρότεροι και με μεγαλύτερη στήριξη από προσοδοθηρικές ομάδες. Αυτό είδαμε να συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ όπου από ένα κόμμα αρχών(έστω και εντελώς ανήθικων) έχει αλωθεί σε μεγάλο βαθμό από κρατικοδίαιτους πρώην ΠΑΣΟΚους που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Τα ίδια ισχύουν για το κόμμα της κας Μπακογιάννη που είχε μεν φιλελεύθερες θέσεις κι αξιόλογους υποψηφίους αλλά συμπεριελάμβανε ένα σάπιο κομματικό μηχανισμό που ουδόλως ενδιαφερόταν για μεταρρυθμίσεις. Τα παραπάνω θα συμβούν αν σε μια κοινωνία ο ευκολότερος τρόπος για να εξασφαλίσει πόρους το κόμμα είναι η αύξηση της εξουσίας του κι όχι η επιβράβευση των πολιτών για τις φιλελεύθερες θέσεις του. Τέτοια προσοδοθηρικά κόμματα υπάρχουν ήδη(2 σε Αμερική κι Ελλάδα), γιατί χρειαζόμαστε άλλο ένα λοιπόν, αναρωτιέται ο γιος του μεγάλου φιλελεύθερου διανοητή;

Επομένως, καταλήγει, είναι καλύτερα για ένα φιλελεύθερο κόμμα να ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική. Αυτή της διάδοσης των φιλελεύθερων ιδεών ως (σχεδόν) αποκλειστικό στόχο(χωρίς να σημαίνει ότι δεν πρέπει να κατεβαίνει στις εκλογές), γλυτώνοντας έτσι και τις εσωκομματικές τριβές που έχουν σχέση με την μοιρασιά των θέσεων εντός του κόμματος. Έτσι, σταδιακά και μακροπρόθεσμα, θα έχει καταφέρει αυτό που πέτυχαν κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα, δηλαδή την τεράστια ιδεολογική επιρροή και προώθηση των θέσεών τους χωρίς να ασκήσουν απαραίτητα εξουσία. Αυτό είναι αποτελεσματικότερο καθώς θα προσκελκύει στο μέλλον (κυρίως) ψηφοφόρους και υποψηφίους που ενδιαφέρονται για την διάδοση κι επικράτηση των ιδεών(κι όχι προσοδοθήρες) αλλά επίσης θα έχει καταφέρει αυτές οι ιδέες να προτάσσονται και να εφαρμόζονται από τα υπόλοιπα κόμματα, αφού μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων θα τις επιθυμεί και θα τις επιβραβεύει με την ψήφο του, αποκλείοντας όσα δεν το κάνουν.

Βάσει αυτής της ανάλυσης, τα φιλελεύθερα κόμματα μπορεί να πήραν 1.5%(χωρίς να ξεχνάμε το 6% των προηγούμενων) στις εκλογές αλλά οι ιδέες τους βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής. Η Νέα Δημοκρατία, στα λόγια τουλάχιστον, έχει δεσμευθεί ότι θα προβεί σε φιλελεύθερες αλλαγές στην οικονομία, λαμβάνοντας επιτακτική εντολή προς τούτο, ενώ αριστερά κόμματα όπως η ΔΗΜΑΡ τάσσονται κατά του κρατισμού. Το ΠΑΣΟΚ καταποντίστηκε στις εκλογές επειδή ανέβαζε τους φόρους και δεν προχώραγε τις μεταρρυθμίσεις.

Αυτά προκύπτουν από τις δημοσκοπήσεις όπου η πλειοψηφία τάσσεται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, της απόλυσης δημοσίων υπαλλήλων, το άνοιγμα των επαγγελμάτων και τις περικοπές αχρείαστων δαπανών. Σε αυτή την αλλαγή πολιτικού κλίματος έχουν παίξει τεράστιο ρόλο οι φιλελεύθερες φωνές, οι οποίες τώρα δεν πρέπει να σιγήσουν αλλά να συνεχίσουν τον αγώνα για την επικράτηση κι αφομοίωση των ιδεών τους από το σύνολο των κομμάτων, που είναι το μείζον.

Υ.Γ. Θα αναρωτηθεί κανείς βέβαια πως γίνεται να ισχύουν όλα τα παραπάνω αλλά ακόμη να μην προχωράνε οι μεταρρυθμίσεις παρ’ ότι μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας τις επιθυμεί. Μία, αρκετά πειστική, εξήγηση(πέρα από το ότι δεν είναι σίγουρο πως η ελληνική κοινωνία επιθυμεί αυτές τις αλλαγές) είναι η εξής: το πολιτικό σύστημα είναι σε τέτοιο βαθμό διαβρωμένο από τον κρατισμό και τις προσοδοθηρικές ομάδες ώστε να «παίζει τα ρέστα» του καθυστερώντας όσο μπορεί τις φιλελεύθερες αλλαγές, έχοντας εξασφαλίσει την επιβίωσή του μέσα από τα δανεικά των ξένων κρατών και την κρατική χρηματοδότηση, εκβιάζοντας παράλληλα την ψήφο των πολιτών οι οποίοι αποφασίζουν υπό την απειλή της άτακτης χρεοκοπίας και την επικράτηση ακραίων πολιτικών στοιχείων. Σύμφωνα με την παραπάνω εξήγηση, οι φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις είναι απίθανο να συμβούν αν δεν χρεοκοπήσει πρώτα το διεφθαρμένο πελατειακό κράτος κι έτσι πάψει να εξασφαλίζει την λειτουργία του χάρη στις διανεμητικές του επιδόσεις. Ας ελπίσουμε(κι ας βρισκόμαστε εθνικώς υπό το σύνδρομο της Στοκχόλμης) πως η νέα κυβέρνηση, έστω από ένστικτο αυτοσυντήρησης, θα προωθήσει τις απαραίτητες αλλαγές, διαψεύδοντας τα παραπάνω.
Συνέχεια

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Η επόμενη, δύσκολη, μέρα

Τελικά δεν θα ζήσουμε οι Έλληνες το μεγάλο πείραμα του σοσιαλισμού. Εδώ και δεκαετίες η ελληνική αριστερά προσπαθεί, χωρίς να τα καταφέρνει, μέσα από πολώσεις, πολιτικούς εκβιασμούς και ρητορική διγλωσία, να καταλάβει την εξουσία ώστε επιτέλους να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, που δεν είναι τίποτα άλλο(σε διάφορες παραλλαγές) από τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και την κατάλυση του κράτους δικαίου, της ατομικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας. Για ακόμη μια φορά τα αστικά κόμματα, παρά τα σάπια υλικά τους, τις παθογένειες και τις κυβερνητικές αμαρτίες τόσων ετών, φαίνεται πως θα καταφέρνουν να σχηματίσουν κυβέρνηση, με μεγάλη στήριξη από το εκλογικό σώμα. Τα διλήμματα τέθηκαν με τον πιο απόλυτο τρόπο κι οι πολίτες αποφάσισαν, ανακουφισμένοι για το εκλογικό αποτέλεσμα.




Αυτό δεν είναι βέβαιο ότι αρκεί για να αντιμετωπίσει την κομμουνιστογενή αριστερά που μέσα από δηλώσεις στελεχών της φαίνεται από τώρα να μην αναγνωρίζει το αποτέλεσμα της επόμενης μέρας. Ο κος Τσίπρας για παράδειγμα επανειλλημένα έχει δηλώσει πως το μνημόνιο στην πράξη έχει ακυρωθεί. Αντίστοιχα, ο κος Λαφαζάνης διατρανώνει πως μέτρα που προβλέπονται στις συζητήσεις με τους δανειστές μόνο μια δικτατορική κυβέρνηση θα μπορούσε να τα πάρει. Σίγουρα κάποιος θα θυμηθεί το γνωστό επιχείρημα με τις 50 έδρες(παρ’ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ενώθηκε ως κόμμα ώστε να λάβουν αυτοί τις 50 έδρες) ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η κυβέρνηση είναι ανομιμοποίητη. Φρέσκιες μετεκλογικές δηλώσεις μας ξεκαθαρίζουν πως η κυβέρνηση θα είναι αντιμέτωπη με μια ισχυρότατη αντιπολίτευση.




Το αισιόδοξο σενάριο θα είναι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών αντιμνημονιακών κομμάτων να σεβαστούν την δημοκρατία και τις κάλπες. Να σεβαστούν την φρέσκια κι επιτακτική εντολή για εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έδωσαν οι πολίτες στη ΝΔ για διατήρηση της Ελλάδας στο ευρώ και στην Ευρώπη, μείωση της φολογίας, περικοπές δαπανών κι αντιμετώπιση του οικονομικού κρατισμού. Να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ πως σέβεται την δημοκρατία, όχι την καθαρή κι αμόλυντη από ξένες φωνές «δημοκρατία» της πλατείας ή των πανεπιστημίων αλλά αυτή που δίνει την δυνατότητα σε όλους τους πολίτες να εκφρασθούν και να επιλέξουν κυβέρνηση.


Το πιθανότερο είναι βέβαια πως αυτό δεν θα συμβεί. Αν η κομματική νομενκλατούρα, το σάπιο πανεπιστημιακό και παλαιοπασοκικό κατεστημένο με μόλις 16.8 θεωρούσαν πως εκφράζουν ολόκληρη την κοινωνία(ακόμη κι αν αυτή επίμονα διαλέγει άλλους), πως μόνο με αυτούς στη κυβέρνηση ο λαός μπορεί να ευημερεί, αν στην τελική έχουν απονείμει στους εαυτούς τους τον ρόλο του μοναδικού κριτή του ορθού και του λάθους, τότε είναι απολύτως αναμενόμενο πως θα επιδιώξουν την σύγκρουση, ευελπιστώντας στην τελική τους επικράτηση.


Εκεί η όποια κυβέρνηση τελικά προκύψει θα πρέπει να δείξει τις ικανότητές της. Από την μία θα πρέπει να περνάει συνεχώς μεταρρυθμίσεις με τις οποίες συμφωνεί το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας ώστε να είναι διατεθειμένοι οι πολίτες να υπερασπιστούν το έργο της κι από την άλλη να μην παραλύσει εξαιτίας των κινητοποιήσεων. Θα χρειαστεί ένας πρωθυπουργός τύπου Μάργκαρετ Θάτσερ(όπως έτσιανέφερε στην επιστολή του ο αυτόχειρας της Νίκαιας και η οποία θάφτηκε από τααριστερά ΜΜΕ) που να είναι διατεθειμένος να τα βάλει με τα συνδικάτα και όλους αυτούς που τόσα χρόνια ζουν εις βάρος των υπολοίπων.


Θα πρέπει να περάσει νόμους, που θα εφαρμοστούν αποφασιστικά, που να αφαιρούν την εξουσία από τις φοιτητικές οργανώσεις, από τις συνδικαλιστικές συμμορίες και από τους επαγγελματικούς συλλόγους, προνομοιακά πεδία της αριστεράς, και να δίνει την δυνατότητα σε όσους είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν και να πορευθούν χωρίς βαρίδια και γραφειοκρατικά εμπόδια να το κάνουν. Το στοίχημα μεγάλο, το ίδιο και η ευθύνη, είναι σίγουρο όμως αν γίνουν τα παραπάνω η στήριξη θα είναι μεγάλη από μεγάλο μέρος της κοινωνίας που διψάει για μεταρρυθμίσεις και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον δρόμο προς την Βενεζουέλα που θέλει να μας οδηγήσει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Συνέχεια

Ο δρόμος προς την Αβάνα είναι στρωμένος με φιλελεύθερες προθέσεις


Ο πειρασμός για έναν φιλελεύθερο είναι μεγάλος. Αναμφίβολα κυβέρνηση Σύριζα με τις παλαβές πολιτικές της θα προκαλέσει την ολοκληρωτική διάλυση του κρατισμού στην Ελλάδα. Η πολιτική ζημιά για την αριστερά θα είναι ιστορικά ισοδύναμη με την ζημιά που προκάλεσε στην ελληνική δεξιά η τραγωδία της Κύπρου το 74. Σαν αποτέλεσμα και σε πλήρη αντιστροφή της μεταπολίτευσης, στα επόμενα 30-40χρόνια ο χαρακτηρισμός αριστερός θα είναι βρισιά. Κατάρρευση του κρατισμού και ιδεολογική αποκαθήλωση της αριστεράς. Ποιός δεν θέλει μια τέτοια εξέλιξη;

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Η μετάβαση θα πονέσει, πολύ. Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλά για έναν απατεώνα τύπου Ανδρέα Παπανδρέου που μπροστά στην πραγματικότητα θα αλλάξει γραμμή. Εδώ έχουμε να κάνουμε με πνευματικά έφηβους και σκληροπυρηνικούς κρατιστές που δεν θα διστάσουν να φτάσουν στα άκρα όσο θα μεγαλώνει η αποτυχία τους. Το αρπακτικό κράτος του Βενιζέλου θα φαντάζει καπιταλιστική όαση μπροστά στην κοινωνικοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας που θα φέρει ο Σύριζα. Ο κίνδυνος ίσως είναι απόμακρος για όσους παρακολουθούν από το εξωτερικό, αλλά για τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια κυβέρνηση Σύριζα θα προκαλέσει βέβαιο οικονομικό θάνατο για μια ολόκληρη γενιά. Οι φιλελεύθεροι μπορεί να καταγγέλλουμε τα μεγάλα κεντρώα κόμματα για τον κίνδυνο καλαβριοποίησης της χώρας, αλλά μπροστά μας υπάρχει μια χειρότερη προοπτική: να γίνουμε Κούβα. Με τον Σύριζα στον ρόλο του Φιντέλ.

Αναγκαία και ικανή συνθήκη για την ήττα του Σύριζα είναι απλά η πρωτιά ενός άλλου κόμματος. Στις προηγούμενες εκλογές υποστήριξα ότι η ψήφος έπρεπε να πάει σε μικρά καινούρια κόμματα αφού είχαμε ανακάτεμα της τράπουλας. Τώρα όμως τα χαρτιά μοιράστηκαν και οι δύο νέοι πόλοι είναι ο Σύριζα και η Νέα Δημοκρατία. Καλώς ή κακώς, το πρώτο από αυτά τα κόμματα θα είναι στην κυβέρνηση. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχει σημασία πόσο φιλελεύθερες είναι οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ποιά είναι η εναλλακτική. Όποιος θεωρεί κρίσιμο να μην πάρει ο Σύριζα την εξουσία, έχει μόνο μία λογική επιλογή: ψήφο στην Νέα Δημοκρατία. Αλλιώς να μην παραπονεθεί εάν την Δευτέρα η χώρα έχει ακροαριστερή κυβέρνηση.
Συνέχεια