Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Η πολιτική ανυπακοή του Henry David Thoreau

Know all men by these presents, that I, Hentry Thoreau, do not wish to be regarded as a member of any society which I have not joined.” “I simply wish to refuse allegiance to the State, to Withdraw and stand aloof from it effectually”.

Η σημερινή Αμερική του κρατισμού, του Ομπάμα και του Paul Krugman έχει επιφυλλάξει στον Hentry David Thoraeu την ίδια μεταχείριση την οποία επεφύλαξε σε όλους τους ελευθεριακούς ήρωες της (ο όρος “ελευθεριακός” σε αυτό το άρθρο θα χρησιμοποιηθεί ως μετάφραση του libertarian): απλά αγνόησε την ελευθεριακή πλευρά της σκέψης τους, της ιδεολογίας τους και της γενικότερης ιστορικής τους πορείας. Ο Jefferson, o Thoreau και ο Mencken έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη αυτής της όλβιας Δημοκρατίας που προπορευόμενη δείχνει τον δρόμο και στις άλλες ώστε να μπορούν απλά να αγνοηθούν από την Αριστερά. Και η λύση σε αυτό το πρόβλημα αποδείχθηκε εξαιρετικά εύκολη: με μία γόμμα η Αριστερά διέγραψε από τη βιογραφία αυτών των τεράστιων προσωπικοτήτων την ελευθεριακή τους ιδεολογία με αποτέλεσμα να μείνει στη θέση τους η εκκεντρική καρικατούρα ενός αρχιτέκτονα/ιδιοκτήτη σκλάβων (Jefferson), ενός σαλταρισμένου φυσιολάτρη (Thoreau) και ενός στριμμένου/στραβόξυλου (Mencken).

Στο πάνθεον των Αμερικανών διανοητών ο Thoreau επιβιώνει κυρίως ως ο θρυλικός θεμελιωτής της “πολιτικής ανυπακοής” (civil disobedience)- της ειρηνικής δηλαδή αντίστασης στον κρατισμό. Η πολιτική ανυπακοή του Thoreau, έχοντας απογυμνωθεί εντελώς από το ελευθεριακό της περιεχόμενο, χρησιμοποιείται σήμερα ως ιδεολογικό πασάλειμμα σε κάθε είδος Αριστερής διεκδίκησης.

Ο Thoreau ξεκίνησε την πιο διάσημη πραγματεία του, το “Resistance to Civil Government” με την ακόλουθη παράγραφο

Ι hereby accept the motto,-”that government is best which governs least” and I should like to see it acted up to more rapidly and systematically. Carried out, it finally amounts to this, which also I believe, -”That government is best which governs not at all”; and when men are prepared for it, that will be the kind of government which they will have.

Για τον Thoreau η Δημοκρατία δεν ήταν θέσφατο. Αντίθετα, την θεωρούσε μια μορφή ιεροποιημένης κυριαρχίας-μέσω της βίας- του ισχυρότερου

After all, the practical reason why, when the power is once in the nads of the people, a majority are permitted, and for a long period continue, to rule is not because they are most likely to be in the right, nor because this seems fairest to the minoroty, but because they are physically the strongest. But a government in which the majority rule in all cases can not be based on justice, even as far as men understand it.

Ο Thoreau επίσης, αρκετά χρόνια πριν τον Δαρβίνο, μίλησε για τον Φυσικό, όχι τον Δημοκρατικό νόμο που πρέπει να διέπει τις κοινωνικές σχέσεις:

Must a citizen ever for a moment, or in the least degree, resign his conscience to the legislator? Why has every man a conscience then? I think that we should be men first and subjects afterward. It is not desirable to cultivate a respect for the law, so much as for the right.The only obligation which I have a right to assume is to do at any time what I think right.

Λόγω της Δουλείας η οποία το 1848 (χρονιά κατά την οποία γράφτηκαν οι ακόλουθες γραμμές) παρέμενε νόμιμη στις Η.Π.Α., ο Thoreau απεχθανόταν την Αμερικανική Ομοσπονδιακή κυβέρνηση και το Αμερικανικό Σύνταγμα:

How does it become a man to behave toward the American government today? I answer,, that he cannot without disgrace be associated with it. I cannot for an instant recognize that political organization as my government which is the slave’s government also.”

Ο Thoreau ήταν ένας από τους λίγους Αμερικανούς διανοητές ο οποίος ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα αντιλαμβάνονταν τη σχέση ανάμεσα στη δουλεία και το Αμερικανικό Σύνταγμα. Για τον Thoreau η δουλεία ήταν λάθος και υφίστατο εξαιτίας του Αμερικανικού Συντάγματος. Επειδή λοιπόν η Πολιτεία της Μασσαχουσέττης (η Πολιτεία στην οποία έζησε ο Thoreau) ήταν μέλος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής οι οποίες δημιουργήθηκαν με βάση αυτό το Σύνταγμα, ο μόνος τρόπος εναντίωσης στη δουλεία ήταν μέσω της απόσχισης από την Πολιτεία της Μασσαχουσέττης όσων πολιτών της ήταν εναντίον της δουλείας.

Some petition the State to dissolve the Union, to disregard the requisitions of the President. Why do they not dissolve it themselves- the union between themselves and the State- and refuse to pay their quota into its treasury? Do not they stand in the same relation to the State that the State does to the Union? And have not the same reason prevented the State from resisting the Union which have prevented them from resisting the State?”...”I do not hesitate to say that those who call themselves Abolitionists should at once effectually withdraw their support, both in person and property, from the government of Massachusetts, and not wait till they constitute a majority of one, before they suffer the right to prevail through them.”

Πέραν του θέματος της δουλείας, ο Thoreau ήταν από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν πως είναι οι φόροι των υπηκόων-πολιτών που κάνουν δυνατή την κρατική τυρρανία. Γι’αυτό και έγραψε

If the tax-gatherer, or any other public officer, asks me, as one has done, “But what shall I do?” my answer is, “If you really wish to do anything, resign your office.” When the subject has refused allegiance, and the officer has resigned from office, then the revolution is accomplished”.

Ένας από τους πιο κορυφαίους Αμερικανούς διανοητές, ο Ralph Waldo Emerson είχε πει κάποτε για τον Thoreau: "No truer American existed than Thoreau". Θα μπορούσαμε με τη σειρά μας να πούμε πως “δεν υπήρξε ποτέ άλλος ποιό αληθινά ελευθεριακός από τον Thoreau”. Σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, ισοπεδωμένη από τον αδίστακτο κρατισμό της Αριστεράς αλλά και της λαικο-εθνικιστικής Δεξιάς, η σκέψη του παραμένει πάντα επίκαιρη.

(Το κείμενο γράφτηκε ως φόρος τιμής στον Henry David Thoreau με αφορμή τα 195 χρόνια από τη γέννηση του στις 12 Ιουλίου του 1817).
Συνέχεια

Το σύνδρομο της Κίνας


John Butler The Golden Revolution: How to Prepare for the Coming Global Standard, John Wiley & Sons, New York, 2012
James Rickards Currency Wars: The Making of the Next Global Crisis, Portfolio, 2011
Ruchir Sharma, Breakout Nations: In Pursuit of the Next Economic Miracles , Allen Lane, 2012


Ολοι πασχίζουν να δαμάσουν την οικονομική κρίση. Κι’ αυτή αντιστέκεται, αγνοώντας τις αδιέξοδες συνταγές τους. Οι λεγόμενες καθεστωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, κάτω από την ηγεσία της Γερμανίας, της Αυστρίας και άλλων φίλα προσκείμενων σε αυτές κρατών, επιλέγουν βαθειά παλαιοσυντηρητικές επιλογές με επίκεντρο στοιχειώδεις διαρθρωτικές αλλαγές, εύλογη δημοσιονομική πειθαρχία αλλά και εκτεταμένη επιβολή νέων και μεγάλων φόρων. Σε μια όμως κοινωνική πραγματικότητα μαθημένη στις άκοπες παροχές, στο μεγάλο δημόσιο και σε ένα κράτος – παραμάνα (nanny state) η δημοσιονομική πειθαρχία είναι υποκρισία και η βαριά φορολογία αποτελεί κλοπή του όποιου ατομικού πλούτου.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι δυνάμεις του παραδοσιακού κρατικο-παρεμβατικού μπλοκ που κραδαίνουν την σημαία της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτοί επιμένουν στο λασκάρισμα κάθε έννοιας δημοσιονομικής πειθαρχίας. επιμένοντας σε Κευνσιανές συνταγές αύξησης της κρατικής χρηματοδότησης ώστε να τονωθεί η ζήτηση. Τέτοιες απόψεις όμως παραγνωρίζουν ένα θεμελιώδες πραγματικό γεγονός. Οπως απέδειξε ο καθηγητής του Σικάγο. Raghuram G. Rajan (“The True Lessons of the Recession: The West Can’t Borrow and Spend Its Way to Recovery”. Foreign Affairs, May-June 2012) η Δύση στήριξε διαχρονικά την ανάπτυξή της στον δανεισμό. Κι’ αυτός τελικά την οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα. Με νέα δανεικά, ακόμη κι αν είναι αγύριστα, οι οικονομίες δεν ανορθώνονται ούτε και τα προβλήματα λύνονται. Διότι τα αδιέξοδα θα επανέλθουν…

Οι λύσεις στα πολύπλοκα σημερινά προβλήματα οφείλουν να αναζητηθούν, υποστηρίζει ο Rajan, στην πλευρά ενίσχυσης της προσφοράς και των μηχανισμών που την υποστηρίζουν. Μειώσεις φορολογικών συντελεστών, δραστικοί περιορισμοί στην γραφειοκρατία, περικοπές δημοσίων δαπανών είναι μερικά μόνο από τα μέτρα που συμβάλλουν στην απελευθέρωση πόρων που χρειάζεται η ιδιωτική οικονομία για να ζωντανέψει και να αυξήσει την παραγωγικότητά της. Κι’ αυτά ουσιαστικά δεν περιλαμβάνονται στα πακέτα που προωθεί η ΕΕ για να αντιμετωπίσει την κρίση.

Πέρα όμως από τα ενδογενή και διαρθρωτικά Ευρωπαικά ζητήματα την κατάσταση περιπλέκουν καταστάσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν από την πολιτική των Βρυξελλών. H διεθνής οικονομική αναστάτωση έχει οδηγήσει πολλές αγορές στον κόσμο σε συρρίκνωση. Αυτό έχει σαν συνέπεια την μείωση της οικονομικής δραστηριότητας χωρών που δίνουν μεγάλο βάρος στις εξαγωγές. Κι αντίστοιχα αντιμετωπίζουν δυσκολίες όλοι εκείνοι που είναι εμπορικοί τους πελάτες. Η Κίνα παίζει κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις αυτές. Με τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης που είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να πετυχαίνει είχε προκαλέσει μεγάλες αλλαγές στις εμπορικές συναλλαγές στον υπόλοιπο κόσμο.

Mε δεδομένη την οικονομική δραστηριότητα της Κίνας χιλιάδες αγορές σε όλη την γή είχαν προσαρμοσθεί πάνω στους ρυθμούς και τις ανάγκες που αυτή επέβαλε. Κάθε αλλαγή λοιπόν στην δική της συμπεριφορά και απόδοση έχει κατακλυσμικές επιπτώσεις για τον υπόλοιπο κόσμο. Κυρίως για χώρες και εταιρίες που εξάγουν πρώτες ύλες καθώς και άλλα προιόντα ευρείας κατανάλωσης. Όπως βέβαια και για τους φορείς εκείνους (λ.χ. ναυτιλία) που εμπλέκονται στις μεταφορές τέτοιων αγαθών.

Με την αναχαίτιση της Κινεζικής αναπτυξιακής πορείας δεν περικόπτεται απλά και μόνο η ζήτηση στην Κίνα αλλά μειώνονται γενικά και οι τιμές των προιόντων που η Κίνα εισάγει. Αυτό σημαίνει δραματικές περιστολές στα εισοδήματα πολλών κρατών ανά την υφήλιο αλλά και δραματικές αναδιατάξεις των τιμών των πρώτων υλών στον κόσμο όλο. Χώρες όπως η Βραζιλία, της οποίας η εντυπωσιακή αναπτυξιακή πορεία στηρίζεται απλά και μόνο στις υψηλές τιμές των πρώτων υλών και των άλλων προιόντων που παράγει (βλ. σχετ. Ruchir Sharma, “Bearish on Brazil: The Commodity Slowdown and the End of the Magic Moment”, Foreign Affairs, May - June, 2012). Ο ίδιος όμως σε άλλη μελέτη του (Breakout Nations: In Pursuit of the Next Economic Miracles , Allen Lane, 2012) επισημαίνει τις καινούργιες οικονομικές δυνάμεις που αναδύονται – ανάμεσά τους και η Βραζιλία. Μόνο που προφανώς αυτή η τελευταία μελέτη του είχε γραφεί πριν την εμπλοκή της Κίνας στις νέες της οικονομικές δυσκολίες.

Για την Ευρώπη η ανησυχία δεν είναι λιγότερο έντονη. Παρά τα λεγόμενα από γραφικούς έλληνες σχολιαστές η Γερμανία εξάγει ελάχιστα στον προβληματικό ευρωπαικό Νότο. Πελάτες της είναι κυρίως οι εύρωστες μέχρι τώρα τουλάχιστον οικονομίες του Βορρά, οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η ευρωστία όμως πολλών από αυτές εξαρτάται από την δυνατότητα τα Κίνας να συνεχίζει να ξοδεύει και να αγοράζει Δίχως αγορές δεν υπάρχουν εισπράξεις. Και χωρίς εισπράξεις λείπουν οι πόροι για οικονομικές ενισχύσεις και προγράμματα στήριξης. Ο David Pilling υποστηρίζει στους Financial Times (“Forget Grexit, it’s time to fret about ‘Chindown””, 20 June 1012) πως κάποιες χώρες δεν θα υποφέρουν όσο άλλες. Ολες όμως αυτές δεν είναι ευρωπαικές (παραγωγοί φυτικού πετρελαίου σε Μαλαισία και Ινδονησία κλπ).

Τα μαντάτα πάντως από την Κίνα δεν είναι καλά. Ολοι οι δείκτες δείχνουν αρνητικοί. Η HSBC τη Κίνας εκτιμά πως οι εξαγωγές θα συρρικνωθούν περαιτέρω με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της αγοράς εργασίας. Λιγότεροι άνθρωποι σε απασχόληση σημαίνει λιγότερα εισοδήματα και κατά συνέπεια μείωση της κατανάλωσης. Ολοι προσδοκούν σε νέα δάνεια για να ενισχυθεί η αγορά. Όπως σημείωσε όμως και παραπάνω ο Rajan, αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα λύση.

Όλα αυτά μας οδηγούν σε σκέψεις για μιά ενδεχόμενα μακρόχρονη κρίση που εμπλέκει και τα νομισματικά μας συστήματα. Πόσες πιθανότητες έχει το ευρώ να ορθοποδήσει και να επιβιώσει; Σοβαροί αναλυτές από όλο τον κόσμο εκφράζουν επιφυλάξεις για κάτι τέτοιο. Ο John Butler (The Golden Revolution: How to Prepare for the Coming Global Standard, John Wiley & Sons, New York, 2012) επιμένει πως έχουν αρχίσει όλοι να αναζητούν μια διέξοδο από τις σημερινές αναστατώσεις και ανασφάλειες. Η επαναφορά του χρυσού κανόνα θα επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις κι’ εμπλοκές. Εν τούτοις, επιμένει ο Butler, πολλές χώρες θα απαλλαγούν από το δηλητήριο του χρέους από δανεικά δίχως αντίκρισμα ενώ και οι αντιθέσεις ανάμεσα σε δολάριο, ευρώ, γιέν και Κινέζικο γιουάν θα πάψουν να μας βασανίζουν.

Σε παρόμοια πάνω λογική ο James Rickards (Currency Wars: The Making of the Next Global Crisis, Portfolio, 2011) επιμένει πως οι τρέχοντες νομισματικοί πόλεμοι που προέρχονται από τις επί μέρους κρίσεις και τις προσπάθειες των κυβερνήσεων να ξοδέψουν εναντίον τους η να χρησιμοποιήσουν την νομισματική ισοτιμία σαν ασπίδα προστασίας (λ.χ. η Κίνα) θα οδηγήσει τελικά σε ανατρεπτικά αδιέξοδα. Επιμένοντας σε μειώσεις δαπανών και σε περικοπές του δημόσιου τομέα ο Rickards βλέπει την λύση όχι σε νομισματικές αλχημείες αλλά στο θάρρος των κυβερνήσεων να δούν την πραγματικότητα, ενισχύοντας την παραγωγή τους κι’ ανακαλύπτοντας ισορροπίες μέσα από την οικονομική δυναμική κι όχι με την αύξηση των παροχών και των όποιων άλλων διευκολύνσεων.
Συνέχεια

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Γιατί η φορολόγηση είναι χειρότερο έγκλημα από την φοροδιαφυγή

Το να μην πληρώνει κάποιος τους φόρους του, όταν οι συμπολίτες του τους πληρώνουν, είναι έγκλημα. Σημαίνει ότι αυτός που το κάνει ζει εις βάρος των άλλων. Ότι απολαμβάνει υπηρεσίες χωρίς να πληρώνει μεταφέροντας το κόστος στους συμπολίτες του. Σε ένα τέτοιο καθεστώς η φοροδιαφυγή είναι καταδικαστέα και ο φοροφυγάς ένας απατεώνας. Υπάρχει ωστόσο ένα έγκλημα πολύ χειρότερο από την φοροδιαφυγή: η ίδια φορολογία. Κι ενώ η φοροδιαφυγή είναι ισοδύναμε με την απάτη, η φορολογία ισοδυναμεί με τη ληστεία, όπου ληστής είναι το κράτος.


Το κράτος εξασκώντας το μονοπώλιο της βίας εξαναγκάζει τους πολίτες να παραδώσουν μέρος της περιουσίας τους σε αυτό. Οι πολίτες έχουν το φυσικό δικαίωμα να αμύνονται στη ληστεία της ιδιωτικής τους περιουσίας από όπου κι αν προέρχεται. Συνεπώς για να υπάρξει κρατική φορολόγηση η οποία θα νομιμοποιείται στην συνείδηση των πολιτών πρέπει να προϋπάρξουν δύο βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, η φορολογία να είναι η ελάχιστη δυνατή, και η οποία θα χρηματοδοτεί ένα ελάχιστο κράτος. Δεύτερον, οι πολίτες να έχουν το δικαίωμα να εξασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο στο κράτος που τους φορολογεί. 
 Το μεγάλο κράτος (π.χ. το σκανδιναβικό σοσιαλιστικό μοντέλο) δικαιολογεί την υψηλή φορολόγηση των πολιτών του για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ονομάζεται «αναδιανομή», δηλαδή το κράτος αναλαμβάνει να εξισορροπήσει τις κοινωνικές ανισότητες παίρνοντας λεφτά από τους πλούσιους και δίνοντάς τα στους φτωχούς. Ο δεύτερος λόγος αφορά στην παροχή κρατικών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας, π.χ. άριστα σχολεία, νοσοκομεία, κοινωνική μέριμνα, κλπ., αλλά και στη χρηματοδότηση έργων υποδομής εθνικής σημασίας, όπως και στην χρηματοδότηση της τέχνης ή της επιστήμης.
Αντίθετα από τους κατοίκους της Σκανδιναυίας, στην Ελλάδα έχουμε την χειρότερη μορφή μεγάλου κράτους. Εδώ το κράτος δεν παρέχει στους φορολογούμενους τις υπηρεσίες που τους υπόσχεται και τους οφείλει αλλά χρησιμοποιεί τα χρήματα τους για να εξυπηρετήσει τον εαυτό του. Επειδή το Ελληνικό κράτος ανήκει, κυριολετικά, στα πολιτικά κόμματα, η πολιτική τάξη το χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο για να ανταμοίβει τον εαυτό της, τους συγγενείς της, τους φηφοφόρους της και τους επιχειρηματίες φίλους της. Έχουμε δηλαδή ένα φεουδαρχικού τύπου κράτος εναντίον του οποίου οι Έλληνες φορολογούμενοι ορθώς αμύνονται μέσω της φοροδιαφυγής. 
Αυτό είναι σημαντικό ζήτημα το οποίο έχει διαφύγει πλήρως της ανάλυσης ξένων και ημετέρων. Η Λαγκάρντ και οι λοιποί βορειοευρωπαίοι απαιτούν οι Έλληνες να «πληρώνουν τους φόρους τους». Δεν γνωρίζουν, ή κάνουν πως δεν γνωρίζουν, ότι το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας είναι από τα πιό άδικα του κόσμου. Έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να χρηματοδοτεί διεφθαρμένους εφοροεισπράκτορες και ένα άχρηστο κράτος όπου η μαζική πλειοψηφία των υπαλλήλων του όχι μόνο δεν παράγουν κάτι χρήσιμο αλλά εμποδίζουν και όσους προσπαθούν να το κάνουν χρήσιμο στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά ας αφήσουμε για λίγο την Ελλάδα, κι ας δούμε το ζήτημα της φορολόγησης εν γένει. Επειδή η φορολόγηση των πολιτών είναι το πιο σημαντικό ζητούμενο για την ύπαρξη του Κράτους οφείλουμε να την εξετάσουμε από όλες τις σκοπιές, την ιδεολογική, την οικονομική και την ηθική.
 Όπως εξήγησα, μια από τις δικαιολογίες για φορολόγηση είναι η αναδιανομή του πλούτου. Το Κράτος αναλαμβάνει να εισπράξει χρήματα από τους πολίτες με την υποχρέωση να τα ξαναδώσει πίσω με τρόπο ώστε να ωφελούνται όλοι. Ποιος όμως ελέγχει ότι το Κράτος θα κάνει την αναδιανομή αυτή με τον σωστό ή δίκαιο τρόπο; Και ποιος, τελικά, είναι ο «σωστός» ή «δίκαιος» αυτός τρόπος; Πού βρίσκονται οι καλοί άγγελοι που θα σκεφτούν το καλό της κοινωνίας και όχι το δικό τους όταν κάθονται πάνω σε ένα βουνό από χρήματα των άλλων; Οι αποφάσεις για την αναδιανομή των φόρων λαμβάνονται από την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή την εκάστοτε κυβέρνηση. Δεν θα πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσει ότι η κάθε κυβέρνηση, οποιουδήποτε κράτους, έχει προς συμφέρον της να χρησιμοποιήσει τον πλούτο που αφαίρεσε εξαναγκαστικά από τους πολίτες της για να διατηρηθεί στην εξουσία.
 Όσο περισσότερο ελέγχουν την εξουσία οι πολίτες τόσο περισσότερο η κυβέρνηση αυτή θα προσπαθήσει να κάνει μια δίκαιη αναδιανομή. Το αντίθετο είναι επίσης αληθές, κάτι που συμβαίνει στην Ελλάδα από ιδρύσεως του κράτους μας. Ο μη έλεγχος της εξουσίας από τους πολίτες θα οδηγεί πάντα σε ρήξη τους πολίτες με το πολιτικό σύστημα. Κι όπως μας έχει διδάξει η ιστορία όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αργά ή γρήγορα, το πολιτικό σύστημα θα καταρρεύσει. Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατέρρευσε για αυτούς ακριβώς τους λόγους. Το ίδιο και ο «Ελληνικός σοσιαλισμός» των τελευταίων τριάντα χρόνων. Κάποια στιγμή τα λεφτά των άλλων πάντα τελειώνουν. Όσο μεγαλύτερο το Κράτος τόσο περισσότερους πόρους καταναλώνει. Στο τέλος, όπως στην περίπτωση της χώρας μας, το Κράτος γίνεται τόσο γιγάντιο που αντί να υπηρετεί την κοινωνία την απομυζά. Η κοινωνία γίνεται υπόδουλη στο Κράτος, αφού οι φόροι των πολιτών αναλώνονται στην χρηματοδότησή του. Το αδηφάγο Κράτος αρχίζει τότε να δανείζεται στο όνομα των πολιτών του υποθηκεύοντας το μέλλον τους. 
 Η μεγάλη διαφθορά των πολιτικών και των επιχειρηματικών κύκλων που συμβιώνουν με το μεγάλο Κράτος είναι απόρροια του μεγέθους του Κράτους. Όσο μεγαλύτερη η πίττα τόσο μεγαλύτερη η αδιαφάνεια και η διαφθορά. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Δύσης γιγάντωσαν το κράτος με αποτέλεσμα να βουλιάζουν οι κοινωνίες μας στα χρέη και στη διαφθορά. Αντί να γίνεται αναδιανομή των φόρων και επιστροφή τους στους πολίτες οι φόροι αναλώνονται από το ίδιο το Κράτος και τους ημέτερούς του. Πρόκειται για μια στυγνή ληστεία με κοινοβουλευτική νομιμοποίηση. Αυτός είναι ο καπιταλισμός των ημετέρων (crony capitalism), συχνά ονομαζόμενος παραπλανητικά ως «σοσιαλδημοκρατία», όπου οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί φτωχότεροι. Αυτό είναι το πολιτικό σύστημα που πρέπει να αλλάξει αν θέλουμε να έχουμε περισσότερη ελευθερία ως άτομα και ως πολίτες.
Συνέχεια