Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Αηθής οικογενισμός: οι κόρες του Πολύδωρα και η θνησιγένεια των ελληνικών μεταρρυθμίσεων

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Edward C. Banfield πήγε με τη γυναίκα του να ζήσουν στο πατρικό χωριός της, στα Βασιλικάτα της νότιας Ιταλίας. Τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις του τις συνόψισε στο βιβλίο "Η ηθική βάση μιας οπισθοδρομικής κοινωνίας" (The moral basis of a backward society).

Ο Banfield παρατήρησε μια οικογενειακοκεντρική κοινωνία όπου κυριαρχούσε ο προσωπικός ωφελιμισμός, και στην οποία το δημόσιο συμφέρον θυσιαζόταν στο βωμό του νεποτισμού και της άμεσης οικογένειας. Τα μέλη της κοινωνίας αυτής αδυνατούσαν να συνεργαστούν μεταξύ τους για το κοινό καλό και για οτιδήποτε ξεπερνούσε τα άμεσα, υλικά, συμφέροντα της πυρηνικής οκογένειας. Ως αποτέλεσμα, το χωριό βούλιαζε στη διαφθορά, την καχυποψία, τη ζήλια και τις κακές σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους. Οι κάτοικοι έβλεπαν το χωριό τους ως ένα πεδίο πολέμου και ανταγωνισμού, και όχι ως μια κοινότητα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;

Η έμφαση στην άμεση οικογένεια, ακόμα κι αν αυτό υπονομεύει το γενικότερο κοινωνικό καλό, ονομάστηκε από τον Αμερικανό μελετητή "αηθής οικογενισμός" (amoral familism). Στις αιτίες του συγκεταλέγονται ποικίλοι πολιτιστικοί και ιστορικοί παράγοντες. Η Κάτω Ιταλία και η Ελλάδα μοιράζονται κοινή ιστορική αφήγηση αλλεπάλληλων κατακτητών. Η εξουσία, επί αιώνες, ανήκε σε "άλλους", σχεδόν αποκλειστικά ξένους, και δεν ήταν ποτέ κτήμα των αυτόχθονων. Επί αιώνες δεν υφίστατο ουδείς ευρύτερος κοινωνικός ή πολιτικός θεσμός στον οποίο να μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα οι πολίτες. Δεν υφίστατο καν η έννοια του "πολίτη". Ακόμα και η εκκλησία αποτελούσε μνημείο αναξιοκρατίας όπου τα ωφέλη, οι τίτλοι και τα έσοδα μοιράζονταν ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενες οικογένειες. Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον οι μόνοι που μπορούσες να εμπιστευτείς ήταν οι "δικοί" σου άνθρωποι, το αίμα σου.

Στην Ελλάδα όλες οι προσπάθειες κοινωνικής μεταρρύθμισης που έγιναν από τον Καποδίστρια και μετά απέτυχαν κυρίως εξαιτίας του εγγενούς αηθούς οικογενισμού μας. Ο Πολύδωρας, και σχεδόν άπαντες οι πολιτικοί που πέρασαν από θέσεις εξουσίας, εξυπηρέτησαν κατ΄αρχήν την άμεση οικογένειά τους, κατόπιν τους συγγενείς τους και, αν περίσσευε κανένα ρουσφέτι, τους συγχωριανούς τους ή το νομό όπου εκλέγονταν. Ο αηθής οικογενισμός διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα διότι είναι ανεξάρτητος πολιτικής ιδεολογίας. Είναι εντικτώδης και αντανακλαστικός. Είναι επίσης η αιτία που η Ελλάδα παραμένει, δύο σχεδόν αιώνες από την ανεξαρτησία της, μια κοινωνία πελατών και όχι πολιτών.

Κατά τον Banfield η μόνη διέξοδος για μια οπισθοδρομική κοινωνία από τον αηθή οικογενισμό είναι η δημιουργία επαρκούς "κοινωνικού κεφαλαίου". Δηλαδή να δημιουργηθούν και να καλλιεργηθούν συνήθειες, συμπεριφορές, δίκτυα και κανόνες που παρακινούν τους ανθρώπους να συνεργάζονται για το κοινό καλό ανεξάρτητα από δεσμούς αίματος.

Ευτυχώς, στην Ελλάδα βλέπουμε να δημιουργείται επιτέλους η απαρχή ενός τέτοιου κοινωνικού κεφάλαιου, από ένα πλήθος κόσμου, νέων ή λιγότερο νέων. Είναι ένα διαρκώς διογκούμενο κομμάτι πολιτών που - κατά κανόνα - ζει σε μεσαίες ή μεγάλες πόλεις, έχει αποκοπεί σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό από τις οικογενειακές ρίζες στο χωριό, δεν εργάζεται στο δημόσιο (ή αν εργάζεται σε αυτό νοιώθει αποξενωμένο), και δεν εκπροσωπείται ή μένει διαρκώς ανικανοποίητο από τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Αυτό το ανανεωτικό, μεταρρυθμιστικό ρεύμα πολιτών έρχεται σε σύγκρουση με την οπισθοδρομική Ελλάδα όπως αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από τα συνδικάτα άμεσα ή έμεσα εργαζομένων στο κράτος, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, την πλειονότητα των πολιτικών, κλπ. Είναι αυτοί των οποίων η συνείδηση αγαναχτεί από την κατάφορη αδικία να προστατεύονται με εργασιακή μονιμότητα όσοι εργάζονται για το κράτος ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες να ρίχνονται στο έλεος της χειρότερης οκονομικής κρίσης.

Μεταρρυθμίζοντας ριζικά το κράτος, κόβωντας τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την πολιτική εξουσία με την παροχή "ενοικίων" (τύπου αργομισθίας στο δημόσιο, επιδοτήσεων κλπ.), ίσως δώσει την ευκαιρία σε αυτό το, πραγματικά προοδευτικό, κομμάτι του ελληνικού λαού να δημιουργήσει με τον καιρό το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειάζεται η χώρα μας για να πάει μπροστά.

Για αυτό και τα κόμματα είτε αντιδρούν λυσσαλέα εναντίον των μεταρρυθμίσων στο δημόσιο τομέα (οι αριστεροί) είτε επικαλούνται το "κοινωνικό κόστος" (!) για να (επανα)διαπραγματευτούν με τους διεθνείς πιστωτές την αναβολή ή την ακύρωσή τους (οι δεξιοί). Γνωρίζουν ότι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας μεταρρύθμισης θα πυροδοτήσει ριζικές αλλαγές στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες πολιτικές δυνάμεις. Οι παλιοί τους φίλοι οι οποίοι ελέγχαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με αντάλλαγμα παχυλά συμβόλαια δημοσίων έργων χάνουν το παιχνίδι της πολιτικής επιρροής. Η αποκέντρωση - και άρα απελευθέρωση - του πολιτικού διαλόγου χάρη στο διαδίκτυο, τα ιστολόγια και τα κοινωνικά δίκτυα, ενδυναμώνει τη δυναμική μιας ιστορικής μετάλλαξης της Ελληνικής κοινωνίας μακριά από τον αηθή οικογενισμό και προς μία κοινωνία πολιτών.

Στο μέλλον, η ελληνική κρίση και τα αποτελέσματα των μνημονίων θα αναφέρονται ως η σύγκρουση εκείνων που επιθυμούσαν την ελευθερία και την πρόοδο με τον συντηρητισμό του πολιτικού κατεστημένου και με τους κόκκινους και μαύρους βρυκόλακες του ολοκληρωτισμού. Ας ελπίσουμε ότι εκείνα τα μελλοντικά βιβλία της ιστορίας θα προσθέτουν επίσης ότι η Ελλάδα στα τέλη του 2012 άρχισε να πηγαίνει μπροστά.
Συνέχεια

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Και ξαφνικά τα ΜΜΕ ανακάλυψαν την πολιτική βία


Μετά από 38 χρόνια μεταπολίτευσης τα ελληνικά ΜΜΕ ανακαλύπτουν ότι υπάρχει πολιτική βία στην Ελλάδα. Ή μάλλον υπήρχε αλλά είχε καλές προθέσεις.

Την εβδομάδα που πέρασε θα είχε την εντύπωση κάποιος που παρακολουθεί τα ελληνικά ΜΜΕ ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία επικρατεί ο νόμος και η τάξη. Ξαφνικά η Χρυσή Αυγή με τις παρανομίες τις αποφάσισε να σπάσει μια παράδοση δεκαετιών.

Δεν είναι η Ελλάδα που για δεκαετίες υπάρχουν αριστερές τρομοκρατικές οργανώσεις που ειδικεύονται στην δολοφονία ατόμων που κατά κανόνα προέρχονται από την αντιπέρα πολιτική όχθη; Δεν ήταν η 17 Νοέμβρη που δολοφόνησε μια σειρά δεξιών πολιτικών και εκδοτών; Ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, η Αντικρατική Πάλη, η Σέχτα Επαναστατών, η Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς;

Δεν είχαν και έχουν όλες αυτές οι οργανώσεις την έμμεση και ορισμένες φορές άμεση υποστήριξη του μιντιακού και ακαδημαϊκού κατεστημένου; Δεν χαρακτηρίζονταν πάντοτε προσπάθειες αντιμετώπισης αυτών των οργανώσεων ως μέτρα αστυνομοκρατίας; Και οι λίγοι πολιτικοί και οι ακόμα λιγότεροι δημοσιογράφοι που αναδείκνυαν το θέμα της τρομοκρατίας και της βίας δεν χαρακτηρίζονταν ως υποψήφιοι δικτατορίσκοι;

Το θέμα εδώ δεν είναι η μαύρη βία να φτάσει τα κατορθώματα της κόκκινης βίας και μετά το συζητάμε. Το θέμα είναι η απίστευτη υποκρισία των ΜΜΕ στο θέμα της πολιτικής βίας. Ο Παύλος Τσίμας στο δελτίο του Mega όταν οι της Χρυσής Αυγής έσπασαν ορισμένους πάγκους σε δυο-τρεις λαϊκές έφτασε να μιλάει για επανασύσταση του παρακράτους της δεξιάς... Όταν τον Οκτώβρη του 2011 οι δυνάμεις του ΚΚΕ (ΠΑΜΕ-ΚΝΑΤ) ανέλαβαν το ρόλο του κράτους και προστάτευσαν το ελληνικό κοινοβούλιο από αριστερούς άλλων παρατάξεων, η στάση του βεβαίως δεν κρίθηκε ως παρακρατική από τον κ. Τσίμα.

Το ΚΚΕ με τις ομάδες βίας του δέρνει όποτε και όποιον θέλει, κλείνει δρόμους, καταλαμβάνει μνημεία, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, απαγορεύει ετσιθελικά ότι δραστηριότητα θεωρεί ανεπιθύμητη και όλα αυτά θα πρέπει να τα αποδεχθούμε ως απλά και φυσιολογικά γεγονότα της ελληνικής πραγματικότητας. Η πικρή αλήθεια είναι πως, χάρις στον κ. Τσίμα και τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής δημοσιογραφίας, ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας τα έχει αποδεχθεί ως τέτοια.

Από κοντά και ο Προκόπης Παυλόπουλος. Ο κ. Παυλόπουλος θα πει στην Βουλή για τις επιθέσεις της Χρυσής Αυγής στις λαϊκές ότι: «Είναι χυδαιότητα να λένε κάποιοι στον ελληνικό λαό ότι αυτό που δεν μπορεί το κράτος να κάνει, το κάνουμε εμείς.» Θα θυμάστε τον κ. Παυλόπουλο από την υπουργική του θητεία το 2008 όταν κάηκε η Αθήνα, γιατί επικρατούσε το δόγμα Παυλόπουλου: κανείς δεν πρέπει να κάνει την δουλειά του κράτους - παρεμπιπτόντως, το κανείς περιλάμβανε και το κράτος. Το βράδυ που θα καίγεται η Αθήνα ο κ. Παυλόπουλος θα πει «Περισσότερα είναι τα κτίρια που δεν καίγονται από εκείνα που καίγονται» - το οποίο θα μείνει στην ιστορία ως η επιτομή της πολιτικής του παρουσίας. Ο κ. Παυλόπουλος ως υπουργός υπεύθυνος δήθεν για την δημόσια τάξη είναι ίσως η πιο τρανταχτή περίπτωση αντιποίησης αρχής στην ιστορία της Ελλάδας. Σε μια φυσιολογική χώρα με υπεύθυνη δημοσιογραφία, άτομα όπως ο κ. Παυλόπουλος δεν θα τα έπαιρνε κανείς στα σοβαρά. Αλλά στην Ελλάδα του 2012 ο κ. Παυλόπουλος έχει το ηθικό ανάστημα να σχολιάζει θέματα δημοσίας τάξεως...

Τις δηλώσεις του κ. Παυλόπουλου στην Βουλή έσπευσαν να τις χειροκροτήσουν οι παρευρισκόμενοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως ο κ. Παυλόπουλος έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εναντίον της βίας - με κάποιες εξαιρέσεις, βεβαίως βεβαίως. Για παράδειγμα το κάψιμο της Αθήνας το 2008 είχε χαρακτηρισθεί από τον κ. Τσίπρα ως «λαϊκή εξέγερση». Ή για παράδειγμα η τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη είχε σημαντικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ως μάρτυρες υπεράσπισης. Ή όταν στελέχη και βουλευτές του κόμματος συμμετέχουν σε εκδηλώσεις συμπαράστασης των καταδικασμένων τρομοκρατών των Πυρήνων της Φωτιάς. Ή όταν οι απανταχού μπαχαλάκιδες καίνε, λεηλατούν ή κάνουν κατάληψη αξίζουν της συμπαράστασης του ΣΥΡΙΖΑ.

Την ίδια εβδομάδα που ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφραζε τον αποτροπιασμό του για την παράνομη δράση της Χρυσής Αυγής, το ίδιο κόμμα έβγαζε ανακοίνωση για έφοδο της αστυνομίας σε κατάληψη. Ο τίτλος της είδησης: «Έντονη αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ για την έφοδο της ΕΛ.ΑΣ σε κατάληψη.» «Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσε ανακοίνωση, μέσω της οποίας ασκεί σκληρή κριτική για την αστυνομική επιχείρηση στην Θεσσαλονίκη, που είχε σαν στόχο την απομάκρυνση των νεαρών από την κατάληψη του κτιρίου “Δέλτα”.»

Το μιντιακό κατεστημένο αδυνατεί να δει τον απίστευτο παραλογισμό και υποκρισία σε τέτοιου είδους πράξεις και λόγια. Η αριστερά είναι αλλιώς στην Ελλάδα. Ναι ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ανοιχτά πολλές μορφές βίας και παραβατικότητας, αλλά είναι για καλό σκοπό. Το ΚΚΕ κάνει ακριβώς το ίδιο και ταυτόχρονα υποστηρίζει ένα βάρβαρο σταλινικό και ολοκληρωτικό καθεστώς που σφαγίασε εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά είναι για καλό σκοπό. Η αριστερά θα πρέπει να κρίνεται όχι σύμφωνα με αυτά που λέει και κάνει αλλά σύμφωνα με τις προθέσεις της όπως η ίδια τις αντιλαμβάνεται.

Αντίθετα η δεξιά θα πρέπει πάντα να κρίνεται σύμφωνα με τα στερεότυπα που έχει θεσπίσει η αριστερά στον πολιτικό βίο και επίσης σύμφωνα με τις πράξεις ακραίων στοιχείων, όπως αυτές της Χρυσής Αυγής, που ανοιχτά απορρίπτει και καταδικάζει και που ξεκάθαρα αντίκεινται στην αστική πολιτική ιδεολογία που εκπροσωπεί. Μην παραξενευτείτε όταν τους επόμενους μήνες όταν κάποιος δεξιός εκφράζει την αντίθεση του στην λαθρομετανάστευση ή την υποστήριξη του στον νόμο και την τάξη, αυτές οι θέσεις να χαρακτηρίζονται από τα ΜΜΕ και την αριστερά ως ακραίες και ως αντιγραφή της Χρυσής Αυγής.

Δεν έχουν επιχειρήματα ούτε για το θέμα της λαθρομετανάστευσης ούτε και για το θέμα του νόμου και της τάξης και η μόνη τους διέξοδος θα είναι να επιβληθούν πολιτικά δια της συκοφαντίας και της στρεψοδικίας.
Συνέχεια