Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

‘Η ο γυαλός είναι στραβός ή στραβά αρμενίζουμε

Από την κρίση ελάχιστοι βγήκανε σοφότεροι.Τα παιδαριώδη μπλογκ που ξεπήδησαν με λόγο καταγγελτικο σχεδόν χουλυγκανικό για «αλήτες πολιτικούς» και «μαζί ή χώρια τα φάγαμε» ξεγυμνώνουν την άγνοιά μας για τις αιτίες της κρίσης. Τον οικονομικό μας αναλφαβητισμό. Η διαμαρτυρία κινείται στη λογική της πίεσης για αναδιανομή όπως η μεταπολίτευση μας έμαθε: να βγαίνουμε στο δρόμο για να διεκδικήσουμε ένα κομμάτι της (συρρικνούμενης πλέον) πίτας.

Η κρίση δε οδήγησε τους περισσότερους να αναρρωτηθούν ποιά οικονομική πρακτική μας έφερε ως εδώ. Στις «καλές εποχές» στηρίζαμε τον κρατισμό που γεννούσε ελλείμματα, τον παρασιτισμό σε βάρος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τη προσοδοθηρία των κομματισμένων οργανώσεων που τώρα σαν ορφανά ψάχνουν προστάτες σε γειτονικά κόμματα που κάποτε περιφρονούσαν. Σήμερα με τις ίδιες ιδέες ασκούμε κριτική σε όσους διαχειρίζονται την παρακμή και αποσύνθεση αυτού του συστήματος. Ζητάμε τιμωρούς για τους παλιούς νονούς του συστήματος και νέους προστάτες. Δεν αναθεωρήσαμε τις θέσεις και τις ιδέες μας. Η χώρα μας πληρώνει το τίμημα εξήντα ετών με λανθασμένη οικονομική φιλοσοφία. Βασισμένη από το 1950 στον κρατικό παρεμβατισμό και προστατευτισμό υπό την «αρχική συνθήκη» ότι το κράτος ξέρει καλύτερα από τους επιχειρηματίες και είναι καλοπροαίρετο όταν διανέμει δάνεια, αδειοδοτήσεις και δουλειές. Στη μεταπολίτευση, η φιλοσοφία αυτή μετεξελίχθηκε σε «κράτος πρόνοιας» οπου η υγεία και η παιδεία είναι εκ θαύματος «δωρεάν» λες και δεν χρηματοδοτείται από τους φόρους μας, ενώ στην πραγματικότητα το κρατικό μονοπώλιο στέρησε από μας την επιλογή και τον ανταγωνισμό στις υπηρεσίες που οπουδήποτε λειτουργεί τείνει να ρίχνει τις τιμές και βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσίων.

Ο προστατευτισμός στη δεκαετία του 80 και μετά βρήκε νέο αίμα τα «κοινοτικά κονδύλια» - μέλι στο στόμα εγχώριων σοσιαλδημοκρατών και «φιλελεύθερων» - και τις αγροτικές αποζημιώσεις, που στρέβλωσαν τα κίνητρα για αγροτική παραγωγή και καινοτομία. Μετέτρεψαν επιχειρηματίες σε ραντιέρηδες που αναζητούσαν ευκαιριακές δουλείες στο δημόσιο και λάδωναν για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια της συναλλαγής τους από τα καπρίτσια μιας παρασιτικής πολιτικής τάξης. Η εκροή πόρων αποθάρρυνε μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις που θα έφτιαχναν εξωστρεφείς εταιρίες αντί να ρίχνουν μπετόν παντού.

Συνέπεια της εξηντάχρονης οικονομικής πολιτικής στο λάθος δρόμο είναι η Ελλάδα σήμερα να χάνει τη θέση της ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες. Κατρακυλά σε ένα νέο status, αυτό τις χώρας σε φαση απο-ανάπτυξης (de-growth), τις αντίστροφης δηλαδή πορείας από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Την ίδια στιγμή ο αναπτυσσόμενος κόσμος εγκατέλειψε τον οικονομικό κρατισμό για περισσότερη οικονομική ελευθερία και εκατομμύρια άνθρωποι βγαίνουν απο τη φτώχια. Σήμερα που ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν υπήρξε μια τόσο μεγάλη μεσαία τάξη στην παγκόσμια ιστορία, η Ελλάδα βλέπει τη δική της να συρρικνώνεται.

Και δυστυχώς εμείς «μετακινούμαστε προς τα αριστερά», κατειλημμένοι από ιδεοληψίες βαθιά χαραγμένες στο θυμικό μας. «Το κράτος μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό και καλοπροαίρετο στα χέρια του λαού», «Οι κρατικές εταιρίες είναι δημόσια περιουσία», «η ελεύθερη αγορά αυξάνει τις ανισότητες και την ανεργία», «φταίει ο καπιταλισμός ρε βλάκα».

Δε βάλαμε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» το σοσιαλισμό, τον εθνικισμό και το μίγμα τους, τον φασισμό. Δεν εγκαταλείπουμε αηδιασμένοι τις αυταρχικές ιδεολογίες που θέλουν το κράτος (δηλαδή την κρατική ελίτ) να αποφασίζει για το τι δουλειά θα κάνουμε και πόση κατανάλωσή μας επιτρέπεται (σοσιαλισμός και φασισμός), αλλά και για τις ιδέες, τις επιρροές και τα πιστεύω μας, ακόμα και για επιλογές που αφορούν την προσωπική μας ζωή (φασισμός και σοσιαλισμός).

Στη χώρα της θεσμοποιημένης θρησκοληψίας, του εκπαιδευτικού εθνοκεντρισμού και της κατεστημένης προγονοπληξίας, η σκέψη μας έχει αποκοπεί από παγκόσμια ρεύματα σκέψης. Είναι μια παρατεταμένη μεμψιμοιρία. Παραμένει αποστεωμένη από εφευρετικότητα, αναμασώντας τσιτάτα και υιοθετώντας μια «ερμηνεία» που βλέπει παντού συνωμότες και προδότες.

Δεν ψάχνουμε έξω από τις ιδέες κονσέρβες για να πάρουμε τις απαντήσεις. Τί είδους οικονομία φέρνει ανάπτυξη και εργασία, ποιές οικονομικές και θεσμικές προυποθέσεις επιτρέπουν μια κοινωνία με διαφορετικές προτιμήσεις να είναι συνεκτική και ανεκτική ταυτόχρονα;

Έκπληκτοι έως πανικοβλημένοι, αλλά προπάντως απληροφόρητοι, προστρέχουμε σε φρέσκους εγχώριους δημαγωγούς. Θα ψηφίζουμε το εκάστοτε «καλό παιδί», θα ακούμε από τον καναπέ τον «πατριώτη» να τα χώνει στη Μέρκελ. Θα βγαίνουμε στο δρόμο για να μουντζώνουμε στον αέρα, όπως στον αέρα είναι πλέον και το μέλλον μας. Για όσους από εμάς δε μετανάστευσαν.

Καλως ήρθατε στο Τρίτο Μέρος της εθνικής μας τραγωδίας. Ο θίασος των περιοδευόντων δημαγωγών έχει πιάσει πολλή δουλειά και πάλι. Όπλα τους ο σοσιαλισμός, ο εθνικισμός, η συνωμοσιολογία, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι. Μόνο που τώρα οι λαικιστές είναι «μιας χρήσης». Θα έρχονται σαν διάττοντες αστέρες, θα πουλάνε υποσχέσεις και θα κυβερνούν για λιγάκι το κουφάρι μιας κοινωνίας σε απόγνωση πριν φύγουν απαξιωμένοι υπό τις αποδοκιμασίες του όχλου που πάντα θα αναζητά τον επόμενο.
Συνέχεια

Συμβούλιο Επικρατείας και προεκλογικές δεσμεύσεις Πρωθυπουργού



ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ - ΤΖΑΚΗ

Ευτυχώς που μέσα στις δυσκολίες που περνούν ο τόπος και πολίτες, έρχονται και κάποιες ειδήσεις που φέρνουν αισιοδοξία για το μέλλον της πατρίδας και του λαού μας.

Αναφέρομαι φυσικά στην απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο 3838/2010, γνωστό και ως «λαθρονόμο» ή ως «νόμο Ραγκούση». Βασικός σκοπός του εκτρωματικού αυτού νόμου, ήταν η αλλοίωση του ελληνικού έθνους και του εκλογικού σώματος, αφού στην πορεία του χρόνου θα μπορούσαν να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα ψήφου εκατομμύρια αλλοδαπών που θα έκαναν χρήση των διατάξεών του.

Δεν θα επεκταθώ στο περιεχόμενο του νόμου αυτού, αφού αυτά αναλύθηκαν σε προηγούμενο άρθρο μας, αμέσως μετά τη σχετική απόφαση του αρμοδίου Τμήματος του ΣτΕ, που είχε καταρχήν κρίνει το νόμο αντισυνταγματικό και είχε παραπέμψει λόγω σπουδαιότητας το ζήτημα στην Ολομέλεια. Πρέπει να εκφράσουμε την ικανοποίησή μας για το ότι οι Δικαστές του ΣτΕ άντεξαν στις πιέσεις που τους ασκήθηκαν από θολοκουλτουριάρικους πολιτικούς, πανεπιστημιακούς και δημοσιογραφικούς κύκλους καθ’ όλο αυτό το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην απόφαση του Τμήματος και την απόφαση της Ολομέλειας.

Σήμερα, πλέον, είναι σαφές ότι κατέπεσαν όλες οι ασυναρτησίες που έλεγαν όλοι αυτοί που στήριζαν το νόμο και που διαχρονικά στηρίζουν ό,τι μπορεί να κάνει ζημιά στην Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Αποδείχτηκε ότι η ιθαγένεια / υπηκοότητα είναι ο νομικός δεσμός που συνδέει τον πολίτη με το κράτος και αποτελεί αποκλειστική ευχέρεια του κάθε κράτους να την απονέμει υπό τους όρους που το ίδιο επιθυμεί. Ούτε κανένα σχετικό δικαίωμα αποκτά όποιος αλλοδαπός «μπουκάρει» σε μία χώρα, ούτε καμία σχετική υποχρέωση έχει η χώρα να δίνει την ιθαγένεια σε όποιον τη ζητήσει.

Επιπλέον, και πάλι αποκλειστικό δικαίωμα του κάθε κράτους είναι να επιλέξει αν θα παίρνει ή όχι την ιθαγένεια όποιος γεννιέται στο έδαφός του. Η Αμερική και άλλες χώρες που συγκροτήθηκαν κατά τα νεότερα χρόνια και συνεπώς αποτελούν κράτη πολυεθνικής σύνθεσης που ήθελαν να προσελκύσουν πληθυσμό, εφαρμόζουν το δίκαιο του εδάφους (jus soli), δηλαδή απονέμουν την ιθαγένεια σε όποιον γεννηθεί στο έδαφός τους. Δικαίωμά τους. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές χώρες και γενικά όσες εμπίπτουν ιστορικά στην έννοια του «έθνους-κράτους», έχουν επιλέξει το λεγόμενο νομικά «δίκαιο του αίματος» (jus sanguinis), δηλαδή απονέμουν την ιθαγένεια μόνο σε όποιον κατάγεται από γονείς που έχουν την εθνικότητα και την ιθαγένεια του κράτους αυτού. Ένα από τα παραδείγματα των χωρών αυτής της δεύτερης κατηγορίας είναι η χώρα μας. Και πράγματι, το έθνος με την αρχαιότερη και μεγαλύτερη ιστορία, τι ανάγκη έχει να μοιράζει την ιθαγένειά του πανεύκολα και να οδηγηθεί στην αλλοίωσή του και σε μελλοντικό αφανισμό;

Για τις εξαιρετικές περιπτώσεις αλλοδαπών που έχουν έρθει νόμιμα στην πορεία των χρόνων και διέπρεψαν ή προσέφεραν στην Ελλάδα, πάντοτε υπήρχε ο θεσμός της πολιτογράφησης με την πλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων. Αυτό μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, αρκεί να επανέλθουν οι αυστηροί όροι που υπήρχαν πριν και όχι οι ψευτοπροϋποθέσεις του νόμου Ραγκούση. Επίσης, το αν κάθε κράτος και εν προκειμένω η Ελλάδα θα εντάξει και κάποια στοιχεία «δικαίου του εδάφους» στο νομικό της πλαίσιο, δηλαδή το αν θα δίνει εκ των υστέρων την ιθαγένεια και σε παιδιά που έχουν γεννηθεί εδώ, έχουν ζήσει όλα τα χρόνια της ζωής τους εδώ, έχουν περάσει με επιτυχία όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης, διακρίνονται στον επαγγελματικό, επιστημονικό και κοινωνικό χώρο και επιθυμούν με πρωτοβουλία τους ως ενήλικοι να ζητήσουν την ελληνική ιθαγένεια, είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί. Αλλά και πάλι τονίζεται ότι αυτό αποτελεί δυνατότητα / ευχέρεια του κράτους και σε καμία περίπτωση δεν έχει κάποια τέτοια υποχρέωση. Ούτε το άτομο έχει σχετικό δικαίωμα να επικαλεστεί.

Τα οικονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν πριν από λίγες μέρες, έχουν πικράνει τον κόσμο που ψήφισε τη Νέα Δημοκρατία αλλά και άλλους πολίτες που έδειχναν ανοχή και είχαν υποδεχθεί θετικά τη θεωρία των ισοδυνάμων. Τα μέτρα περιέχουν αδικίες, πλήττουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και το μούδιασμα του κόσμου είναι δικαιολογημένο. Εάν ο Αντώνης Σαμαράς θέλει να αποκαταστήσει στοιχειωδώς τα πράγματα στην κοινωνία και στον πατριωτικό κόσμο, οφείλει να υλοποιήσει την κατάργηση του νόμου Ραγκούση, κάτι που αποτελεί πάγια δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας και του ιδίου προσωπικά που το επαναλάμβανε επί τρία χρόνια σε όλες τις ομιλίες του. Την εξέλιξη αυτή επιθυμεί και η συντριπτικότατη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ύστερα και από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία πρέπει αμέσως να εφαρμοστεί, δεν υπάρχει πλέον καμία απολύτως δικαιολογία για οποιαδήποτε ατολμία ή χρονοτριβή στο ζήτημα.

Ο Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης είναι δικηγόρος.
Συνέχεια

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Η παράδοση του ΚΚΕ εσ. στην Ελλάδα της κρίσης.

Σε ανάρτηση μου στο fb ανέφερα πως το ΚΚΕ εσ.. ήταν μαζί με το ΠΑΣΟΚ το χειρότερο προϊόν της μεταπολίτευσης. Προσπάθησα να το εξηγήσω ως εξής. Το ΚΚΕ εσ. διακρινόταν από έναν έντονο οπορτουνισμό. Φυσιολογικό, άλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος της κρίσης στο ΚΚΕ που ξεκίνησε με την 8η ολομέλεια το 1958 και οδήγησε στην διάσπαση το 1968. Έτσι το ΚΚΕ εσ. θεωρούσε πως η εξουσία για τους κομμουνιστές μπορούσε να κατακτηθεί και μέσα από την αστική κοινοβουλευτική διαδικασία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μετά το 1974 με την καθοδήγηση του Λ. Κύρκου να διαμορφώσει έναν πολιτικό λόγο που από την μία έμενε πιστός στις βασικές κομμουνιστικές αρχές, δηλαδή την πίστη στο πρωτείο της συλλογικότητας έναντι του ατόμου και στην ρύθμιση της κοινωνίας και οικονομίας από την πρωτοπορία της εργατικής τάξης, και της διανόησης, δηλαδή το κόμμα, κι από την άλλη διεκδικούσε ρόλο στα κύρια θέματα που έβαζε η αστική δημοκρατία.

Αυτή η υβριδική κατάσταση διαμόρφωσε 2-3 γενιές στελεχών που ήσαν ή πίστευαν πως μπορούσαν να είναι και μέσα και έξω από το παιχνίδι της αστικής δημοκρατίας. Με αυτή την έννοια το ΚΚΕ εσ. και τα κόμματα που το κληρονόμησαν, πέρασαν σε μια σεβαστή (όχι ποσοτικά όσο ποιοτικά) μερίδα της ελληνικής κοινωνίας την πολιτική λογική πως μπορείς να είσαι κομμουνιστής και ταυτόχρονα δημοκράτης. Πως μπορείς να είσαι κομμουνιστής και ταυτόχρονα μέσα στους αστικούς θεσμούς.

Αυτό για μένα ήταν και είναι μέγιστη κοροϊδία. Ο κομμουνισμός (τόσο στην θεωρία, όσο και στην πράξη) δεν έχει καμμία σχέση με την δημοκρατία και την ελευθερία. Το να αφήνεις να εννοηθεί πως μπορούν να συνυπάρξουν, αν το κάνεις συνειδητά είναι δόλια κοροϊδία, αν δεν το κάνεις συνειδητά συγχωρήσαι, αλλά πάλι έχεις το ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή τον εγκλωβισμό μιας μερίδας των ψηφοφόρων σε κομμουνιστογενείς λογικές με το άλλοθι μιας δήθεν εναλλακτικότητας. Αυτό ακριβώς ζούμε και σήμερα με την τωρινή κρίση ταυτότητας της "ανανεωτικής" (πλην ΚΚΕ δηλαδή) αριστεράς.

Παραπαίει σε ένα εκκρεμές ανάμεσα στην επανάσταση και την κυβερνητική πρακτική. Συνδιαλέγεται με ότι χειρότερο παρήγαγε το ΠΑΣΟΚ, μόνο και μόνο με την προοπτική της αστικής εξουσίας, την οποία ούτως ή άλλως δεν ξέρει πως να την διαχειριστεί. Δηλαδή δεν ξέρει αν πρέπει να προχωρήσει σε μια σταδιακή, ελαφρά σοσιαλιστική μετατροπή του αστικού συστήματος με άλλοθι εναλλακτικότητας ή να κηρύξει την επανάσταση κι ότι βγάλει.

Αυτή είναι η συμβολή του ΚΚΕ εσ. στην μεταπολίτευση. Να μπερδεύει πολύς κόσμος τι είναι ο κομμουνισμός. Να θεωρεί πως αν έρθει στην εξουσία η αριστερά δεν θα γίνει και τίποτα ουσιαστικό πέραν μιας πιο κοινωνικά ευαίσθητης πολιτικής. Κι αν δεν μας αρέσει κάνουμε πάλι εκλογές και ξαναλλάζουμε. Αυτόν τον μύθο πέρασε το ΚΚΕ εσ. στην χώρα επιμελώς κρύβοντας πως ήταν ένα κομμουνιστικό κόμμα και το τι σημαίνει κομμουνιστικό κόμμα. Ή περνώντας την θέση πως υπάρχει κι ένας άλλος κομμουνισμός διαφορετικός από της ΕΣΣΔ, κι ένας άλλος τύπος κομμουνιστή διαφορετικός από τον βαρετό ΚΝίτη.

Εν κατακλείδι το ΚΚΕ εσ. κατάφερε να διαμορφώσει μιαν ιντελιγκέντσια που αποδέχεται τον μαρξισμό (λενινισμό) ως σημαντικά εργαλεία ανάλυσης των κοινωνιών. Κι έχουμε φτάσει ακόμα και δεξιοί να αναγνωρίζουν τον Μαρξ ως σημαντικό φιλόσοφο. Συνέβαλε λοιπόν και το ΚΚΕ εσ. σε ιδεολογικό επίπεδο, μαζί μα το ΠΑΣΟΚ σε πρακτικό επίπεδο, να είμαστε η τελευταία χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού κι αυτό να είναι ιερή αγελάδα που δεν πρέπει να πειράξουμε.

Όσο υπήρχε το ΠΑΣΟΚ δεν είχε μεγάλη σημασία η διχοστασία της ανανεωτικής αριστεράς. Αφορούσε κάποιους οργανικούς διανοούμενους κατά Γκράμσι ή χρήσιμους ηλίθιους κατά Λένιν. Από την στιγμή που το ΠΑΣΟΚ αποσυντίθεται ελευθερώνοντας αριστερές μάζες η παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς αφορά όλους μας και γίνεται επικίνδυνη. Έτσι, σημαντικό μέρος πλέον του εκλογικού σώματος μετακινείται στις γραμμές ενός κομμουνιστικού κόμματος, του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό γίνεται γιατί πιστεύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακριβώς κομμουνιστικό κόμμα, ή δεν θα εφαρμόσει πλήρως τον κομμουνισμό, ή αν δεν μας αρέσει φεύγουμε. Όλα αυτά εντάσσονται στην λογική της ανανεωτικής αριστεράς την οποία αναλύσαμε παραπάνω. Εκεί είναι ο μεγάλος κίνδυνος για την χώρα. Να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα η πεποίθηση πως μπορούμε να έχουμε κομμουνισμό με δημοκρατία και ελευθερία. Και να χάσουμε τελικά και την δημοκρατία και την ελευθερία. Αφού πρώτα χάσουμε το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η πιο τραγική περίπτωση της παραπάνω θεωρητικής ανάλυσης είναι η ΔΗΜΑΡ. Η ΔΗΜΑΡ είναι ένα κόμμα του οποίου τα στελέχη, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, είναι κομμουνιστές του ευρωκομμουνιστικού μοντέλου, αλλά η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους είναι εκσυγχρονιστές που πιστεύουν πως η ΔΗΜΑΡ είναι ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό εκσυγχρονιστικό κόμμα. Η διχοστασία εδώ είναι εμφανέστατη. Εκεί έγκειται και το βασικό πρόβλημα ύπαρξης της. Από την μία οι ψηφοφόροι της πιέζουν προς την κατεύθυνση της συμμετοχής στο αστικό μέτωπο, δηλαδή προς συμμαχία με την εκσυγχρονιστική δεξιά, αλλά τα στελέχη της δεν μπορούν να απαρνηθούν το αριστερό παρελθόν τους. Τράτζικ!!

Έτσι αυτή την στιγμή διαμορφώνεται στο πολιτικό σύστημα ένας συντηρητικός, οπισθοδρομικός, αριστερός πόλος γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κομμουνιστικό κόμμα. Μαζεύει ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ κυρίως, αλλά και κάθε άλλον που δεν κατανοεί τι εστί κομμουνιστικό κόμμα. Η λογική του ΚΚΕ εσ. θριαμβεύει την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, ενώ παντού αλλού αποτελεί μειοψηφία.

Ο αγώνας είναι ιδεολογικός. Θέλουμε να γίνουμε μια τύπου ΕΣΣΔ κοινωνία ή όχι; Πρέπει να αναδείξουμε με καθυστέρηση δεκαετιών την κοροϊδία της αριστεράς της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα. Να την αναδείξουμε ως τέτοια, ως κοροϊδία και προσπάθεια εξαπάτησης του λαού για να προχωρήσουν στην σοσιαλιστική οικοδόμηση. Δεν είναι δημοκράτες τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Δεν είναι φιλελεύθεροι. Ως τέτοιους πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε όσοι πιστεύουμε στις αρχές της αστικής δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού. Σε επόμενη ανάρτηση θα αναφερθώ στις δυσκολίες του εγχειρήματος.
Συνέχεια

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Το απίστευτο θράσος του Κώστα Σημίτη


Θα είναι δύσκολο να βρεθεί άτομο όπως ο Κώστας Σημίτης όπου η εικόνα που έχει για τον εαυτό του διαφέρει τόσο πολύ από την πραγματική. Τελευταίο σύμπτωμα αυτής της κατάστασης είναι η βίβλος έπαρσης, αλαζονείας και αυταπάτης, το 600 σελίδων βιβλίο «Εκτροχιασμός».

Ο τίτλος «Εκτροχιασμός» του βιβλίου συμπυκνώνει την αφήγηση που θα ήθελε ο κ. Σημίτης να επικρατήσει ως η κυρίαρχη για το πως φτάσαμε στην κρίση. Εν συντομία, επί Σημίτη η Ελλάδα πραγματοποιούσε πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη. Μετά ήρθαν οι κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή και του Γιώργου Παπανδρέου και μαζί με την διεθνή κρίση έφεραν την Ελλάδα στο σημερινό τέλμα.

Η διακυβέρνηση Καραμανλή, «σήμανε την έναρξη μιας περιόδου όπου κοινοτικοί περιορισμοί, μακροοικονομικοί κανόνες αλλά και στοιχειώδεις υποχρεώσεις ελέγχων έπαψαν να ισχύουν». «Ανταποκρινόταν έτσι στις προσδοκίες των ψηφοφόρων που επιδίωκαν ρυθμίσεις προς όφελός τους, π.χ. πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, ειδικές φορολογικές τακτοποιήσεις, ελάφρυνση των οφειλών τους προς τα ασφαλιστικά ταμεία και, βέβαια, διορισμούς».

Ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου «διέθετε την εμπειρία συνεννόησης με την Ενωση. Απέφυγε όμως τη συνεργασία. Εμφανίστηκε αμφίθυμη απέναντι στην ευρωπαϊκή σύμπραξη. Πίστευε ότι έχει την ικανότητα να τα καταφέρει μόνη της.» Ο Γιώργος Παπανδρέου χειρίστηκε την κρίση ως «επικοινωνιακό τέχνασμα», ο Γιώργος Παπακωσταντίνου ήταν άπειρος, αν όχι ανίδεος και ο Ευάγγελος Βενιζέλος ως «υπουργός Οικονομικών, δεν διέθετε οικονομική πείρα, δεν είχε προσαρμοσθεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και προκαλούσε τις αντιδράσεις ακόμα και όσων συμπαθούσαν την Ελλάδα».

Μπορεί οι περισσότερες από τις κριτικές του κ. Σημίτη να ισχύουν για τους Καραμανλή και Παπανδρέου, όμως χάνουμε την ουσία της υπόθεσης αν μείνουμε εκεί. Γιατί αυτό που συνέβη με τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου δεν ήταν σε καμία περίπτωση εκτροχιασμός αλλά η συνέχεια, η φυσική εξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας που κυριάρχησε την οκταετία Σημίτη.

Αυτό που κατάφερε ο κ. Σημίτης κατά την διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας ήταν να περάσει, σχετικά πετυχημένα, την εντύπωση ότι η Ελλάδα γινόταν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Οι νέες γέφυρες, τα λιμάνια, οι δρόμοι και μαζί με τα νέα μεγάλα πολυκαταστήματα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση του εκσυχρονισμού.

Πίσω από αυτή την ψευδαίσθηση κρυβόταν μια οικονομία που χρόνο με το χρόνο γινόταν όλο και πιο εξαρτημένη στα δανεικά και τις επιδοτήσεις της ΕΕ. Η ελληνική οικονομία στα χρόνια του κ. Σημίτη ήταν ένας μηχανισμός εισαγωγής κεφαλαίων από το εξωτερικό που η ελληνική πολιτική τάξη τα μετέτρεπε σε εργολαβίες, διορισμούς και συντεχνιακά προνόμια. Ήταν η εποχή που ότι είχε απομείνει στον ιδιωτικό τομέα από την εποχή της «Αλλαγής» άρχισε να περιορίζεται αυστηρά στις εισαγωγές και τις εγχώριες υπηρεσίες.

Η Ελλάδα του κ. Σημίτη γινόταν φτωχότερη χρόνο με το χρόνο καταστρέφοντας τις παραγωγικές της δυνατότητες ενώ ταυτόχρονα αισθανόταν πλουσιότερη γιατί φόρτωνε με αγορές την εθνική πιστωτική κάρτα. Το 2004 ο κ. Καραμανλής θα εφαρμόσει το δικό του «Τσοβόλα δώστα όλα» όχι από κάποια περίεργη και παρθένα ιδέα της φαντασίας του, αλλά ακολουθώντας πιστά την πολιτική συνταγή που έκανε το ΠΑΣΟΚ κυρίαρχο στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Ο κ. Γιώργος Παπανδρέου και οι επιτελείς του αποδείχθηκαν εξαιρετικά ακατάλληλοι στην διαχείριση της κρίσης γιατί ως γνήσια τέκνα του συστήματος δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις αντιφάσεις του και την οικονομική και ηθική χρεοκοπία της μεταπολίτευσης. Ως πρώην υπουργοί και υφυπουργοί του κ. Σημίτη δεν αναδείχθηκαν στο πολιτικό σύστημα σύμφωνα με τις ηγετικές και διοικητικές τους ικανότητες, αλλά σύμφωνα με τους κανόνες και αρχές ενός ιδιαιτέρως διεφθαρμένου και πελατειακού συστήματος.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου εκτροχιασμού. Βρισκόμασταν σε μια σταθερή πορεία καταστροφής εδώ και πολλά χρόνια. Βλέπαμε την γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου ως ένα ακόμα δείγμα του εκσυχρονισμού μας, ενώ δίπλα γλεντούσαν ανενόχλητοι εκατομμύρια μικροί και μεγάλοι Τσοχατζόπουλοι. Το ότι δεν μπορούσαμε να δούμε την επερχόμενη κρίση οφειλόταν σε ένα σημαντικό βαθμό στον Κώστα Σημίτη - ο μέγας αρχιτέκτονας της πιο καταστροφικής μας ψευδαίσθησης.
Συνέχεια