Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η Θεωρία των δύο άκρων

Σύμφωνα με μερίδα της αριστεράς η Θεωρία των δύο άκρων έχει αναπτυχθεί από ιδιαίτερα "επικίνδυνους" φιλελεύθερους και συντηρητικούς κύκλους με σκοπό να πλήξουν πολιτικά τους αγώνες του λαϊκού κινήματος και να ρίξουν νερό στο αυλάκι της ΧΑ.  

O Στέλιος Κούλογλου, που η γνώμη του έχει ιδιαίτερο εκτόπισμα στον αριστερό χώρο, μιλώντας στην εκπομπή NET WEEK την προηγούμενη εβδομάδα ένωσε την φωνή του με τα στελέχη του Σύριζα ενάντια στη θεωρία των δύο άκρων και κατ’ επέκταση σε αυτούς που την εκφράζουν. 

Ποιος είναι ο λόγος που ένας πολίτης που απεχθάνεται την βία σε όλες τις μορφές της και την καταδικάζει τηρώντας ίσες αποστάσεις απέναντι σε αυτούς που την προκαλούν, ανεξάρτητα από πού προέρχονται, να βρίσκεται κατηγορούμενος και πολύ περισσότερο να του χρεώνεται η άνοδος της Χ.Α; 
Μια σύντομη εξήγηση είναι πως οι άνθρωποι που σήμερα αποτελούν ένα σημαντικό δίαυλο της αριστερής έκφρασης, δεν έχουν καταφέρει να ξεχωρίσουν τη βία από τις μεθόδους επιβολής μιας ιδεολογίας που αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής τους σκέψης όσα μέτρα και αν νιώθουν ότι έχουν απομακρυνθεί από αυτόν. 
Μονάχα που η έννοια της βίας κρύβεται πίσω από ένα επαναστατικό μανδύα λαϊκών αγώνων αντίστασης και πάλης, και ξαναβρίσκει το αποκρουστικό της πρόσωπο μονάχα όταν ασκείται έξω από αυτό το πλαίσιο. Ακόμα περισσότερο η βία αποτελεί συνώνυμο οποιασδήποτε μη αποδεκτής-μη ανεκτής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας με αποτέλεσμα εξ ορισμού να δικαιολογείται και η ανάλογη αντίδραση. 

Επικίνδυνο δεν είναι το αυτονόητο, η καταδίκη της βίας σε όλες τις εκφάνσεις της, αλλά η προσπάθεια να την διαβαθμίσεις για να δικαιολογήσεις κάποια μορφή της. Διότι τότε όπως πολύ σωστά έγραψε στο φύλλο της Καθημερινής ο Στέφανος Κασιμάτης (και φυσικά ξεσήκωσε οργισμένες αντιδράσεις) "ενισχύεις την οιονεί νομιμοποίηση της βίας των ακροαριστερών και καλλιεργείς το έδαφος για την περαιτέρω εξάπλωση της βίας των ακροδεξιών ". 
Άλλωστε οι "περιθωριακές" ομάδες που εκδηλώνουν βίαιες επιθέσεις στην ουσία αποθρασύνονται και ενισχύουν τη δράση τους, όταν νιώθουν πως έχουν την αποδοχή ή έστω την ανοχή μερίδας του κοινωνικού συνόλου. Το είδαμε με την άνθηση διαφόρων τρομοκρατικών οργανώσεων μετά το Δεκέμβρη του 2008, το είδαμε και πρόσφατα με την αύξηση των επιθέσεων κατά των μεταναστών σαν συνέπεια της ανόδου των ποσοστών της ΧΑ στις δημοσκοπήσεις. 

Το σίγουρο είναι πως στο τέλος της ημέρας όταν το θύμα μιας βίαιης επίθεσης θα μετράει τις πληγές του, δεν θα νοιαστεί καθόλου αν ο κ. Κούλογλου στο επόμενο του άρθρο θεωρήσει την επίθεση εξηγήσιμη ή δικαιολογημένη.
Συνέχεια

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η "καλή καρδιά" του κύριου Άγγελου Δεληβοριά


Στη χθεσινή συνέντευξή του στην "Καθημερινή", o διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη , Άγγελος Δεληβοριάς, παραπονιέται πως η κρατική επιχορήγηση έχει μειωθεί δραστικά και θρηνεί για το Μουσείο που κινδυνεύει να κλείσει. Και , φυσικά, σαν γνήσιο τέκνο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ζητάει- τί άλλο;- περισσότερα κρατικά χρήματα με την ένταξη του Μουσείου στην κατηγορία των επιχορηγούμενων οργανισμών ιδιωτικού δικαίου και τη χρηματοδότησή του κατα 50% από το κράτος.

Σαν εχθρός κάθε κρατικής παρέμβασης στον τομέα του πολιτισμού, θα μπορούσα να προτείνω στον κύριο Δεληβοριά να αναζητήσει με μεγαλύτερο ζήλο χορηγούς , να κόψει δραστικά δαπάνες του Μουσείου , να αυξήσει την τιμή του εισιτηρίου, να απολύσει τους υπεράριθμους υπαλλήλους και να περιορίσει τις δραστηρίοτητές του (κάποια από αυτά μας λέει πως ήδη τα έχει κάνει). Και αν δεν τα καταφέρει, ας κλείσει. Ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι θα είναι στην Ελλάδα της κρίσης. Η Γη θα εξακολουθήσει να γυρίζει και η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να υπάρχει και χωρίς το Μουσείο Μπενάκη. Πόσο κοινωνικά ανάλγητο είναι, ειδικά σε τόσο δύσκολους καιρούς, να απαιτεί ο κύριος Δεληβοριάς μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση για το Μουσείο του! Να απαιτεί δηλαδή να πληρώνει ο μπάρμπα Μήτσος από τα Γρεβενα (για να θυμηθώ τον ήρωα του Πάσχου Μανδραβέλη), ακόμη περισσότερα χρήματα, τώρα που του κόβουν τη σύνταξη και τα φάρμακα, για να μπορούν να βλέπουν οι Μανταμ Σουσούδες του Κολωνακίου την έκθεση για τον Εμμανουήλ Βουρέκα και την αρχιτεκτονικη της Θεσσαλονίκης μετά την Απελευθέρωση(και βαζω και τον εαυτό μου μέσα στις Μανταμ Σουσούδες, μιας και επισκέφτηκα και μάλιστα απόλαυσα και τις δυο εκθέσεις)

Δεν θα σταθώ όμως τόσο σε αυτά. Τα έχουμε ξαναγράψει και ,πολλές φορές, σε αυτό το μπλογκ έχουμε ασχοληθεί με τη θλιβερή δημοσιουπαλληλοποίηση του ελληνικού πολιτισμού . Θα σταθώ σε ένα σημείο της συνέντευξης , που ίσως πέρασε απαρατήρητο, αλλά που συνοψίζει , με τον πιο εύγλωττο τρόπο, την νοοτροπία όλων όσων διαχειριστηκαν δημόσιο χρήμα τα τελευταία 40 χρόνια και που εξηγεί , σε μεγαλο βαθμό, το πώς φτάσαμε στη χρεωκοπία. Στη συνέντευξή του στην "Καθημερινή", o Άγγελος Δεληβοριάς δεν διστάζει να παραδεχτεί πως , τότε , στις ανέμελες εποχές της μεταπολιτευτικής dolce vita , όταν το Μουσείο Μπενάκη έπαιρνε κρατική επιχορήγηση ύψους 2.000.000 ευρώ το χρόνο, ο ίδιος έκανε αρκετές "αχρείαστες προσλήψεις". Και αυτές οι προσλήψεις έγιναν "από την ...καλή του την καρδιά", όπως μας λέει προκλητικά ο κύριος Δεληβοριάς, σαν να μην του περνάει καν από το μυαλό του πως τα χρήματα για τους αχρείαστους διορισμούς δεν ήταν δικά του, ούτε της εταιρείας του, αλλά προήλθαν ,σε μεγάλο βαθμό, από τις τσέπες των Ελλήνων φορολογουμένων . Και, μέσα σε όλα αυτά, ο Άγγελος Δεληβοριάς μας παραδίδει και ...μαθήματα ζωής, τονίζοντας πως "...η καλή καρδιά δεν έβλαψε ποτέ! Ποτέ!".

Σίγουρα, κύριε Δεληβοριά, η ...καλή σας η καρδιά δεν έβλαψε ούτε εσάς, ούτε τους αργόμισθους που διορίσατε στο Μουσείο. Έβλαψε όμως όλους εμάς τους υπόλοιπους που βάλαμε ,με τους φόρους μας, τα χρήματα για να μετουσιωθούν τα ...ευγενή σας αισθήματα σε ...προσλήψεις.

Τελικά, σε αυτή την χώρα , γεμίσαμε "μεγάλες καρδιές" που εξασκούν την "καλωσύνη" και τη "γενναιοδωρία" τους με τα λεφτά των άλλων (και δη των φορολογουμένων). Αναρωτιέται κανείς ακόμη γιατί πτωχεύσαμε;
Συνέχεια