Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Αρνητές της Δημοκρατίας και σκυθρωπές προοπτικές

Δεν εντυπωσιάσθηκα τόσο πολύ από τα ευρήματα δημοσκόπησης που δημοσίευσε η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» σχετικά με την αδιαφορία μεγάλου ποσοστού ερωτωμένων σχετικά με τις τύχες του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εκπληξη μου προκάλεσε ο αιφνιδιασμός των πολιτικών αρχών όπως και διάφορων δημοσίων προσώπων για τα σχετικά ευρήματα. Ολα αυτά που γίνονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όπως και η γενικότερη συμπεριφορά κατά το παρελθόν του πολιτικού συστήματος υπονόμευαν μεθοδικά την Δημοκρατία και προετοίμαζαν το έδαφος για την τελική της πτώση.

Ας αρχίσουμε από τα τελευταία. Είναι γνωστό πως η Δυτική Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία στηρίζεται πάνω στις αρχές της ελευθερίας των συναλλαγών και την προστασία της ιδιοκτησίας. Με άλλα λόγια η Δημοκρατία στηρίζει την αποδοχή της από τους πολίτες στην προστασία που τους παρέχει από κάθε είδους αυθαιρεσία. Ιδιωτική η κρατική. Οταν λοιπόν οι κυβερνήσειος των τελευταίων δύο κυρίως ετών έχουν με μανία επιδοθεί σε αυξήσεις κάθε είδους φορολογικών επιβαρύνσεων ενώ τα εισοδήματα ελαχιστοποιούνται εύλογα υπονομέυουν τις υποστηρικτικές τάσεις του εκλογικού σώματος προς την Δημοκρατία. Ιδιαίτερα μάλιστα με τις απίστευτες επιβαρύνσεις πάνω στην ιδιοκτησία, μέχρι του ορίου της ουσιαστικής της δήμευσης σε πολλές περιπτώσεις, εκμηδενίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά για πολλά κοινωνικά στρώματα η πίστη στην ανάγκη υπεράσπισης των δημοκρατικών θεσμών.

Σύμφωνα με τον εμπνευστή της επιστημονικοποίησης της μελέτης της πολιτικής, Καναδό καθηγητή των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ, Σικάγο και Καλιφόρνια (στο Ιρβινγ) David Easton (A Systems Analysis of Political Life, New York: Wiley, 1965), κάθε πολιτικό σύστημα – και ιδιαίτερα το δημοκρατικό - για να επιβιώσει θα πρέπει οι υποστηρίξεις που δέχεται από την κοινωνία να είναι περισσότερες από τα αιτήματα και τις δυσαρέσκειες. Στην ελληνική περίπτωση των ημερών μας οι υποστηρίξεις είναι από ασήμαντες έως ελάχιστες. Αντίθετα οι πιέσεις δυσαρέσκειας και απαιτήσεων διογκώνονται και περίπου εκχυλίζουν. Από αυτό και μόνο είναι αυτονόητο πως το δημοκρατικό πολίτευμα διακυβεύεται. Ο μοιραίος Πρόεδρος της χρεοκοπίας στην Αργεντινή σοσιαλιστής Ντε Λα Ρούα, είπε πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη πως «το λάθος μου ήταν που άφησα τον Υπουργό μου των Οικονομικών να αυξήσει τους φόρους. Από εκεί ήρθε το τέλος.» Εχω ξαναγράψει πως φοβάμαι, κι’ ελπίζω να κάνω λάθος, πως ο κ. Στουρνάρας θα είναι μοιραίος για την Ελληνική Δημοκρατία.

Οσον αφορά τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα για την αναπόφευκτη τελική υπονόμευση της δημοκρατικής πίστης έχει να κάνει κυρίως με την εμμονή των πολιτικών αρχών να ταυτίζουν την πολιτική με τις πελατειακές σχέσεις. Η Ελλάδα είναι μιά κοινωνία εκ προοιμίου προβληματική σε σχέση με την εφαρμογή δημοκρατικών διαδικασιών εγκατεστημέων στην Δύση από πολλές δεκαετίες. Η υιοθέτηση του σταυρού προτίμησης στην εκλογική διαδικασία (μοναχά στην Ελλάδα εφαρμόζεται από όλη την υπόλοιπη Ευρώπη) θεσμοθέτησε ουσιαστικά την προσοδοθηρία και το σύστημα του πάτρωνα – πελάτη στο σύνολο των πολιτικών σχέσεων. Η πολιτική έτσι στα μάτια των πολιτών ταυτίσθηκε με την καταβολή παροχών στους πολίτες και το δημόσιο έγινε μηχανισμός πλουτισμού για κάποιους και εξαίρεσης από πολλές οικονομικές δραστηριότητες για άλλους («ύποπτους» για κομμουνιστικές συμπάθειες τα μεταπολεμικά χρόνια). Με την κληρονομιά του Βυζαντινού σκοταδισμού και την θεοποίηση της απάθειας και της παθητικότητας ( βλ. σχετ. το εξαιρετικό καινούργιο βιβλίο του Π. Γεννηματά, Ελλάς: Δύση η Ανατολή; Εκδ. Ροές, Αθήνα, 2013) να κυριαρχεί στις αντιλήψεις μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού και με μιά στρεβλά δομημένη αστική τάξη (με την έννοια της απουσίας σχετικών κοινωνικών αξιών) να πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις, η «ξαφνική» οικονομική κρίση λειτούργησε σαν καταλύτης για την ανατροπή των πάντων.

Η συνήθης πρακτική της εναπόθεσης στον δημόσιο τομέα της ευθύνης για την εξασφάλιση ευημερίας, συνήθως με δανεικά, βόλευε ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό. Τα κόμματα εξουσίας μοιράζονταν τις ελπίδες και τις ικανοποιήσεις του κοινού για ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς είτε υπερθεμάτιζαν σε προτάσεις παροχών είτε αναλάμβαναν εργολαβικά την προστασία όσων βολεύονταν στο δημόσιο.

Μετά μάλιστα την «λαική απελευθέρωση» του 1981, από τα όποια δεσμά περιστασιακού η τεχνητού αστισμού (ολόκληρα επαγγέλματα είχαν στηθεί με κρατικές αδειοδοτήσεις και εγγυήσεις όπως ταξί, φορτηγά, περίπτερα, κομμωτήρια, επαρχιακά λεωφορεία κλπ) είχε γίνει προσπάθεια να επιβληθεί άνωθεν στην κοινωνία, η νοοτροπία του ανατολίτη καταφερτζή, περιφρονητή των νόμων, άγριου και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ατομιστή «εαυτούλη» καθώς και εκκωφαντικού βολεψάκια ήρθε ανεμπόδιστα στο προσκήνιο κυριαρχώντας παντού. Ο ρεμπέτης έλληνας έγινε ρόλος – σύμβολο στην νεωτερικότητα της χώρας και του λαού. Όλα τα βιώματα λαθρο-επιβίωσης, κόντρα και παρά το κράτος, που είχαν αναπτυχθεί στα καταπιεστικά για τον λαό χρόνια του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας επέπλευσαν άξαφνα κι έγιναν πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.

Ενα κράτος άξαφνα λοιπόν δίχως χρήματα τους άφησε όλους αιωρούμενους στο κενό. Και οι μαθημένοι όμως στην πελατειακή λογική πολίτες απότομα βρέθηκαν χωρίς προοπτικές. Φυσικό επακόλουθο δεν είναι βέβαια η στροφή προς περισσότερη δημοκρατία. Αλλά η στήριξη φορέων που αντιτίθενται στο σύστημα. Υποστήριξη των φασιστών φαντάζει στα μάτια πολλών εκλογέων σαν εκδίκηση κατά των εκπροσώπων του πελατειακού λαικισμού- και ουσιαστικά κατά της νεοελληνικής δημοκρατίας. Σε μια κοινωνία που ακόμη κυριαρχείται από τον δεσποτικό προστατευτισμό του θεοκρατικού Βυζαντίου της παρακμής, δύσκολα τώρα πιά θα μπορέσει να αναστραφεί το κλίμα και να υιοθετηθούν από την κοινωνία εκσυγχρονιστικές αλλαγές (πάταξη της φοροδιαφυγής, ορθολογική διαχείριση και συνετή διοίκηση, σεβασμός των αρχών της οικονομίας της αγοράς, ανταγωνισμός, ελεύθερα επαγγέλματα, πάταξη διαφθοράς και τόσα άλλα).

Οι προοπτικές, δίχως μιά ριζική στροφή προς την κατεύθυνση περιστολής του ρόλου του δημόσιου τομέα, είναι μάλλον σκυθρωπές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου