Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Καστοριάδης: Η βαρβαρότητα της πνευματικής παρακμής

Σε μια χώρα που χάνεται, σε μια Ελλάδα που καταρρέει αποτελεί πάντα χαραμάδα ελπίδας η αναφορά σε λαμπερές προσωπικότητες που πάσχισαν να ταράξουν το τέλμα, και να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο.

Σπάνια συμφωνούσα είτε με την κοινωνική ανάλυση του Καστοριάδη είτε με τις αντιλήψεις του για το αύριο μιας δικαιότερης οικονομίας. Πίστευε σε μια κοινωνία δικαιοσύνης που θα προέκυπτε από την ανατροπή των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. Είμαι πεπεισμένος γα την ηθική ανωτερότητα της οικονομίας της αγοράς. Ουδέποτε όμως αμφισβήτησα την δυναμική τη διεισδυτικής του σκέψης ούτε βέβαια και την γνησιότητα η και τον αλτρουισμό των πνευματικών του αναζητήσεων.

Ο Καστοριάδης δεν χάιδευε αυτιά. Έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους και καυτηρίαζε την υποκρισία και την συμπεριφορά του βολέματος και της εκ του ασφαλούς δήθεν επαναστατικότητας. Δεν θα ξεχάσω την δήλωσή του πως “ο κάθε λαός είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, υπεύθυνος και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται”. Ακόμα κι αν ήταν διαφορετικοί από τους δικούς μου οι δρόμοι που με πάθος υποστήριζε πως έπρεπε να ακολουθηθούν ήταν πάντοτε πορείες κόπων και σκληρής δουλειάς. Γι αυτό και δεν υπήρξε ποτέ συμπαθής στην ντόπια δογματική Αριστερά της ραστώνης και της οικοδόμησης μιάς γιαλατζί δίκαιης σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο μεγαλύτερος εχθρός για τον Καστοριάδη ήταν η βαρβαρότητα. Απεχθανόταν το μίσος και την βία. «Αιχμάλωτοι πολέμου» που βγαίνουν με δηλώσεις στο διαδίκτυο και χρησιμοποιούν στα κείμενά τους τσιτάτα αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών β’ διαλογής, θα αποτελούσαν γι’ αυτόν το απόλυτο τίποτα. Πίστευε απόλυτα στην ευθύνη του ατόμου για τις πράξεις και τις συνέπειες τους. Λαοί που αισθάνονταν ανεύθυνοι γι’ αυτά που τους συμβαίνουν αποτελούσαν γι’ αυτόν «νήπια». Δίχως αυτονομία, αυτοσυνείδηση και έλεγχο ενεργειών συνέβαλαν στην οικοδόμηση κοινωνιών απροσάρμοστων, με μηδενικό ουσιαστικό πρόσημο. Η Ελλάδα σαν συνειδητοποιημένη δημοκρατία είχε κλείσει για αυτόν τον κύκλο της πριν από τους ελληνιστικούς χρόνους. Από την εποχή του Αλέξανδρου και δώθε, ο αλός κινείται σε έναν ανεμοστρόβιλο παθών, αυταρχισμού κι αντιφάσεων. Η κριτική του ματιά για την πορεία της ιστορίας και την έλλειψη μεγαλειωδών στιγμών ανακατατάξεων με την συνειδητή συμμετοχή των πολιτών (δεν υπήρξε λ.χ. στην Ελλάδα Διαφωτισμός, Μεταρρύθμιση και οι Κοινωνικές Επαναστάσεις του 18ου αιώνα) δεν θα ενοχλούσαν κάποιες περισσότερο φιλελεύθερες θεωρήσεις της ελληνικής μετεξέλιξης μέσα στον χρόνο.

Ο Καστοριάδης δεν υπάρχει πλέον. Έχουμε όμως σήμερα σαν λαός και κοινωνία τόσο μεγάλη ανάγκη από φρέσκα πνευματικά σκιρτήματα καινούργιων Καστοριάδηδων… Για να ξεφύγουμε από την βαρβαρότητα της πανίσχυρης ανοησίας.
Συνέχεια

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Σε αναζήτηση της εύρωστης οικονομίας

Σε κάθε περίοδο παρακμής η βαθιάς κοινωνικής η οικονομικής κρίσης η τελική φάση των όποιων αναζητήσεων συνδέεται με την διατύπωση κάποιου μελλοντικού οράματος. Οι άνθρωποι, όπως και οι κοινωνίες, δεν μπορούν να επιβιώσουν δίχως ελπίδα. Αυτή αναπτερώνει το ηθικό των απελπισμένων και συσπειρώνει ψυχικά τα δοκιμασμένα κοινωνικά στρώματα. Μετά τις πρώτες αντιδράσεις που προκαλεί το σοκ της καταστροφής, που είναι η άρνηση, η οργή και η κατάθλιψη, ακολουθεί η αποδοχή και ο συμβιβασμός.

Για να υπάρξει όμως νέο ξεκίνημα είναι απαραίτητος ο οραματισμός και η ελπίδα. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις αυτού του είδους την συσπείρωση την επιτυγχάνουν κινήματα ξενοφοβικά, βουτηγμένα στην παράλογη βία, με απλοϊκά συνθήματα κι’ ευκολοχώνευτους συμβολισμούς. Ο φασισμός συνήθως εξιδανικεύει ένα ανύπαρκτο παρελθόν, υπόσχεται εύκολες και απλές λύσεις σε σύνθετα και δυσεπίλυτα προβλήματα, χτίζει πάνω σε ανύπαρκτα θεμέλια ένα οικοδόμημα υπεδιογκωμένης αυτοεκτίμησης και προωθεί μια κρυφή ατζέντα καταπίεσης, διώξεων αντιφρονούντων και υπαγωγής ολόκληρου του κοινωνικού ιστού κάτω από την διεύθυνση ενός χαμηλής ποιότητας κρατικού κέντρου. Ο φασισμός, όπως και ο κομμουνισμός εξ άλλου, αποτελεί την απόλυτη ολοκλήρωση ενός αποκρουστικού κρατισμού.

Υπάρχει όμως αποτελεσματική κι’ ελπιδοφόρα εναλλακτική λύση. Η αναζήτηση της διεξόδου κι’ ενός οράματος ελπίδας στους μηχανισμούς της ανοιχτής κοινωνίας και της οικονομίας της αγοράς. Οι Έλληνες είναι από χαρακτήρα αυτόνομες προσωπικότητες ακρωτηριασμένες από μηχανισμούς κεντρικού κρατικού σχεδιασμού που ποτέ δεν μπόρεσε να επιτύχει το οτιδήποτε, αλλά που πάντοτε κατορθώνει να επιβιώνει. Ακόμη και τώρα, που η χώρα καταρρέει οικονομικά αποδεκατισμένη από πολιτικές υπερδιόγκωσης ενός εντελώς αναποτελεσματικού κράτους και στείρωσης της κοινωνίας από το όποιο στοιχείο δυναμισμού και πρωτότυπης αναζήτησης είχε μέσα της, η κοινή γνώμη προσβλέπει σε σχήματα εκτεταμένης δημόσιας παρέμβασης για την σωτηρία της. Όλα τα κόμματα ομιλούν για σωτηρία μέσω του δημόσιου τομέα, κλείνοντας τα μάτια στην τραγική πραγματικότητα μιας χώρας που χρεοκόπησε, μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο, μέσω του κράτους κι’ όχι των τραπεζών. Και κατηγορούνται πολιτικές ασύδοτα κρατικοπαρεμβατικές, όπως η βαριά φορολογία, η κατάργηση με κρατική παρέμβαση των εργασιακών σχέσεων, οι μειώσεις με νόμο μισθών και συντάξεων, οι επιτάξεις απεργών και τόσα άλλα σαν εκφράζουσες δήθεν λογικές της αγοράς. Και υπόσχονται λίγα από τα ίδια για έξοδο, υποτίθεται, από την κρίση.

Για την οικοδόμηση όμως μιας σθεναρά ακμάζουσας οικονομίας η εμπειρία, αλλά και η επιστήμη, φωνάζουν πως μοναχά όταν τα κυρίαρχα ύψη της οικονομίας ελέγχονται από τις δυνάμεις της αγοράς, κι όχι του σχεδιασμού, οι προοπτικές που διανοίγονται είναι αισιόδοξες (βλ. σχετ. Daniel Yergin and Joseph Stanislaw, The Commanding Heights: The Battle Between Government and the Market -- Place That Is Remaking the Modern World. Simon & Shuster: New York, 1998). H πολυθρύλητη ανάπτυξη δεν μπορεί να έρθει μέσα από πολιτικές κυβερνητικά προωθούμενες. Γιατί το κράτος δεν διαθέτει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες βάσει των οποίων σχηματίζονται οι διάφορες κοινωνικές ανάγκες και διαμορφώνονται οι τιμές στην αγορά. Ετσι, οι όποιες του πρωτοβουλίες σπάνια είναι επιτυχημένες και συνήθως αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τους στόχους τους. Στο βιβλίο του Mark Pennington (Robust Political Economy: Classical Liberalism and the Future of Public Policy, Edward Elgar Publishing Ltd, 2010) περιγράφονται διεξοδικά τα ζητήματα που προκύπτουν από την έλλειψη ολοκληρωμένης γνώσης των πολιτικών αρχών που σχεδιάζουν οικονομικές πολιτικές. Με βάση αυτή την θεωρητική κατασκευή, ο Pennington προχωρά στην υπεράσπιση των αρχών της αγοράς απέναντι στους λογής επικριτές της. Αναλύει τις αδυναμίες αλλά και τις βασικές ιδιότητες των συστημάτων κοινωνικής προστασίας εξηγώντας τις αναγκαίες μεθοδεύσεις για την επιβίωση και την ενίσχυση τους. Το ίδιο κάνει για τις πολιτικές ανάπτυξης αλλά και για ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας. Κοντολογίς, ο Pennington αποδεικνύει πως μόνο μέσα από πολιτικές κλασσικού φιλελευθερισμού είναι δυνατή η οικοδόμηση μας εύρωστης οικονομίας ικανής να αντιμετωπίσει διεθνείς αντιξοότητες αλλά και τις δυσκολίες μιάς εξελισσόμενης κοινωνικής δυναμικής. Απέναντι στους κρατικο-κεντρικούς πολιτικούς προσανατολισμούς η φιλελεύθερη επιλογή, υποστηρίζει ο Pennington, είναι η μόνη ασφαλής μέθοδος που μπορεί να οδηγήσει μια κοινωνία, με σιγουριά κι’ αυτοπεποίθηση, στον δρόμο της ευημερίας.

Στο καθαρά τεχνικό του κομμάτι το βιβλίο του Pennington αγκαλιάζει τα οικονομικά της Αυστριακής Σχολής καθώς και τις απόψεις της Δημόσιας Επιλογής των Buchanan και Tulloch για να στηρίξει την λογική της ελεύθερης οικονομίας αλλά και να καταδείξει τις στρεβλώσεις και τις αδικίες των κρατικών παρεμβάσεων στις αγορές.

Eξ’ ίσου σημαντική είναι και η περιεκτική εργασία του νεαρού ιστορικού καθηγητή του Πανεπιστημίου John Hopkins, Angus Burgin (Great Persuasion: Reinventing Free Markets since the Depression, Harvard University Press, 2012). Όπως στην σημερινή συγκυρία οι οπαδοί των ελεύθερων αγορών πασχίζουν να αποδείξουν πως δεν είναι ελέφαντες, πως δηλ δεν είναι οι αδέσμευτες αγορές που προκάλεσαν την σημερινή κρίση αλλά οι απίστευτες κυβερνητικές παρεμβάσεις στις δανειοδοτήσεις για εξασφάλιση κατοικίας αλλά και η ανυποχώρητη εμμονή των πολιτικών να μην αφήνουν τις αγορές να βρούν από μόνες την ισορροπία τους, έτσι και μερικά χρόνια πριν οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι έδιναν μάχες για να αποδείξουν πως ο Κευνσιανισμός ήταν βασικά υπεύθυνος για το τέλμα στο οποίο είχαν βρεθεί οι διεθνείς οικονομίες μετά το τέλος της μεταπολεμικής ευημερίας. Αυτόν ακριβώς τον αγώνα αναλύει ο Burgin με εκτενείς αναφορές όχι μόνο στον Friedrich Hayek και τον Milton Friedman αλλά και στην σημαντική συμβολή της Mont Pelerin Society. Αντί για σκληρούς και ανένδοτους εχθρούς της κοινωνικής προστασίας από ένα εξαφανισμένο κράτος, ο Burgin περιγράφει την ουσία των παρεμβάσεων των θεωρητικών της ελευθερίας που είχαν αναπτύξει μια φιλοσοφία πραγματικής κοινωνικής ευαισθησίας με υπόστρωμα τις γνήσιες ανησυχίες τους για την τύχη του καπιταλισμού. Αποδεχόμενοι περιορισμούς στην κυριαρχία των αγορών, αυτή εξ άλλου ήταν και η ουσία της προσθήκης του «νέο» στον κλασσικό φιλελευθερισμό, επέμεναν πως αυτοί θα έπρεπε να είχαν σαν επιδίωξη την κοινωνική προστασία και την παντοδυναμία του ανταγωνισμού.

Μετά την δεκαετία του ’70 και την κυριαρχία του Friedman και της Σχολής του Σικάγο αναπτύχθηκε μιά περισσότερο σθεναρή υπεράσπιση της αδέσμευτης αγοράς δίχως όμως να παραγνωρίζονται τα επιτεύγματα για την εξασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας και αρμονίας. Δεν είναι τυχαίο εξ άλλου πως οι πολιτικές του Ρόλαντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ και της Μάργκαρετ Θάτσερ στην Βρετανία δοκιμάσθηκαν επανειλημμένα με επιτυχία στις κάλπες εξασφαλίζοντας συντριπτικά ποσοστά υποστήριξης Θα ήταν μάλλον παράλογο να υποστηρίζει κανείς πως λαοί που υπέφεραν θα έδιναν τέτοια επιβεβαίωση στις πολιτικές αυτές. Η συναρπαστική δουλειά του Burgin εξηγεί με απόλυτη ακρίβεια τις ρίζες προέλευσης της σύγχρονης παγκόσμιας περίπου αποδοχής (με την εξαίρεση πάντα της Ελλάδας) των πολιτικών της ελεύθερης αγοράς, αλλά και το ηθικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο έχει χτισθεί.

Προκύπτει αβίαστα από την σχετική ανάλυση πως και στην σημερινή πλέον συγκυρία είναι ακριβώς αυτές οι αρχές που εμπεριέχουν την δυναμική για να βγάλουν χώρες, που βρίσκονται σε αναταραχή, από τα αδιέξοδα. Η διαφορά είναι πως οι κυβερνήσεις οφείλουν να αναγνωρίσουν την ανωτερότητα της ελεύθερης επιλογής και να δώσουν στις κοινωνίες την δυνατότητα της δημιουργίας - έξω από φορολογικές αφαιμάξεις και εξωπραγματικές αντιλήψεις περί ανακατανομής εισοδημάτων και άνωθεν επιβαλλόμενης ισότητας.

Η εύρωστη οικονομία είναι το ζητούμενο. Με πολιτικές κρατικού αυταρχισμού και δήμευσης της ατομικής περιουσίας η επίτευξή της είναι ανέφικτη. Μπροστά στην απελπισία και την καταστροφή που μας περιμένει στο τέλος του δρόμου του κρατισμού, υπάρχει ακόμη χρόνος για την μεγάλη στροφή.
Συνέχεια

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ο κ. Ψυχάρης θέλει την Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι


Ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (ΔΟΛ) έχει ενορχηστρώσει μια πρωτοφανή επιχείρηση προπαγάνδας υπέρ του αντισυνταγματικού νόμου Ραγκούση. Όπως πάντα το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια.

Εάν είσθε αναγνώστης του Βήματος και των Νέων τις τελευταίες εβδομάδες η σκέψη σας θα είχε βομβαρδιστεί με τα παρακάτω δημοσιεύματα.

20 Ιανουαρίου, Το Βήμα, τίτλος: «Γεννημένοι Έλληνες» χωρίς ταυτότητα. Ένα δακρύβρεχτο “ρεπορτάζ” του Βήματος όπου μαθαίνουμε το πόσο πολύ Έλληνες αισθάνονται ο Μποντιγκάο, η Μάινα-Κίνιουα και ο Μοχάμεντ Αμπουλέλα. Οι ιστορίες πάντα είναι προσωπικές και πάντα έχουν επιλεχθεί τα καλύτερα παιδιά με τις πιο αξιολάτρευτες φωτογραφίες που νομίζεις ότι ήρθαν από κατάλογο διαφημιστικής εταιρίας. Παρεμπιπτόντως, στο ρεπορτάζ μαθαίνουμε και ένα στοιχείο, με το νόμο Ραγκούση μπορούσαν να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα 200.000 με 250.000 μετανάστες. Λεπτομέρειες.

31 Ιανουαρίου, Τα Νέα, τίτλος: Τριγμοί για τις αλλαγές στην απόκτηση ιθαγένειας. Εδώ οι φωτογραφίες των νεαρών εφήβων έχουν αντικατασταθεί με φωτογραφίες χαμογελαστών παιδιών - για ακόμα πιο δακρύβρεχτα “ρεπορτάζ”. Στο “ρεπορτάζ” υπάρχουν και δηλώσεις του πρώην υπουργού Γιάννη Ραγκούση. «Πόσο εθνικά και κοινωνικά παραδεκτό είναι να παραδίδεις αυτά τα παιδιά ομήρους στη Χρυσή Αυγή για τα 18 πρώτα χρόνια της ζωής τους.» Και «ιθαγένεια στα 18 είναι σενάριο ακροδεξιό». Ειλικρινά δεν γνώριζα ότι η Χρυσή Αυγή ήθελε να ελληνοποιήσει όλους τους μετανάστες στα 18. Όμως αυτή η δήλωση Ραγκούση φαίνεται ότι θα αποτελέσει την εκδοτική γραμμή των επόμενων «ρεπορτάζ». Για τον κ. Ραγκούση, Τα Νέα και Το Βήμα, η πάσα διαφωνία με τον νόμο Ραγκούση ή με την ιδέα να γίνονται όλα τα παιδιά που έρχονται ή γεννιούνται στην Ελλάδα αυτομάτως “Έλληνες”, σημαίνει απαραιτήτως ότι είσαι ρατσιστής, χρησαυγίτης και γενικά μισαλλόδοξος.

3 Φεβρουαρίου, Το Βήμα, τίτλος: «Είμαστε Έλληνες, τέλος». Στο “ρεπορτάζ” «Ενας γεροδεμένος νεαρός με μαύρο δέρμα, γύρω στα δύο μέτρα, ετοιμάζεται να κατηφορίσει τις σκάλες στον σταθμό του μετρό στα Σεπόλια ...«Your papers, please» («Τα χαρτιά σας, παρακαλώ») αναφωνεί το όργανο της τάξης, αλλά η απάντηση του πιτσιρικά, που έχει μόλις απελευθερωθεί από τον δυνατό ήχο της μουσικής, είναι αποστομωτική: «Ελληνας είμαι. Πηγαίνω στην προπόνηση». Ακολουθούν στιγμές αμηχανίας, ο αστυνομικός απολογείται και απομακρύνεται...»
Τραυματική η εμπειρία πράγματι για τον «γεροδεμένο νεαρό με μαύρο δέρμα», με τον αστυνομικό που απολογείται και απομακρύνεται.

6 Φεβρουαρίου, Τα Νέα, τίτλος: Πόσο Ελληνόπουλα είναι αυτά τα παιδιά; Αυτή τη φορά ο κ. Ψυχάρης τα δίνει όλα βάζοντας το “ρεπορτάζ” στην πρώτη σελίδα συνοδεύοντας το, πάλι στην πρώτη σελίδα, από το κύριο άρθρο «Τα παιδιά μεταναστών και το στοίχημα.» Το θέμα καλύπτεται, φυσικά από την πολύ συγκεκριμένη οπτική, στις πρώτες πέντε σελίδες τις εφημερίδας! Σημειωτέον δε, ότι όλες αυτές τις μέρες που το Βήμα και τα Νέα “καλύπτουν” το θέμα δεν έχει προκύψει καμία είδηση από τότε που βγήκε η απόφαση του ΣτΕ. Απλά ο κ. Ψυχάρης επιλέγει τα “ρεπορτάζ” καθαρά για λόγους επηρεασμού της κυβέρνησης ενόψει του νέου νόμου για την ιθαγένεια.

9 Φεβρουαρίου, Τα Νέα, τίτλος: Σωστή ή λάθος η απόφαση του ΣτΕ. Για αυτό το σκοπό τα Νέα ρωτούν τέσσερις ανθρώπους που όλοι κατά διαβολική σύμπτωση έχουν την ίδια άποψη. Ο συγγραφέας Μάρκαρης που τον ανησυχεί «η διανοητική μας μιζέρια», η Τάμιλα Κουλίεβα, ηθοποιός, που αναρωτιέται «ποιος είναι Έλληνας;», ο γνωστός Σταμάτης Κραουνάκης που πιστεύει ότι «Έλληνες είναι όσοι ζουν ή δουλεύουν εδώ» και ο Πύρρος Δήμας ο οποίος και αυτός κρίνει την απόφαση του ΣτΕ ως λανθασμένη. Ή δεν υπάρχουν άλλες απόψεις επί του θέματος, ή τα Νέα και το Βήμα δημοσιεύουν μόνο τις εκδοτικά επιτρεπόμενες. Επιλέξτε ποια εκδοχή σας φαίνεται η πιο πιθανή.

Χθες, 10 Φεβρουαρίου, Το Βήμα, τίτλος: Πόλεμος για την ιθαγένεια σε κυβέρνηση και κόμματα. Αν δεν διαβάσετε αυτό το “ρεπορτάζ” τουλάχιστον μπορείτε να δείτε περί τίνος πρόκειται από τον τίτλο στο πάνω αριστερό μέρος της σελίδας, «Η Ελλάδα της Ξενοφοβίας». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται το θέμα του οποίου η ουσία είναι ότι αν η Νέα Δημοκρατία δεν κάνει παρά κάποιες μικρο-αλλαγές στα τυπικά κριτήρια του νόμου Ραγκούση, τότε ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με την πλήρη ταύτιση της με την Χρυσή Αυγή.

Στο ίδιο δισέλιδο αφιέρωμα του Βήματος φιλοξενείται και άρθρο του αντιπροέδρου της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ), Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Εδώ να σημειώσουμε ότι η συγκεκριμένη ΜΚΟ φαίνεται να έχει ιδιαίτερους δεσμούς με τον ΔΟΛ του κ. Ψυχάρη. Όπως μαθαίνουμε αυτές οι πολύ καλά προετοιμασμένες φωτογραφίες που επί μέρες χρησιμοποιούν τα Νέα με τους γεμάτους φωτογένεια νεαρούς και παιδιά, προέρχονται από την ίδια ΜΚΟ και είναι μέρος της καμπάνιας της που έχει ως σκοπό την ελληνοποίηση όλων όσων μπαίνουν ή γεννιούνται στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη ΜΚΟ έχει δύο βασικούς σκοπούς όπως μαθαίνουμε στην ιστοσελίδα της, α) την ντε φάκτο νομιμοποίηση όλων όσων εισβάλουν στην Ελλάδα και β) το διαχωρισμό του κράτους με την ορθόδοξη εκκλησία.

Δεν γνωρίζω πόσους κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας έχει παραβιάσει ο ΔΟΛ του κ Ψυχάρη με το να γίνει φερέφωνο μιας ακροαριστερής ΜΚΟ. Θυμάμαι πάντως την αγωνία του συγκροτήματος τον Νοέμβριο όταν ο διορισμός ξένων επιτρόπων στις ελληνικές τράπεζες απείλησε προς στιγμήν τα θαλασσοδάνεια του ΔΟΛ και άλλων επί της ουσίας χρεοκοπημένων ΜΜΕ. Τότε στους πρωτοσέλιδους τίτλους του Βήματος διαβάζαμε ότι «Η ασφυκτική εποπτεία στις τράπεζες απειλεί με αφελληνισμό.»

Εκείνον τον Νοέμβριο ο όρος αφελληνισμός έκανε την εμφάνιση του μετά από πολύ καιρό σε καθεστωτικά ΜΜΕ. Βέβαια στην πλειάδα “ρεπορτάζ” των Νέων και του Βήματος για τον νόμο Ραγκούση δεν θα μπορούσε να γίνει αναφορά σ΄αυτόν τον όρο, θα ήταν σύμπτωμα της «Ελλάδας της Ξενοφοβίας.» Από όλα αυτά τα “ρεπορτάζ” λείπουν ορισμένα βασικά ερωτήματα: πότε ακριβώς οι Έλληνες πολίτες αποφάσισαν να έχουν εκατοντάδες χιλιάδες ξένους σε σχολεία και παιδικούς σταθμούς; Πόσα μας κοστίζουν; Αν υπάρχει λογική στην αθρόα εισβολή χιλιάδων λαθρομεταναστών κάθε χρόνο, αν όλα αυτά είναι προς το συμφέρον του Έλληνα πολίτη και αν θέλουμε μια αφελληνισμένη κοινωνία.

Προϋπόθεση για να θέσει κάποιος αυτά τα ερωτήματα είναι ότι αναγνωρίζει την ύπαρξη και συνέχεια ενός ελληνικού έθνους. Φαντάζομαι, όλοι καταλαβαίνουμε την έμμεση πλην σαφή απάντηση των Νέων και του Βήματος του κ. Ψυχάρη επί τους θέματος αυτού.
Συνέχεια