Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Κρίση και αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος


Συχνά λέγεται ότι το πελατειακό σύστημα αποτελεί προϊόν της υστέρησης της ελληνικής πολιτικής ζωής έναντι των «Δυτικών κοινωνιών», παράγωγο της ιδιαίτερης ιστορικής εμπειρίας των Ελλήνων στο περιθώριο της νεώτερης Ευρωπαϊκής ιστορίας. 


Η διττή αυτή ερμηνεία, ιστορική και θεσμική, τροφοδοτεί δυο κανονιστικές θέσεις: την άποψη ότι το ρουσφέτι θα παραμείνει αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας στο βαθμό που η κοινωνία δεν «ωριμάζει» πολιτικά, καθώς και την πεποίθηση ότι κατάλληλες θεσμικές αλλαγές μπορούν να περιορίσουν την πελατειακή συναλλαγή στις σχέσεις κράτους και πολιτών.  


Επακόλουθο της ερμηνείας αυτής αποτελεί και η προσδοκία ότι νέες δυνάμεις από το πολιτικό σύστημα θα θα λάβουν την πρωτοβουλία να περιορίσουν την πρακτική των πελατειακών σχέσεων, η οποία παρά τις συνεχείς διαψεύσεις εξακολουθεί να αναπαράγεται στις προεκλογικές εξαγγελίες. 

Η ερμηνεία δε των πελατειακών σχέσεων στη βάση της ελληνικής ιδιαιτερότητας επισκιάζει μια καθολικότερη θεώρηση που αναζητά το γενεσιουργό αίτιο  των πελατειακού συστήματος στη δομή των κινήτρων  που εντοπίζονται στη φύση της σχέσης πολιτικής εξουσίας με τους οικονομικούς δρώντες.  

Χωρίς να παραγνωρίζεται η συμπληρωματικότητα των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων στον τρόπο που αναπτύσσεται η σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας ανά τόπους, η θεώρηση αυτή καλύπτει την διαχρονικότητα των πελατειακών σχέσεων, ερμηνεύει τη διάχυτη παρουσία τους- από την πολιτεία του Ιλινόι ως την Ιαπωνία – καθώς και τη διαφορετική έκταση του φαινομένου ανά χώρα με αφετηρία τη βασική αλλαγή που επιφέρει η κρατική παρέμβαση στην οικονομία στις οικονομικές σχέσεις, την εισαγωγή δηλαδή ενός παράλληλου μηχανισμού αναδιανομής εισοδήματος και επιχειρηματικών ευκαιριών. 

Ειδικότερα, μπορεί να υποστηριχτεί ότι η παραγωγή ανταγωνιστικών σχέσεων αποτελεί κοινό στοιχείο των δυο συστημάτων αναδιανομής οικονομικών πόρων, της αγοράς και της πολιτικής, καθώς τα δυο συστήματα διέπονται εξίσου από δυο δομικά στοιχεία της οικονομίας, τη σπάνη τον αγαθών και την ανισότητα που προκύπτει στην τελική διανομή των αγαθών. Οι όροι όμως του ανταγωνισμού διαφέρουν. Στην αναδιανομή μέσω της πολιτικής εξουσίας η τελική διανομή καθορίζεται από το ποιός κατέχει την πολιτική εξουσία και από τις προσβάσεις στην πολιτική εξουσία που αναπτύσσει κάθε κοινωνική ομάδα.  

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις και υποψηφίους για ψήφους και πολιτική στήριξη με σκοπό την απόκτηση της εξουσίας αφενός και ο ανταγωνισμός  ανάμεσα σε ιδιώτες για  πρόσβαση  στις οικονομικές ευκαιρίες που διανέμει η πολιτική εξουσία αφετέρου, δημιουργούν μια πολιτική αγορά, στο πλαίσιο της οποίας οι  πελατειακές σχέσεις και η διαπλοκή αναπτύσσονται ως μορφές ανταλλακτικών σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και σε κοινωνικές δυνάμεις και ιδιώτες σε συνθήκες ανταγωνισμού. 

Η παραπάνω θεώρηση των πελατειακών σχέσεων τοποθετεί τη βάση της συζήτησης πέρα από  αναφορές σε πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και επί τη βάση δομικών κινήτρων στη σχέση πολιτικής και οικονομίας, και ερμηνεύει πειστικότερα την καθολικότητά και τη διαχρονικότητα του φαινομένου. Υπερβαίνει τις ηθικολογίες που κυριαρχούν στην προσέγγιση του φαινομένου και κλονίζει, ίσως, την κυρίαρχη πεποίθηση ότι  για τον περιορισμό του επαρκούν οι κατάλληλες θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους.

Αντίθετα, η μικρότερη έντασή του φαινομένου στα αναπτυγμένα κράτη δικαίου ερμηνεύεται με αναφορά στα μεγαλύτερα περιθώρια οικονομικής αυτονομίας από το κράτος για τους οικονομικούς δρώντες. Είναι τα περιθώρια οικονομικής αυτονομίας που προσδιορίζουν με τη σειρά τους την πολιτική αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών, και το βαθμό στο οποίο είναι  τόσο διατεθειμένη όσο και ισχυρή για να αντιδρά στην αλλοίωση που φέρει στις συνθήκες ανταγωνισμού η παρέμβαση των πελατειακών σχέσεων. 

Κατά τη θεώρηση αυτή, πολιτική αυτονομία δεν νοείται χωρίς οικονομική αυτονομία. Χωρίς την οικονομική αυτονομία της κοινωνίας πολιτών, οι θεσμοί που σε μεγάλο βαθμό περιορίζουν το πελατειακό σύστημα στα αναπτυγμένα κράτη δικαίου θα είχαν προ πολλού διαβρωθεί και εκεί.  

Στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να ερμηνεύσουμε την αδυναμία και την απροθυμία των κοινωνικών δυνάμεων σε συγκεκριμένες εθνικές οικονομίες, όπως η ελληνική καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, να απεμπλακούν από την πελατειακή εξάρτηση στο βαθμό που στους οικονομικούς υπολογισμούς ο ρόλος του κράτους στην οικονομία  προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και δεν τους αφήνει περιθώριο να είναι αδιάφοροι στις προσβάσεις και στις ευκαιρίες που προσέφερε το πελατειακό σύστημα. 

Η «δομική» αυτή θεώρηση του πελατειακού συστήματος παρέχει επίσης και την αιτιολογική βάση για να ερμηνευτεί η τάση διόγκωσης του κράτους με αναφορά σε ένα αναπαραγόμενο κύκλο ζήτησης και προσφοράς για πελατειακές παραχωρήσεις, ενώ ταυτόχρονα υποδεικνύει ότι τα «δομικά» όρια στην τάση διόγκωσης του κράτους τα θέτει το δημοσιονομικό και οικονομικό κόστος καθώς και οι στρεβλώσεις στην οικονομία που παράγει και σωρεύει η αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων.  

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση είναι μάταιο να περιμένουμε υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες ότι το πολιτικό σύστημα θα αναλάβει το ίδιο την πρωτοβουλία να πραγματοποιήσει εκείνες τις θεσμικές αλλαγές που θα περιορίζουν την πελατειακή συναλλαγή, όταν το πολιτικό σύστημα έχει ήδη καλλιεργήσει και εμπεδώσει πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις. Σε αντίθεση με την προσδοκία για τον αυτοπεριορισμό του πολιτικού συστήματος, μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο περιορισμός των πελατειακών σχέσεων είναι πιο πιθανόν να επέλθει από το εξωγενές εκείνο οικονομικό σοκ  που περιορίζει τα περιθώρια αναπαραγωγής του πελατειακού συστήματος με το να επιβάλλει τη μείωση του οικονομικού κρατισμού και επομένως την αφαίρεση πελατειακής «ύλης».

Ειδικότερα, για την Ελλάδα από το 1985 και μετά, το πελατειακό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια παρατεταμένη κρίση οικονομικής βιωσιμότητας, στο βαθμό που η εκτόπιση ιδιωτικών επενδύσεων, τα δημόσια ελλείμματα, το δημόσιο χρέος και η δομική ανεργία ήταν υποπροϊόντα της αναπαραγωγής του πελατειακού συστήματος. 

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το κίνητρο για πελατειακή συναλλαγή παρέμενε ενεργό,  από τη δεκαετία του 90 και μετά μειώθηκαν σταδιακά και τα περιθώρια πελατειακής συναλλαγής στα πλαίσια της αναγκαστικής μείωσης του κρατικού τομέα της οικονομίας το πελατειακό σύστημα υπό την πίεση δημοσιονομικών και οικονομικών προβλημάτων. Οι μορφές πελατειακής συναλλαγής στην Ελλάδα υποβαθμίστηκαν σε έκταση και ποιότητα. Οι διορισμοί μονίμων στο δημόσιο και σε δημόσιους οργανισμούς έδωσαν τη θέση τους σε διορισμούς συμβασιούχων και αργότερα στα stages, ενώ το περιθώριο για πελατειακές διευκολύνσεις περιορίστηκε, για παράδειγμα από τα ευνοϊκά δάνεια που δίνονταν κάποτε από κρατικές τράπεζες σε εκλεκτούς επιχειρηματίες σε ευνοϊκές μεταθέσεις υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα. 

Η δημοσιονομική κρίση του 2009 ελαχιστοποίησε με τρόπο απότομο τα περιθώρια για πελατειακή συναλλαγή και έφερε το πολιτικό σύστημα σε πλήρη αντίφαση με τις κυρίαρχες πολιτικές συμπεριφορές, σχέσεις και προσδοκίες που το ίδιο καλλιέργησε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Πρόκειται για ένα κρίσιμο σημείο καμπής για την εξέλιξη του πελατειακού συστήματος που πλέον κινείται ανάμεσα σε εμπεδωμένες προσδοκίες και σε δομικούς περιορισμούς. Μακροπρόθεσμα όμως, σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση που παρουσιάστηκε παραπάνω,  ο περιορισμός στα περιθώρια για πελατειακή συναλλαγή θα είναι μόνιμος μόνο στο βαθμό που πραγματοποιηθούν εκτενείς δομικές αλλαγές στο εύρος και στην ένταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
Συνέχεια

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Η ανησυχητική άνοδος των εχθρών της δημοκρατίας

Σε πρόσφατη ομιλία του στην Αθήνα – στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας (Deree) – ο γνωστός ιστορικός καθηγητής Mark Mazower επεσήμανε με ιδιαίτερη έμφαση το προφανές. Πως δηλ οι πολιτικές δυνάμεις την Ελλάδα δεν έχουν δώσει την δέουσα σημασία στο φαινόμενο της ισχυροποίησης της άκρας δεξιάς. Που με βάση το πρόγραμμά της, δεν κρύβει την πρόθεσή της να καταλύσει θεσμούς και να επιβάλει καθεστώς ολοκληρωτισμού.

Επιδερμικά, η παρουσία και γιγάντωση της Χρυσής Αυγής περιγράφεται από πολλούς σαν αποτέλεσμα των προκλήσεων που έχει υιοθετήσει η Αριστερά, αφ΄ενός μεν κηρύσσοντας την «ανυπακοή» σε κανόνες και νόμους, κι αφ’ ετέρου, ιδίως από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανοχή και έμμεση στήριξη εκδηλώσεων τραμπουκισμού κατά πολιτικών κυρίως προσώπων αλλά και σε πανεπιστημιακούς χώρους κατά καθηγητών και δυσάρεστων για κάποιους ομιλητών. Η άποψή μου είναι πως το φαινόμενο είναι αρκετά πολυπλοκότερο και τέμνει σε μεγάλο βάθος ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Τα πάντα εκκινούν από δύο παράγοντες. Ο ένας είναι η κατάρρευση των πελατειακών σχέσεων που, λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης, είναι αδύνατον να συνεχίσουν να διεκπεραιώνουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το πολιτικό σύστημα απέναντι στους εκλογείς – πελάτες του. Στην διάρκεια της εποχής των παχέων αγελάδων του μεγάλου δανεισμού και των γενναίων παροχών (στις οποίες μέσα περιλαμβάνονται και οι ρουσφετολογικές προσλήψεις στο δημόσιο) όσοι δεν εξυπηρετούνταν από το σύστημα των πελατειακών κυκλωμάτων είχαν σαν διέξοδο την επιλογή, μέσω του σταυρού προτίμησης, άλλου υποψηφίου η την στροφή στην απέναντι πολιτική παράταξη. Με το τέλος του σχετικού πάρτυ οι εκλογείς – πελάτες έμειναν στο κενό.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη η στροφή εναντίον του συστήματος γενικά που ουδέποτε είχε φροντίσει να «εκπαιδεύσει» τον λαό σε δοκιμασίες δημοκρατίας. Δεν είναι λοιπόν για τους περισσότερους τα κόμματα που απέτυχαν, αλλά το σύστημα που είναι διαβρωμένο, βρώμικο και αναξιόπιστο στο σύνολό του. Απλά και μόνο επειδή δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει τις πρακτικές προσοδοθηρίας (ραντιερισμού) που μέχρι τώρα το καταξίωναν και το ισχυροποιούσαν. Η Αριστερά αποτελεί μιά κάποια διέξοδο για την αντίδραση αυτή. Αλλά για τον απλό κόσμο η Αριστερά δεν παύει να είναι συμπρωταγωνιστής του συστήματος στις παραστάσεις που δίδονταν. Η Χρυσή Αυγή είναι λοιπόν το καινούργιο που ετοιμάζεται να ανατρέψει τα πάντα. Γιατί λοιπόν να μην υποστηριχθεί; Για αυτό επέμενα προεκλογικά πως δεν επρόκειτο να καταρρεύσει. Και είναι ακριβώς αυτός ο λόγος που προβλέπω πως και στις επόμενες εκλογές θα επωφεληθεί των απωλειών της ΝΔ, κάποιες του ΠΑΣΟΚ και σίγουρα των Ελεύθερων Ελλήνων για να αυξήσει τις δυνάμεις της. Εξ άλλου, η μάλλον φυσιολογική ισχυροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει σαν συνεπακόλουθο την ενίσχυση και του απέναντι άκρου, δηλ της Χρυσής Αυγής.

Ο άλλος παράγοντας ενίσχυσης των άκρων οφείλεται στις φορολογικές επιδρομές κατά της ιδιοκτησίας. Η προστασία της ιδιοκτησίας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο στηρίζεται η δυτική δημοκρατία. Στο σημαντικό του πρόσφατο βιβλίο ο Nial Ferguson (Civilization, 2011) εντοπίζει στον σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στην συνακόλουθη εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ένα από τα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Δύσης στην πορεία της κυριαρχίας της επάνω στον υπόλοιπο κόσμο. Η αποδυνάμωση λοιπόν της εμπιστοσύνης των πολιτών στην δυνατότητα του συστήματος να στηρίξει την ατομική ιδιοκτησία υπονομεύει και την πίστη στη δημοκρατία. Προετοιμάζεται έτσι ο δρόμος για την άνοδο των άκρων. Εφ όσον ελάχιστοι πλέον θα έχουν σαφές συμφέρον για την υπεράσπιση του δημοκρατικού συστήματος.


Οσο για την ανοχή του κόσμου στις βιαιότητες και τις φραστικές – και όχι μόνο – υπερβολές αυτό οφείλεται στην για χρόνια σταδιακή κατάλυση του κράτους και κάθε έννοιας έννομης τάξης. Ουδείς υπήρξε ικανός να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης, που όμως πλήττει και καταπιέζει πολλά κοινωνικά στρώματα στην Ελλάδα. Σε συνδυασμό με το καθεστώς ατιμωρησίας για παραβατικές συμπεριφορές και βαιότητες που για χρόνια πλέον έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα (πράξεις ακτιβιστών της Αριστεράς, προπηλακισμοί πολιτικών προσώπων, κινητοποιήσεις μαθητών τον Δεκέμβριο του 2008 και «αγνώστων» σε πορείες διαμαρτυρίας, επεισόδια για παγκοσμιοποίηση, συνόδους κορυφής, παλαιστινιακό, Ιράκ κλπ, βιαιότητες κατά καθηγητών σε διάφορα ΑΕΙ της χώρας και τόσα άλλα) έχει εθίσει τον κόσμο να βλέπει την βία σαν μιά μάλλον φυσιολογική μετεξέλιξη μιάς κοινωνικής διαμαρτυρίας που δεν βρίσκει ανταπόκριση. Το θετικό για την χώρα και πιθανώς για την δημοκρατία είναι πως το κίνημα της Χρυσής Αυγής δεν περιλαμβάνει ανθρώπους με ικανότητα διαμόρφωσης ευρύτερων κοινωνικών προοπτικών που θα μπορούσε να καταλήξει σε ένα οργανωμένο φασιστικό κίνημα (λ.χ. όπως του Μουσολίνι στην Ιταλία). Εδώ εκφράζει στενούς λαικίστικους στόχους ακολουθώντας την συνθηματολογία των ΜΜΕ κι’ επιμένοντας σε τοποθετήσεις (ιδίως σε ζητήματα οικονομίας) που δεν διαφέρουν και πολύ από τις διακηρυγμένες θέσεις κομμάτων του αριστερού κατεστημένου.

Το πράγμα θα καταστεί μοιραία επικίνδυνο για την δημοκρατία αν η Χρυσή Αυγή αρχίσει να παρεμβαίνει δυναμικά στην λειτουργία κοινωνικών δράσεων και θεσμών συμμαχώντας με οργανωμένους φορείς και ομάδες (επιχειρήσεις, μικροεπαγγελματίες, ακαδημαική κοινότητα κα) επηρεάζοντας έτσι άμεσα τις οικονομικές και άλλες εξελίξεις (σπάζοντας απεργίες, επιβάλλοντας την τάξη στα Πανεπιστήμια, ανοίγοντας δρόμους από ανεξέλεγκτες πορείες και απεργίες, λειτουργώντας μέσα μαζικής μεταφοράς κλπ). Για την ώρα πάντως δεν διαφαίνονται παρόμοιες τάσεις και προοπτικές.
Συνέχεια