Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Μετά την Θάτσερ ο κόσμος έπαψε να είναι ίδιος

Πόσα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα ήσαν εξαιρετικά ανατρεπτικά στα χρόνια που η Μάργκαρετ Θάτσερ άρχισε για πρώτη φορά να τα εφαρμόζει!

Ξεκίνησε μια παγκόσμια επανάσταση αντιστρέφοντας το ρεύμα της εποχής που οδηγούσε σε ένα κορπορατιστικό κράτος με κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων, πανίσχυρα συνδικάτα, τεράστια δημόσια ελλείμματα, άνωθεν ελέγχους και περιορισμούς σε τιμές και εισοδήματα κα τόσα άλλα. Ξεκίνησε μόνη της - απέναντι σε μύριες αντιδράσεις - τις ιδιωτικοποιήσεις, άρχισε να καταργεί κανονισμούς και διοικητικές επεμβάσεις στην λειτουργία των αγορών, να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους αποτελεσματικούς μηχανισμούς του ανταγωνισμού και να μειώνει φόρους, επιτιθέμενη στις δημόσιες δαπάνες. Με την πολιτική της, στην οποία πίστευε δίχως δισταγμούς και παλινδρομήσεις, πέρασε σαν μπουλντόζα πάνω από παραδοσιακές αντιλήψεις καθώς και από την κυριαρχία του Μαρξισμού στις ιδέες και του Κευνσιανισμού στην οικονομική πολιτική.

Παρέλαβε την Βρετανία σε τραγική παρακμή, πολύ πίσω από Γαλλία και Γερμανία σε ανάπτυξη και εθνικό εισόδημα. Την παρέδωσε πανίσχυρη οικονομικά, με αποκατεστημένη εθνική αυτοπεποίθηση και, μαζί με τις ΗΠΑ, παγκόσμια υπερδύναμη και θριαμβεύτρια του Ψυχρού Πολέμου. Γαλλία και Γερμανία είχαν μείνει πολύ πίσω σε ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και σε όλους τους σχετικούς οικονομικούς δείκτες. Στην Ευρώπη επέβαλε τις θελήσεις της, κλονίζοντας την κυρίαρχη μέχρι τότε, και μετά απ’ αυτήν βέβαια, παρέα των Γερμανών και των Γάλλων. Οι αντιρρήσεις της μάλιστα για το ευρώ υπήρξαν προφητικές. Σύμφωνα με τον Peter Oborne της Daily Telegraph: «Η Θάτσερ ήξερε ότι το ενιαίο νόμισμα θα καταστρέψει την Ευρώπη. Οκτώβριο του 1990 πήγε στη σύνοδο κορυφής στη Ρώμη για να συζητηθεί το θέμα της ΟΝΕ, όπου προέβαλε τις ιστορικού βεληνεκούς αντιρρήσεις της για την συμμετοχή της Αγγλίας στο ενιαίο νόμισμα. Προέβλεπε με βεβαιότητα ότι το ενιαίο νόμισμα θα προκαλούσε την οικονομική καταστροφή της Ευρώπης διότι το ευρώ δεν θα μπορούσε να φιλοξενήσει βιομηχανικές υπερδυνάμεις όπως η Γερμανία και μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα. Μάλιστα, είχε κάνει και προβλέψεις σχετικά με την οικονομική πολιτική της ΕΕ: ότι η Γερμανία θα ποδηγετούσε τελικά την ευρωπαϊκή πολιτική επιβάλλοντας τις φοβίες της για τον πληθωρισμό, γεγονός που θα απέβαινε μοιραίο για τις φτωχότερες χώρες “γιατί θα καταστρέψει τις αναποτελεσματικές οικονομίες τους”, όπως αναφέρει και στην αυτοβιογραφία της».

Η Θάτσερ άφησε πίσω της ένα πανίσχυρο -ισμό που ακολούθησε το όνομά της. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, όπως αναφέρει ο Economist, κέρδισε έναν πόλεμο αλλά δεν δημιούργησε κανένα -ισμό. Ουσιαστικά η Θάτσερ άλλαξε τον κόσμο. Ο Francis Fukuyama με το «Τέλος της Ιστορίας» σφράγισε με ιστορικό- ακαδημαικό τρόπο την κληρονομιά της. Ενώ ο Daniel Yergin με το «Commanding Heights» (Κυρίαρχα Υψη) αποτύπωσε την κυριαρχία των πολιτικών της σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο. «Δεν υπάρχει άλλη λύση» επέμενε η Θάτσερ, ακόμη και σε στενούς της συνεργάτες-υπουργούς όταν φοβισμένοι συμβούλευαν υποχώρηση. «Αυτή η Κυρία δεν υποχωρεί» είχε βροντοφωνάξει. Με ευαγγέλιο «Το Σύνταγμα της Ελευθερίας» του Φρήντριχ Χάυεκ, η Θάτσερ μπήκε με ορμή στην ανατροπή όχι μόνο των οικονομικών δεδομένων της εποχής της αλλά και στην κατεδάφιση μιάς αντίληψης εμπεδωμένου κρατισμού από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Όπως αναφέρει η Daily Telegraph, “o ρόλος που έπαιξε στο να εξωθήσει τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στην υιοθέτηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και στην ήπια αντιμετώπιση των κρατών –δορυφόρων της Σοβιετικής Ενωσης, οδήγησε στην πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και στην κατάρρευση, σχεδόν σαν σπίτι από τραπουλόχαρτα, των άλλων καθεστώτων του Σοβιετικού μπλόκ στα επόμενα δύο χρόνια». Δεν δίστασε να περάσει 13 ολόκληρες ώρες με τον Γκορμπατσώφ στην Μόσχα, επιχειρηματολογώντας για την ανωτερότητα της οικονομίας της αγοράς! Η παρουσία της στην εξουσία διευκόλυνε χιλιάδες πολίτες της Βρετανίας να αποκτήσουν μερίδιο στην ίδια την κοινωνία, αγοράζοντας τις κατοικίες τους αλλά εξασφαλίζοντας και μετοχές σε μεγάλες, ιδιωτικές πλέον, εταιρίες – όπως οι τηλεπικοινωνίες , η ενέργεια, οι μεταφορές και η ύδρευση.

Κατόρθωσε να πετύχει την θεαματική μείωση του δημόσιου τομέα της οικονομίας και στην αρτηριοσκληρωτικά κρατικίστικη Βρετανία, που τα τεράστια ελλείμματα του διογκωμένου κράτους την είχαν ήδη οδηγήσει - επί κυβέρνησης Εργατικών - στην αγκαλιά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά επηρέασε και τον κόσμο όλο να ακολουθήσει το παράδειγμά της - και να εγκαταλείψει τις πολιτικές των εκτεταμένων δημοσίων δαπανών. Στα χρόνια της εμπεδώθηκε η παγκοσμιοποίηση, που διευκόλυνε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων, πρωτοστατούντων των κοινωνιών της Κίνας και της Ινδίας που αγκάλιασαν τις πολιτικές της αγοράς, να οδηγηθούν σε πρωτοφανή γι’ αυτούς επίπεδα ευημερίας.

Η πτώση της ξεκίνησε, αρκετά παράδοξα, από την παραβίαση των αρχών της. Αποφάσισε να αντικαταστήσει το γενικό τέλος ακινήτων, με ένα κεφαλικό φόρο σε όσους κατοικούσαν σε αυτά. Αυτή η πολέμιος των φορολογικών επιβαρύνσεων προκάλεσε εξέγερση μέσα στους κύκλους και του δικού της κόμματος με ένα παράτολμο νέο φόρο. Παρά τα λεγόμενα, είχε αυξήσει τις κοινωνικές δαπάνες στη χώρα της, εξοικονομώντας πόρους από τον περιορισμό του κράτους. «Ο Καλός Σαμαρείτης» συνήθιζε να λέει, «έμεινε στην ιστορία γιατί είχε χρήματα. Οι καλές προθέσεις μόνο δεν φτάνουν».

Ο Θατσερισμός κυριάρχησε σε ιδέες και πολιτικές αντιλήψεις σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Με την εκπληκτική εξαίρεση της Ελλάδας βέβαια. Που ανακάλυψε αργά τον …σοσιαλισμό. Ο εκτεταμένος ελληνικός κρατισμός έχει ισοπεδώσει τα πάντα στο πέρασμά του. Οι υποστηρικτές του, εν τούτοις, βαφτίζουν …νεοφιλελεύθερα (!) τα αδιέξοδα που αυτός προκαλεί. Και η συντηρητική παράταξη παρέμεινε πιστή στον …Ριζοσπαστικό Φιλελευθερισμό. Που κανείς δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς είναι. Ο πελατειακός κρατισμός κι’ ο καπιταλισμός της παρέας εξουθένωσαν κάθε απόπειρα ιδεολογικής αναζωογόνησης του χώρου αυτού στην Ελλάδα. Με αποτέλεσμα την σχεδόν απόλυτη και συνεχόμενη ιδεολογική του ανυπαρξία.
Συνέχεια

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Η γυναίκα που άλλαξε τον κόσμο

Την τελευταία φορά που την συνάντησα στο Γραφείο της στην Belgravia του Λονδίνου, η στόφα και η μαχητικότητα του μεγάλου ηγέτη δεν την είχε ούτε στιγμή εγκαταλείψει. «Αν ήμουνα εγώ στην εξουσία νομίζεις πως θα υπήρχε τέτοια αναποφασιστικότητα και τόσο μεγάλη αδράνεια; » μου είπε, αναφερόμενη στις διστακτικές κινήσεις της Δύσης σχετικά με τις εξελίξεις τότε στην Βοσνία. «Θα τους υποχρέωνα να πάρουν αποφάσεις για να δώσουμε λύση στο πρόβλημα».

Τέτοια ήταν η Μάργκαρετ Θάτσερ που άφησε χθές τον κόσμο στην Βρετανία. Δεν άφηνε εκκρεμότητες, δεν της άρεσαν τα μισόλογα και οι ημι-πολιτικές. Πίστευε με πάθος σε αρχές και οι πολιτικές της δεν ξεμάκραιναν από αυτά στα οποία ήταν ταγμένη. Οταν της ασκούσαν κριτική γι τις επιλογές της, προειδοποιώντας την για ενδεχόμενες αντιδράσεις, είχε την απάντηση σχεδόν πάντα έτοιμη: «Δεν υπάρχει άλλη λύση». Είχε κάποτε ξιφουλκήσει, επιτιθέμενη σε μέλη του υπουργικού της συμβουλίου: «Μην δειλιάζετε μπροστά στις αντιδράσεις. Σήμερα μας κατηγορούν, οι αυριανές γενεές θα μας ευγνωμονούν».


Αμέσως μετά την αναγγελία του θανάτου της , χθές στους Financial Times, καταχωρήθηκε το ακόλουθο σημείωμα αναγνώστη: «Εκπληκτική πολιτικός. Εκανε ό,τι χρειαζόταν τότε. Παρά το μίσος που αντιμετώπιζε. Μοναχά αργότερα πολλοί από εμάς καταλάβαμε πόσο δίκιο είχε!!» Παρά τις επιθέσεις που δεχόταν όμως κατόρθωσε σαν Πρωθυπουργός να αλλάξει σχεδόν τα πάντα. Είναι προς τιμήν των στελεχών του Συντηρητικού κόμματος τότε στην Βρετανία που την εξέλεξαν σαν αρχηγό αν και δεν μετείχε στους κύκλους εξουσίας της παράταξης και πήγε εντελώς κόντρα με τις πατρίκιες μέχρι τότε αρχές και συμπεριφορές τους. Ανέτρεψε την πατροπαράδοτη πολιτική των Τόρυδων (παραδοσιακό όνομα του Συντηρητικού Κόμματος) να επιδιώκουν την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση κηρύσσοντας πως «συναίνεση είναι η πολιτική της ακινησίας, του να μην γίνεται δηλ. τίποτα». Κατήγγειλε τις πολιτικές της «μέσης του δρόμου» (μεσαίου χώρου για τα καθ΄ημάς) των ΜακΜίλλαν και Χήθ επιμένοντας πως «η μέση του δρόμου είναι εκεί που βρίσκεται η διακεκομμένη γραμμή. Κι΄ αυτό είναι το χειρότερο σημείο για να οδηγείς!»

Πίστευε στην αυτενέργεια των πολιτών και στην ευθύνη τους για τις συνέπειες των πράξεών τους. Δεν θεωρούσε το κράτος παραμάνα που φροντίζει βρέφη. Ηθελε τους πολίτες ώριμους ενήλικες να παίρνουν πρωτοβουλίες. Δίχως αρτηριοσκληρωτικούς γραφειοκράτες να τους παρεμβάλουν εμπόδια. Μαζί με τον Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ έκαναν παγκόσμια περίπου συνείδηση πως για την ανάπτυξη και την ευημερία το κράτος δεν αποτελεί μέρος της λύσης αλλά θεμειωδες κμμάτι του προβλήματος. Το μεγάλο κράτος, για την Θάτσερ, μεγάλωνε και τα αδιέξοδα. Διότι ξόδευε λεφτά για τις δικές του ανάγκες, και για την επιβίωση της δημόσιας γραφειοκρατίας. Σκορπούσε έτσι άσκοπα πόρους που θα ήσαν χρήσιμοι για τις ανάγκες των πολιτών. Παρά την αντι-νεοφιλελεύερη προπαγάνδα η Θάτσερ δεν είχε μειώσει – είχε αντίθετα αυξήσει - τις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες. Εξοικονομώντας πολλά από τις ιδιωτικοποιήσεις και το κλείσιμο άχρηστων και ελλειμματικών κρατικών επιχειρήσεων (λ.χ. ανθρακωρυχεία). Είναι γνωστή φράση της: «Ο κόσμος θυμάται τον Καλό Σαμαρείτη όχι επειδή είχε καλές προθέσεις. Αλλά κυρίως επειδή είχε και χρήματα. Οι καλές προθέσεις από μόνες τους δεν έλυσαν ποτέ κανένα πρόβλημα».

Η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε το κατ’ εξοχήν πρότυπο του πολιτικού με αρχές και πεποιθήσεις. Όταν αποφάσιζε μια γραμμή πολιτικής δεν έκανε πίσω μέχρι να την ολοκληρώσει. Εχει μείνει θρυλική η εμμονή της στην πολιτική της οικονομίας της αγοράς όταν γύρω της, ακόμα και στενοί της συνεργάτες, όλοι σχεδόν διαφωνούσαν. Στο συνέδριο του κόμματος το 1980, αφού είχαν πλέον κορυφωθεί οι αντιδράσεις εναντίον της και όλοι περίμεναν την κλασσική συντηρητική τακτική της οπισθοχώρησης, βροντοφώναξε «Ολοι περιμένετε την αγαπημένη στον τύπο φράση ‘οπισθοχώρηση’. Ένα έχω να πώ: οπισθοχωρήστε εσείς αν θέλετε. Αυτή η κυρία δεν κάνει πίσω». Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή που σηματοδότησε το οριστικό τέλος τους Βρετανικού κορπορατισμού στην οικονομία, το κύκνειο άσμα των συνδικάτων και το τέλος των κάθε είδους παρεμβατικών οικονομικών πολιτικών (πολιτικές μισθών, εισοδημάτων κλπ) .

Μόλις ανέλαβε την εξουσία του κόμματός της, η Θάτσερ δεν δίστασε να πετάξει πάνω στο τραπέζι μιάς σύσκεψης συμβούλων και υψηλόβαθμων στελεχών του κόμματός της το βιβλίο του θεωρητικού πατέρα τη ελεύθερης οικονομίας Φρήντριχ Χάυεκ «Το Σύνταγμα της Ελευθερίας», και να τους πεί: «Σε αυτά πιστεύουμε, κύριοι». Και βάσει αυτών βέβαια κατάστρωσε την πολιτική της. Ενας στενός της συνεργάτης, ο Τσάρλς Πάουελ, είπε γι’ αυτήν: “Mας άλλαξε όλους. Μας μετέβαλε από ένα λαό που βλέπαμε τον εαυτό μας μόνιμα σε κατρακύλα, σε ένα έθνος που είμασταν υπερήφανοι να είμαστε και πάλι Βρετανοί. Στο παγκόσμιο σκηνικό επίσης έκανε την Βρετανία να μετράει και να έχει υπόσταση και πάλι. Υπήρξε μια εντυπωσιακή παρουσία που έφερε ένα ισχυρό κι’ επιθετικό στύλ στην διπλωματία μας μετά από χρόνια ενός απαθούς Φορέιν Οφφις».

Η Θάτσερ πίστευε με πάθος στην οικονομία της αγοράς και ήταν απόλυτα σίγουρη για την ανωτερότητα και την τελική της κυριαρχία. Όπως όταν ήταν μικρή μαθήτρια είχε αποστομώσει τον δάσκαλό της, που την συνεχάρη για την τύχη της να κερδίσει ένα διαγωνισμό ποίησης, με τα λόγια: “Δεν υπήρξα τυχερή, Δούλεψα και το άξιζα», έτσι και σε επίσημη επίσκεψη στην Μόσχα είχε καθίσει με τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ 13 περίπου ώρες για να τον πείσει για την ανωτερότητα της οικονομίας της αγοράς!!

Στην Ελλάδα δυστυχώς οι ιδέες της Θάτσερ και του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Αν και οι οπαδοί και τα στελέχη της ΝΔ παραληρούσαν από ενθουσιασμό, όποτε έστελνε αντιπρόσωπό της σε Συνέδριο του κόμματος, η ταύτιση του κόμματος με το κράτος και η λατρεία του πελατειακού παρεμβατισμού δεν επέτρεψαν ποτέ στις ιδέες της ελευθερίας των οικονομικών επιλογών να ριζώσουν. Κι όσους τις υποστηρίζαμε να αποτύχουμε τραγικά στις προσπάθειές μας. Το αστείο είναι πως σε μια χώρα με τον πλέον δύσκαμπτο, διεφθαρμένο και πανίσχυρο δημόσιο τομέα κατηγορούν κάθε αδιέξοδη πολιτική σαν …νεοφιλελεύθερη!! Ευτυχώς που δεν παρακολούθησε ποτέ της τα γενόμενα στην Ελλάδα και τις τραγικές οικονομικο -πολιτικές εξελίξεις.
Συνέχεια

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η κυρία δεν γυρίζει πίσω



Το 1979 η Μάργκαρετ Θάτσερ θα γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας. Αργότερα δημοσιογράφοι θα παρομοιάσουν την Βρετανία πριν αναλάβει η Θάτσερ ως μια Μπανανία με άσχημο καιρό.

Το 1979 ο πληθωρισμός στην Βρετανία θα τρέχει με 25%, ο ανώτερος φόρος εισοδήματος θα έχει φτάσει στο 93%, το κράτος θα έχει επιβάλει περιορισμούς και ελέγχους στο χρήμα, στις τιμές και τα εισοδήματα. Το κράτος θα έχει γίνει επιχειρηματίας έχοντας στην ιδιοκτησία του τις τηλεπικοινωνίες, την βιομηχανία σιδήρου, πετρελαίου, τα λιμάνια και αρκετές αυτοκινητοβιομηχανίες - μεταξύ άλλων.

Όπως ήταν φυσικό υπό αυτές τις συνθήκες η Βρετανία θα έχει γίνει ένας παιδότοπος για τους εργοτοπατέρες και τις συντεχνίες τους. Ο δημόσιος τομέας που τότε θα περιλαμβάνει και τις παραπάνω βιομηχανίες θα βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης και αναρχίας. Τα νοσοκομεία θα βρίσκονται υπό πολιορκία και μόνο τα επείγοντα περιστατικά θα γίνονται δεχτά, απεργίες θα παραλύουν όλη τη χώρα στους σιδηρόδρομους, τα λιμάνια, τις μεταφορές, την καθαριότητα. Στις απεργίες θα συμμετέχουν ακόμα και οι νεκροθάφτες. Τα πτώματα θα αρχίσουν να συσσωρεύονται στα νεκροτομεία και η τότε κυβέρνηση των Εργατικών θα μελετήσει το ενδεχόμενο για ταφές στον Ατλαντικό ωκεανό...

Οι συνεχείς απεργίες και η αφαίμαξη του ιδιωτικού τομέα για να συντηρηθεί το μεγάλο κράτος με τις συντεχνίες του θα φέρουν την Βρετανία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, και ήδη από το 1976 η μόλις προσφάτως αυτοκρατορία θα τρέχει στο ΔΝΤ για δάνειο 4 δις δολαρίων. Το 78-79 η κρίση θα έχει κορυφωθεί και αυτή η περίοδος θα αποκτήσει την Σαιξπηρική ονομασία Χειμώνας της Δυσαρέσκειας. Αυτή ήταν η κατάσταση της Βρετανίας εκείνη την εποχή λίγο πριν αναλάβει η Μάργκαρετ Θάτσερ.

Εκ των υστέρων οι πολιτικές που εφάρμοσε η Μάργκαρετ Θάτσερ μπορεί να φαίνονται σε πολλούς τουλάχιστον λογικές, αλλά στην εποχή της ήταν ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενες και τις περισσότερες φορές ήταν απορριπτέες από τον καθώς πρέπει πολιτικό, πανεπιστημιακό και δημοσιογραφικό κόσμο ως εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Η Θάτσερ δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει το βρετανικό κατεστημένο, αλλά και την ηγεσία και κομματικό μηχανισμό του κόμματος της, που είχε προ πολλού αποδεχτεί το ρόλο του ως ο κατά περιόδους διαχειριστής της νέας σοσιαλιστικής Βρετανίας.

Η επανάσταση της Θάτσερ ήταν η επανάσταση της βάσης του συντηρητικού κόμματος, αυτοί που τα ΜΜΕ συχνά ειρωνικά αποκαλούν νοικοκυραίους. Οι μεσαίοι και μικρομεσαίοι που είχαν αγανακτήσει με την παρακμή της βρετανικής κοινωνίας και αντίθετα από την βρετανική ελίτ, δεν είχαν αποδεχτεί αυτή την παρακμή ως αναπόφευκτη.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ θα είναι γνήσιο τέκνο της τάξης των νοικοκυραίων. Στο πολύ δύσκολο αγώνα που θα κάνει για να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος δεν θα έχει μόνο να αντιμετωπίσει το αρνητικό γεγονός για την εποχή ότι είναι γυναίκα, αλλά επίσης το ότι ήταν κόρη ενός απλού παντοπώλη. Η κόρη όμως του παντοπώλη είχε ένα ακόμα “αρνητικό”, ήταν μια πολικός πεποιθήσεων σε μια μεγάλη αγέλη πολιτικών της συναίνεσης. Πολύ συχνά ήταν απλά μόνη. Σε ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό περιστατικό σε συνέδριο του κόμματος θα βγάλει από την τσάντα της το Σύνταγμα της Ελευθερίας του Χάγιεκ και δείχνοντας στους παρευρισκόμενους θα πει με απόλυτη αποφασιστικότητα «Σ’ αυτό πιστεύουμε».

Στην σχεδόν χρεοκοπημένη Βρετανία το μήνυμα της Θάτσερ ήταν ξεκάθαρο: «Το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι ότι κάποτε σου τελειώνουν τα λεφτά των άλλων.» Αμέσως βάζει μπροστά πολιτικές για της καταπολέμηση του πληθωρισμού, προχωρά σε μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις, θα συγκρουστεί και θα νικήσει τις συντεχνίες και θα επιβάλει μια δραστική περικοπή των φόρων και του κρατικού παρεμβατισμού. Όταν θα παρουσιαστούν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες οι πολιτικοί της συναίνεσης θα την συμβουλεύσουν να κάνει στροφή επί τόπου. Θα τους απαντήσει «Αν εσείς θέλετε να κάνετε πίσω κάντε το. Η κυρία δεν γυρίζει πίσω». Η Θάτσερ θα κυβερνήσει για σχεδόν 12 χρόνια και η Βρετανία θα γνωρίσει την πιο μακρά περίοδο οικονομικής ανάπτυξης στην ιστορία της.

Συχνά θα προειδοποιήσει για την συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας προς όφελος των ευρωκρατών και τους κινδύνους που αυτή η εξέλιξη δημιουργεί για τις ελευθερίες και την ευημερία των Ευρωπαίων πολιτών. Θα είναι ξεκάθαρα εναντίον του ευρώ θέλοντας η Βρετανία να κρατήσει το νόμισμα της. Θα ασκήσει μια εξωτερική πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και το ανένδοτο αντικομουνισμό της. Όταν η Αργεντινή θα εισβάλει στα Φώκλαντς, δεν θα αποδεχτεί την δικαιολογία ότι αυτά τα νησιά είναι πολύ μακριά για να τα υπερασπιστεί.

Από την Μάργκαρετ Θάτσερ μπορούμε να διδαχτούμε ότι δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για απώλεια εθνικής κυριαρχίας προς όφελος υπερεθνικών και ανελεύθερων θεσμών. Ο κρατισμός αποτυγχάνει όπου και αν εφαρμόζεται. Η ελευθερία του ατόμου να δημιουργεί και να επενδύει στο μέλλον είναι η μοναδική πηγή προόδου και ευημερίας για την κοινωνία. Η παρακμή που βιώνουμε σήμερα δεν είναι αναπόφευκτη. Και κάτι που τουλάχιστον θα έπρεπε να είχαμε μάθει από τον Μάιο του 2010: κάποτε τα λεφτά των άλλων τελειώνουν.
Συνέχεια

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Ο θόρυβος του χθες



Τρία χρόνια μετά από την “επίσημη” έναρξη της ελληνικής κρίσης τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα εκτός βέβαια απ΄αυτά που θα μας έβγαζαν από την κρίση.

Το Σάββατο στα Νέα το πρώτο θέμα ήταν “αποκαλύψεις” για τις ελληνικές υπεράκτιες εταιρείες: «Από τις 107 υπεράκτιες εταιρείες ελληνικών συμφερόντων που εντόπισαν «ΤΑ ΝΕΑ» στα στοιχεία που διέρρευσαν από τον φορολογικό παράδεισο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και αποκτήθηκαν από τη Διεθνή Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων οι 103 λειτουργούν εκτός ραντάρ των φορολογικών μας Αρχών, ενώ μόνο οι 4 βρέθηκαν εγγεγραμένες στη λίστα αλλοδαπών εταιρειών του υπουργείου Οικονομικών.»

Εμμέσως πλην σαφώς το ηθικό δίδαγμα από τέτοια ρεπορτάζ είναι ότι αν όλοι οι Έλληνες πλήρωναν τους φόρους τους δεν θα είχαμε πρόβλημα. Αν όμως όλοι οι Έλληνες πλήρωναν τους φόρους τους τα προηγούμενα χρόνια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Οι Έλληνες πολιτικοί πάντα ξόδευαν όσο περισσότερα χρήματα των φορολογουμένων μπορούσαν. Περισσότερα έσοδα ίσον περισσότερες δαπάνες και ακόμα περισσότερα δανεικά μιας και μια διευρυμένη φορολογική βάση σημαίνει καλύτερη δανειοληπτική ικανότητα, τα χρέη μας θα ήταν ακόμα μεγαλύτερα. Οι Έλληνες που έχουν μια σχέση εξάρτησης με το κράτος θα ήταν περισσότεροι. Όλα αυτά θα έκαναν την σημερινή κρίση ακόμα πιο δύσκολη.

Αν τα ΜΜΕ δεν ασχολούνται με τις υπεράκτιες τότε ασχολούνται με τις γερμανικές αποζημιώσεις. Εδώ να σημειώσουμε ότι ασχολούμαστε με το αν οι γερμανικές αποζημιώσεις θα έλυναν το ελληνικό πρόβλημα και όχι το δίκαιο αυτών των αποζημιώσεων. Έστω και αν αύριο οι Γερμανοί συμφωνούσαν να μας δώσουν 300 ή και ακόμα 500 δις, το πολύ σε μια δεκαπενταετία από τώρα θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο όπως και τώρα. Το πιο πιθανό θα ήταν ότι σε μια δεκαπενταετία από τώρα θα ήμασταν σε ακόμα χειρότερη θέση λαμβάνοντας υπ΄όψιν ότι οι κοινωνικές και πολιτικές παθογένειες που έχει αναπτύξει η Ελλάδα έχουν την τάση να αναπτύσσονται με γεωμετρικούς ρυθμούς.

Γενικά αν αύριο τα κοιτάσματα του Αιγαίου, ή το ξανθός γένος του Βορρά, ή μια ιδιαιτέρως γενναιόδωρη τρόικα μας δώσουν τα δισεκατομμύρια που μας λείπουν, είναι θέμα χρόνου να βρεθούμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα. Γιατί το σημαντικότερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το ούτε το έλλειμμα του προϋπολογισμού, ούτε το δημόσιο χρέος. Το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα είναι η έλλειψη παραγωγής πλούτου.

Τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι αιτίες ή παράγωγα του προβλήματος που λέγεται έλλειψη παραγωγής πλούτου. Τρία χρόνια όμως και παρά την εκτεταμένη και διαρκώς αυξανόμενη πτωχοποίηση, η ελληνική κοινωνία είναι εγκλωβισμένη στις διαμάχες μιας άλλης εποχής. Οι μνημονομαχίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επανάληψη των άγονων και ανούσιων διαξιφισμών του παρελθόντος. Όπου μνημονιακός βάλτε εκσυγχρονιστής και ευρωπαϊστής, και όπου αντιμνημονιακός βάλτε βαθύ ΠΑΣΟΚ, λαϊκή δεξιά κτλ. Μπορεί να βρισκόμαστε στο 2013, στον τρίτο χρόνο της χρεοκοπίας, αλλά μιλάμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα με όρους του 1996.

Οι διαμάχες μεταξύ των δύο στρατοπέδων δεν έχουν να κάνουν με το βασικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και γι’ αυτό και δεν διαφαίνεται το τέλος της υπάρχουσας κρίσης. Δεν οδηγούμαστε πουθενά γιατί δεν ξέρουμε που θέλουμε να πάμε. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα γιατί δεν το ξέρουμε. Οι λογομαχίες του σήμερα δεν είναι παρά η ηχώ ενός παρελθόντος που μας οδήγησε στην καταστροφή.

Στο μέλλον θα βλέπουμε το παρόν ως μια από της περιόδους της ιστορίας που καταδεικνύουν με εξαιρετική καθαρότητα το πως των ανθρώπων οι κοινωνίες παγιδεύονται σε μια τροχιά αυτοκαταστροφής όταν δεν μπορούν να ακούσουν τίποτε άλλο εκτός από τον θόρυβο του χθες.
Συνέχεια

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Κλονίζεται η πίστη στη δημοκρατία

Η Ευρωπαική Ενωση αποτελούσε και στη θεωρία αλλά, όπως οι περισσότεροι πίστευαν, και στην πράξη, μια ένωση φιλελεύθερων δημοκρατιών που επιδίωκε την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ευημερία των πολιτών τους. Με την πρώτη σοβαρή οικονομική κρίση που υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει γίνεται φανερό πως οι θεσμοί της παραπαίουν ενώ οι αρχές πάνω στις οποίες χτίσθηκε δύσκολα μπορούν να αντισταθούν στις πιέσεις.

Η ηγεσία της ΕΕ έχει ήδη αποδείξει πως έχει την μοναδική ικανότητα να μετατρέπει τις δυσκολίες σε προβλήματα, τα προβλήματα σε κρίσεις, τις κρίσεις σε αδιέξοδα και τα αδιέξοδα σε καταστροφές. Με βάση αυτή την πραγματικότητα μεγαλύτερη είναι η αγωνία για το αύριο παρά η όποια ανησυχία για το τώρα.

Ο χειρισμός του προβλήματος της Κύπρου ανέδειξε με εκκωφαντική καθαρότητα τα ελλείμματα μακρόπνοης ηγεσίας από τα οποία πάσχουν οι χώρες της Ευρώπης. Με κυνισμό, που ξεπερνά τα όρια της διαχειρίσιμης καθημερινότητας, τα μέλη τη Ευρωζώνης αλλοιθώρησαν προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης στενών κρατικών συμφερόντων. Και ουσιαστικά καταπάτησαν αρχές, κανόνες και θεσμούς προκειμένου να επιβάλουν λύσεις που εξυπηρετούν τα δημόσια ταμεία. Η ειρωνεία του πράγματος είναι πως οι μουδιασμένοι σχολιαστές της Αριστεράς κυρίως αλλά και των διάφορων παραφυάδων του στείρου εθνικισμού βλέπουν σε όλες αυτές τις ακατανόητες αποφάσεις ίχνη παγκοσμιοποίησης η έστω κάποιου δογματικού νεοφιλελευθερισμού!!

Ωσάν να εκφράζουν την οικονομία της αγοράς επιλογές δήμευσης ιδιωτικών περιουσιών, όπως εμφαντικά δείχνουν οι φοροεπιδρομές επί κάθε είδους ακινήτου της ελληνικής κυβέρνησης, φορολόγησης καταθέσεων, κατάργησης των ελεύθερων διαπραγματεύσεων, επιβολής άνωθεν περικοπών σε μισθούς του ιδιωτικού τομέα και τόσα άλλα παράλογα και συνάμα ανελεύθερα. Μόνο χαμόγελα βέβαια προκαλούν και οι καταγγελίες αριστερών παραγόντων που τους ενοχλούσαν οι ανελεύθερες αρχικές ευρωπαικές προτάσεις φορολόγησης καταθέσεων αλλά και οι τελικές, περί πλήρους απαλλοτρίωσης των χρημάτων των μεγάλων καταθετών. Η τελειωτική επίθεση στο μεγάλο κεφάλαιο, που φαίνεται να επιλέγει σαν στρατηγική το Eurogoup, ενοχλεί αρκετά παράδοξα την ελληνική Αριστερά !!

Σίγουρα χειρότερη για Τράπεζες και μεγαλοκαταθέτες από την προηγούμενη πρόταση, η συμφωνηθείσα τελικά λύση για την Κύπρο έχει μια σημαντική διαφορά. Δεν φορολογεί πλέον καταθέσεις αλλά περνάει στις Τράπεζες (μετόχους και καταθέτες) το βάρος διάσωσης του συστήματος. Ουσιαστικά οδηγεί στο κλείσιμο μιάς Τράπεζας (Λαικής) και στην συρρίκνωση μιάς άλλης (Κύπρου). Η λύση θα προκαλέσει πρακτικά διάλυση του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού τομέα της Κύπρου. Εχει όμως οικονομική λογική. Ο Τραπεζικός τομέας της Κύπρου οδηγήθηκε από μόνος του σε αδιέξοδο (με τρελές αγορές ελληνικών ομολόγων σε μια περίοδο μάλιστα που οι Γερμανο-Γαλλικές Τράπεζες πάσχιζαν να τα ξεφορτωθούν, υψηλότατα χωρίς αντίκρισμα επιτόκια και απίστευτα θαλασσοδάνεια) κι' αυτός οφείλει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Κι' όχι οι φορολογούμενοι της Κύπρου και άλλων χωρών. Δεν βάζει έτσι το κράτος χέρι άμεσα στις καταθέσεις (όπως όριζε η πρώτη παράλογη απόφαση του Eurogroup) και διατηρεί έτσι την αξιοπιστία της ΕΕ. Και την αφοσίωσή της στην ελευθερία των συναλλαγών. Ομως η Κύπρος θα περάσει πλέον δύσκολες οικονομικές ώρες.

Ένα μεγάλο όμως μέρος της κριτικής που ασκείται είναι εξ ίσου παράλογη. Οπου έγινε προσπάθεια να σωθούν οι Τράπεζες, κάκιστα κατά την γνώμη μου, με χρήματα των φορολογουμένων (Ιρλανδία, Βρετανία, ΗΠΑ, Ισπανία κλπ) θεωρήθηκε από πολλούς σκανδαλώδης. Γιατί ο απλός πολίτης να καλύψει τις χασούρες οικονομικών σπεκουλαδόρων που με δέλεαρ τα υψηλά επιτόκια προσέβλεπαν σε γενναίες προσόδους; Αφού δεν επρόκειτο να μοιρασθούν τα οφέλη γιατί να μοιρασθούν οι ζημιές; Σχεδόν οι πάντες έφερναν σαν παράδειγμα θάρρους την Ισλανδία. Που φορτώθηκαν οι ίδιες οι Τράπεζες, και οι αλλοδαποί ιδιαίτερα μεγαλοκαταθέτες, τις συνέπειες των αλόγιστων χρηματοπιστωτικών τους επιλογών.

Γιατί η ίδια πολιτική που αποφασίσθηκε τελικά να εφαρμοσθεί στην Κύπρο τώρα ενοχλεί; Και το περίφημο «ηρωικό» ΟΧΙ της Κυπριακής Βουλής μήπως δεν ήταν τελικά και τόσο ηρωικό; Αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός πως διέσωσε την αξιοπρέπεια της ΕΕ, διασώζοντας το Eurogroup από μιά απόφαση αντι-ευρωπαική, οικονομικά αντιδεοντολογική και καθαρά αντι-φιλελεύθερη, είναι φανερό πλέον πως το ΟΧΙ στόχευε στην διάσωση της ακεραιότητας των χρημάτων των μεγαλοκαταθετών – Κυπρίων και ξένων. Κι’ οδήγησε σε μια τελική δεύτερη απόφαση – οικονομικά πολύ περισσότερο συνεπούς με αρχές και θεσμούς – που όμως σάρωσε την ίδια την Κυπριακή οικονομία.

Για την Κύπρο, που δεν αντιμετωπίζει ακόμα - παρά τους παραλογισμούς Χριστόφια και ΑΚΕΛ να υπερδιπλασιάσουν τις περισσότερες κρατικές παροχές – το τεράστιο ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα, θα ήταν πολύ περισσότερο λογικό αν είχε προετοιμασθεί για να βγεί έγκαιρα από το ευρώ. Η υποτίμηση του νομίσματός της θα είχε σίγουρα δημιουργήσει κάποιες δυσκολίες αλλά ταυτόχρονα θα επέφερε και σημαντικά πλεονεκτήματα. Τώρα είναι σχεδόν σίγουρο πως σύντομα θα επέλθει και δημοσιονομική ασφυξία. Με αποτελέσματα παρόμοια με τα ελληνικά.

Με μια Ευρώπη που αδιαφορεί πλέον για ζητήματα αρχών (απόδειξη η κατ’ αρχήν αποδοχή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων) κι όλους έτοιμους να συντρίψουν την αγορά σαν μηχανισμό ανάκαμψης και δημιουργίας πλούτου, οι πυλώνες που στηρίζουν τις δημοκρατικές αντιλήψεις αρχίζουν ήδη να κλυδωνίζονται. Η δημοκρατία έχει σαν στήριγμα την πεποίθηση του πολίτη πως η ιδιοκτησία του προστατεύεται από αυθαιρεσίες και πως οι οικονομικές του συναλλαγές είναι σεβαστές κι’ απαραβίαστες. Αυτό είναι φανερό πως εγκαταλείπεται. Θα επιβιώσει, και πως όμως, η πίστη των λαών στη δημοκρατία;
Συνέχεια