Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Αρνητές της Δημοκρατίας και σκυθρωπές προοπτικές

Δεν εντυπωσιάσθηκα τόσο πολύ από τα ευρήματα δημοσκόπησης που δημοσίευσε η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» σχετικά με την αδιαφορία μεγάλου ποσοστού ερωτωμένων σχετικά με τις τύχες του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εκπληξη μου προκάλεσε ο αιφνιδιασμός των πολιτικών αρχών όπως και διάφορων δημοσίων προσώπων για τα σχετικά ευρήματα. Ολα αυτά που γίνονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όπως και η γενικότερη συμπεριφορά κατά το παρελθόν του πολιτικού συστήματος υπονόμευαν μεθοδικά την Δημοκρατία και προετοίμαζαν το έδαφος για την τελική της πτώση.

Ας αρχίσουμε από τα τελευταία. Είναι γνωστό πως η Δυτική Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία στηρίζεται πάνω στις αρχές της ελευθερίας των συναλλαγών και την προστασία της ιδιοκτησίας. Με άλλα λόγια η Δημοκρατία στηρίζει την αποδοχή της από τους πολίτες στην προστασία που τους παρέχει από κάθε είδους αυθαιρεσία. Ιδιωτική η κρατική. Οταν λοιπόν οι κυβερνήσειος των τελευταίων δύο κυρίως ετών έχουν με μανία επιδοθεί σε αυξήσεις κάθε είδους φορολογικών επιβαρύνσεων ενώ τα εισοδήματα ελαχιστοποιούνται εύλογα υπονομέυουν τις υποστηρικτικές τάσεις του εκλογικού σώματος προς την Δημοκρατία. Ιδιαίτερα μάλιστα με τις απίστευτες επιβαρύνσεις πάνω στην ιδιοκτησία, μέχρι του ορίου της ουσιαστικής της δήμευσης σε πολλές περιπτώσεις, εκμηδενίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά για πολλά κοινωνικά στρώματα η πίστη στην ανάγκη υπεράσπισης των δημοκρατικών θεσμών.

Σύμφωνα με τον εμπνευστή της επιστημονικοποίησης της μελέτης της πολιτικής, Καναδό καθηγητή των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ, Σικάγο και Καλιφόρνια (στο Ιρβινγ) David Easton (A Systems Analysis of Political Life, New York: Wiley, 1965), κάθε πολιτικό σύστημα – και ιδιαίτερα το δημοκρατικό - για να επιβιώσει θα πρέπει οι υποστηρίξεις που δέχεται από την κοινωνία να είναι περισσότερες από τα αιτήματα και τις δυσαρέσκειες. Στην ελληνική περίπτωση των ημερών μας οι υποστηρίξεις είναι από ασήμαντες έως ελάχιστες. Αντίθετα οι πιέσεις δυσαρέσκειας και απαιτήσεων διογκώνονται και περίπου εκχυλίζουν. Από αυτό και μόνο είναι αυτονόητο πως το δημοκρατικό πολίτευμα διακυβεύεται. Ο μοιραίος Πρόεδρος της χρεοκοπίας στην Αργεντινή σοσιαλιστής Ντε Λα Ρούα, είπε πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη πως «το λάθος μου ήταν που άφησα τον Υπουργό μου των Οικονομικών να αυξήσει τους φόρους. Από εκεί ήρθε το τέλος.» Εχω ξαναγράψει πως φοβάμαι, κι’ ελπίζω να κάνω λάθος, πως ο κ. Στουρνάρας θα είναι μοιραίος για την Ελληνική Δημοκρατία.

Οσον αφορά τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα για την αναπόφευκτη τελική υπονόμευση της δημοκρατικής πίστης έχει να κάνει κυρίως με την εμμονή των πολιτικών αρχών να ταυτίζουν την πολιτική με τις πελατειακές σχέσεις. Η Ελλάδα είναι μιά κοινωνία εκ προοιμίου προβληματική σε σχέση με την εφαρμογή δημοκρατικών διαδικασιών εγκατεστημέων στην Δύση από πολλές δεκαετίες. Η υιοθέτηση του σταυρού προτίμησης στην εκλογική διαδικασία (μοναχά στην Ελλάδα εφαρμόζεται από όλη την υπόλοιπη Ευρώπη) θεσμοθέτησε ουσιαστικά την προσοδοθηρία και το σύστημα του πάτρωνα – πελάτη στο σύνολο των πολιτικών σχέσεων. Η πολιτική έτσι στα μάτια των πολιτών ταυτίσθηκε με την καταβολή παροχών στους πολίτες και το δημόσιο έγινε μηχανισμός πλουτισμού για κάποιους και εξαίρεσης από πολλές οικονομικές δραστηριότητες για άλλους («ύποπτους» για κομμουνιστικές συμπάθειες τα μεταπολεμικά χρόνια). Με την κληρονομιά του Βυζαντινού σκοταδισμού και την θεοποίηση της απάθειας και της παθητικότητας ( βλ. σχετ. το εξαιρετικό καινούργιο βιβλίο του Π. Γεννηματά, Ελλάς: Δύση η Ανατολή; Εκδ. Ροές, Αθήνα, 2013) να κυριαρχεί στις αντιλήψεις μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού και με μιά στρεβλά δομημένη αστική τάξη (με την έννοια της απουσίας σχετικών κοινωνικών αξιών) να πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις, η «ξαφνική» οικονομική κρίση λειτούργησε σαν καταλύτης για την ανατροπή των πάντων.

Η συνήθης πρακτική της εναπόθεσης στον δημόσιο τομέα της ευθύνης για την εξασφάλιση ευημερίας, συνήθως με δανεικά, βόλευε ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό. Τα κόμματα εξουσίας μοιράζονταν τις ελπίδες και τις ικανοποιήσεις του κοινού για ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς είτε υπερθεμάτιζαν σε προτάσεις παροχών είτε αναλάμβαναν εργολαβικά την προστασία όσων βολεύονταν στο δημόσιο.

Μετά μάλιστα την «λαική απελευθέρωση» του 1981, από τα όποια δεσμά περιστασιακού η τεχνητού αστισμού (ολόκληρα επαγγέλματα είχαν στηθεί με κρατικές αδειοδοτήσεις και εγγυήσεις όπως ταξί, φορτηγά, περίπτερα, κομμωτήρια, επαρχιακά λεωφορεία κλπ) είχε γίνει προσπάθεια να επιβληθεί άνωθεν στην κοινωνία, η νοοτροπία του ανατολίτη καταφερτζή, περιφρονητή των νόμων, άγριου και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ατομιστή «εαυτούλη» καθώς και εκκωφαντικού βολεψάκια ήρθε ανεμπόδιστα στο προσκήνιο κυριαρχώντας παντού. Ο ρεμπέτης έλληνας έγινε ρόλος – σύμβολο στην νεωτερικότητα της χώρας και του λαού. Όλα τα βιώματα λαθρο-επιβίωσης, κόντρα και παρά το κράτος, που είχαν αναπτυχθεί στα καταπιεστικά για τον λαό χρόνια του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας επέπλευσαν άξαφνα κι έγιναν πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.

Ενα κράτος άξαφνα λοιπόν δίχως χρήματα τους άφησε όλους αιωρούμενους στο κενό. Και οι μαθημένοι όμως στην πελατειακή λογική πολίτες απότομα βρέθηκαν χωρίς προοπτικές. Φυσικό επακόλουθο δεν είναι βέβαια η στροφή προς περισσότερη δημοκρατία. Αλλά η στήριξη φορέων που αντιτίθενται στο σύστημα. Υποστήριξη των φασιστών φαντάζει στα μάτια πολλών εκλογέων σαν εκδίκηση κατά των εκπροσώπων του πελατειακού λαικισμού- και ουσιαστικά κατά της νεοελληνικής δημοκρατίας. Σε μια κοινωνία που ακόμη κυριαρχείται από τον δεσποτικό προστατευτισμό του θεοκρατικού Βυζαντίου της παρακμής, δύσκολα τώρα πιά θα μπορέσει να αναστραφεί το κλίμα και να υιοθετηθούν από την κοινωνία εκσυγχρονιστικές αλλαγές (πάταξη της φοροδιαφυγής, ορθολογική διαχείριση και συνετή διοίκηση, σεβασμός των αρχών της οικονομίας της αγοράς, ανταγωνισμός, ελεύθερα επαγγέλματα, πάταξη διαφθοράς και τόσα άλλα).

Οι προοπτικές, δίχως μιά ριζική στροφή προς την κατεύθυνση περιστολής του ρόλου του δημόσιου τομέα, είναι μάλλον σκυθρωπές.
Συνέχεια

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

«Φιλελεύθεροι» ή «Συντηρητικοί»;

Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ή δεδομένο: στην Ελλάδα ζουν και βασιλεύουν οι διαφωνίες για το αν η ευρύτερη παράταξη δεξιότερα του κέντρου (πέρα από τα συγκεκριμένα κόμματα-υποστάσεις της) είναι κυρίως και πρωτίστως «συντηρητική», με στοιχεία οικονομικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού, ή πρωτίστως «φιλελεύθερη», διανθισμένη απλώς με κάποια στοιχεία συντηρητισμού…


Η (Κεντρο)Δεξιά στην Ελλάδα μοιάζει να έχει καταλήξει στον αυτοπροσδιορισμό της: θεωρεί τον εαυτό της κυρίως και πρωτίστως «φιλελεύθερο». Από τον ιδρυτικό της «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, βασικό στοιχείο της γοητείας του οποίου είναι το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει ποιό είναι ακριβώς το περιεχόμενό του, μέχρι τον σημερινό «κοινωνικό φιλελευθερισμό» και τον γενικότερο «φιλελευθερισμό» που επικαλούνται τα στελέχη και οι νεολαίοι της ΝΔ όταν καλούνται να μιλήσουν για ιδεολογία – συνήθως, χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Ο Συντηρητισμός «μύριζε» πάντοτε στην Νέα Δημοκρατία, ως θεωρούμενος πως προάγει την στασιμότητα ή ως μη δημοφιλής, κι ας αυτοπροσδιορίζεται το 57% των Ελλήνων πολιτών ως «συντηρητικοί» σε δημοσκόπηση της Public Issue τον Νοέμβριο του 2009, πριν δηλαδή από την κρίση που «έστρεψε προς τα Δεξιά» την πολιτική μας γεωγραφία. Ο Συντηρητισμός θεωρείτο «στασιμότητα», δεν αναγνωριζόταν σε αυτόν η πολιτική ιδεολογία της πρόταξης και της ιεράρχησης αξιών όπως η παράδοση, η εργατικότητα, το καθήκον, το ήθος, το φιλότιμο, ο σεβασμός στους νόμους, η αγάπη για την αξιοπρέπεια και την ευταξία, η παραδεδομένη πείρα αιώνων, τα οξυμένα αντανακλαστικά φιλοπατρίας.

Η αντικατάσταση του συντηρητισμού με τον φιλελευθερισμό προβάλλετο ως «προοδευτική», ως εξωστρεφής, ως τρέντυ: ειδικά από τότε που άρχισε την προεδρία του ο Μέγας Σώγαμπρος της ελληνικής Δεξιάς, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, η ΝΔ άρχισε να αυτοαποκαλείται «η μεγάλη φιλελεύθερη παράταξη», σε αντιπαραβολή με το νοσηρά αυτάρεσκο «η μεγάλη δημοκρατική παράταξη» του ΠΑΣΟΚ. (Μαΐστωρ της διαστροφής των εννοιών, ο ιδρυτής και πρόεδρος του «Κόμματος Νεοφιλελευθέρων» (1977) δήλωσε προχθές απο διαδικτύου ότι «δεν υπάρχει η έννοια του νεοφιλελευθερισμού, ούτε στην θεωρία ούτε στην πράξη»).
Κανείς δεν ζήτησε έναν «αμιγή» συντηρητισμό, με εξορισμένο τον φιλελευθερισμό. Όμως, αν δεν μπλέξουμε με την πραγματικά μη συγκρίσιμη αμερικανική πολιτική γεωγραφία, ο ενθάδε αυτοπροσδιορισμός της (κεντρο)Δεξιάς ως πρωτίστως «φιλελεύθερης», όχι συντηρητικής,αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία – επιπολαιότητας και φοβικότητας…
Παντού στην Ευρώπη, το μεγάλο κεντροδεξιό κόμμα αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως ως συντηρητικό ή χριστιανοδημοκρατικό αλλά και με φιλελεύθερα στοιχεία/ανταύγειες, με ένα μικρό, αμιγώς φιλελεύθερο κομματίδιο να περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω του, επικουρικά. Μάλιστα, η δημοφιλία του φιλελεύθερου κομματιδίου είναι τέτοια, που συνήθως λαχταρούμε για το αν θα μπει στην επόμενη Βουλή – στην Ελλάδα σπανιώτατα ξεπέρασε το 1%…
-Στην Βρεττανία, η μεγάλη κεντροδεξιά αυτοαποκαλείται με σαφήνεια Conservative Party. Συγκυβερνά με το πολύ μικρότερο κόμμα των Liberal Democrats
-Στην Γερμανία, η κεντροδεξιά ταυτίζεται με την χριστιανοδημοκρατία. Το μεγάλο CDU (Christlich Demokratische Union) συγκυβερνά σήμερα με το μικρό και αλαζονικό FDP (Freie Demokratische Partei – Die Liberalen), το οποίο δεν προβλέπεται να επιβιώσει στην επόμενη Βουλή…
Μην κουράσουμε: και λοιπά, και λοιπά. Ας κοιτάξει κανείς στην στην Ιταλία, στη Γαλλία… Πουθενά δεν είχε το κατ’ εξοχήν κεντροδεξιό κόμμα την φαεινή ιδέα να θεωρήσει τον εαυτό της ως κυρίως φιλελεύθερο και όχι ως κυρίως συντηρητικό! Αρνούμενο, έτσι, την ψυχή της «βάσης» της και την ιδιοπροσωπία της παράταξης που αξιώνει να εκπροσωπήσει…
Το ζήτημα της αντιδιαστολής συντηρητισμού και φιλελευθερισμού χωράει πολλή συζήτηση και ανάλυση, εδώ απλώς θίγουμε το θέμα. Σημειώνουμε πάντως ότι ο συντηρητισμός με τον φιλελευθερισμό ενίοτε συγκρούονται, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά: σε επίπεδο θεμελίων, το κέντρο της αναφοράς του φιλελευθερισμού είναι το φυσικό άτομο, τα δικαιώματά του και οι ελευθερίες του, ενώ του συντηρητισμού η συλλογικότητα που συνοψίζεται με την λέξη «πατρίδα» – συλλογικότητα ευρύτερη από το απλό άθροισμα των «πολιτών». Αλλά και στο πολιτικό «δια ταύτα», οι αμιγείς συντηρητικοί και οι πραγματικοί φιλελεύθεροι βρίσκονται στα αντίπαλα στρατόπεδα σε ζητήματα όπως η υιοθεσία τέκνου από ζευγάρι ομοφυλοφίλων ή η θέση της εκκλησιαστικής ευσέβειας στον δημόσιο βίο, παραδείγματος χάριν. Ή στο πώς οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το συλλογικό μας παρελθόν και την Ιστορία… Η συνεργασία και η γόνιμη συμπόρευση είναι εφικτή μόνο επί τη βάσει της σαφούς επίγνωσης της ουσιώδους διαφοράς: ότι άλλο πράγμα ο συντηρητισμός και άλλο πράγμα ο φιλελευθερισμός… Το μπαστάρδεμά τους οδηγεί στην αυτο-ακύρωση και των δύο!
Αλλά υφίσταται και ένα άλλο ζήτημα αναφοράς: η Δεξιά είναι η Αριστερά «αντεστραμμένη», ή μια ουσιωδώς διαφορετική πρόταση για τον άνθρωπο, τον κόσμο, την κοινωνία, την ιστορία, την πολιτική; Διότι εξετάζοντας την κεντροδεξιά ως κυρίως και κατ’ εξοχήν «φιλελεύθερη» (είτε εν ενεργεία είτε εν δυνάμει), αποδεχόμαστε τον τρόπο της Αριστεράς για τον διαχωρισμό της πολιτικής γεωγραφίας: την πολιτική σου τοποθέτηση την ορίζει κυρίως και πρωτίστως η στάση σου απέναντι στην οικονομία. Αυτή η αντίληψη «ιστορικού υλισμού» (που ενίοτε καταλήγει… υστερικός υλισμός) βασιλεύει στον συνεπέστατα ιστορικο-υλιστικό, από την ανάποδη, φιλελευθερισμό, ο οποίος δεν αυτο-προτείνεται απλώς ως μια οικονομική μέθοδος ή μια πολιτική πρόταση, αλλά ως μια φιλοσοφική κοσμοθεωρία, που δίνει δικό της περιεχόμενο σε θεμελιώδεις έννοιες όπως η «ελευθερία» κλπ. (Άλλωστε, κατά τον Λούκατς, ο ιστορικός υλισμός είναι ταυτόχρονα και η αυτοσυνειδησία του καπιταλισμού). Ο συντηρητισμός όμως δεν ορίζει την Πολιτική ως απλή συνάρτηση των οικονομικών επιλογών του κράτους ή των «ατόμων», με όλα τα άλλα ως «εποικοδόμημα» – δεν είναι μια «Αριστερά από την ανάποδη». Αντιθέτως! Ειδάλλως καταλήγει απλώς ένα «γαλάζιο ΣΥΡΙΖΑ»… Όπως ακριβώς συμβαίνει με τις απόψεις ουκ ολίγων «φιλελεύθερων κεντροδεξιών» περί εθνικών θεμάτων και θεσμικής-κοινωνικής ελευθεριότητας!
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την παραπάνω παράθεση κάποιων απόψεων θα ήταν η ζωντανή συζήτηση αυτοπροσδιορισμού που ενδεχομένως θα μπορούσαν αυτές να προκαλέσουν… Χορεύουμε;

Σωτήρης Μητραλέξης
Συνέχεια

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σκότωσε τον ευρωλιγούρη που κρύβεις μέσα σου



Δεν θα υπάρχουν πολλές χώρες στον κόσμο όπου η τοπική ελίτ έχει αναγάγει ένα κόμπλεξ κατωτερότητας σε εθνική ιδεολογία.

Κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο γεγονός τύπου διαφήμιση Στανίση/Jumbo ή παλαιότερα ομορφάντρας/Cosmote και μπάμιες/Γερμανός, δίνεται η ευκαιρία στις τοπικές μανταμσουσούδες να βγάλουν το άχτι τους ενάντια στον «Μπύθουλα». Είναι πολύ “άτυχη” η ελίτ της Ελλάδας που εδώ και 190 χρόνια διοικεί ένα έθνος που είναι τόσο ανίκανο να καταλάβει πόσο τυχερό είναι να έχει μια τόσο πεφωτισμένη τάξη ανθρώπων να το καθοδηγεί. Οι ιθαγενείς συνεχώς αρνούνται τον εξευρωπαϊσμό.

Σε διαφημίσεις όπως οι παραπάνω, ένας λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να δει πολλά στοιχεία διακωμώδησης της ελληνικής πραγματικότητας. Όμως το μόνο που μπορούν να δουν οι εν Ελλάδι μανταμσουσούδες είναι η ενίσχυση των πολιτισμικών αξιών του «Μπύθουλα». Οι μανταμσουσούδες αδυνατούν ακόμα και να κατανοήσουν απλές διαφημίσεις γιατί απλούστατα πάσχουν σοβαρά στον τομέα της ανάλυσης και της αυτογνωσίας. Η ευρωλιγούρα δεν είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα, δεν έχει αρχές ούτε στοιχειώδη κριτήρια επιλογής και ανάλυσης. Η ευρωλιγούρα είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο.

Η ευρωλιγούρα είναι η ασθένεια του ιθαγενή που δεν ξέρει τι έχει και που δεν μπορεί να καταλάβει τι θέλει να πάρει. Είναι μια τριτοκοσμική κατανόηση του ευρωπαϊκού άλλου όπου τα επιτεύγματα ενός διαφορετικού πολιτισμού, βάρβαρα συνοψίζονται σε κάποιες φιγούρες της τρέχουσας πολιτικής ζωής. Για τον ευρωλιγούρη η Ευρώπη ξεκινάει κάπου στον Ζακ Ντελόρ και τελειώνει με Όλι Ρεν. Ο ευρωλιγούρης όχι μόνο δεν καταλαβαίνει το έθνος που τον γέννησε, αγνοεί πλήρως και την Ευρώπη που τόσο άβουλα θέλει να αντιγράψει.

Για παράδειγμα, απ’ αυτόν το Ιούνιο το ελληνικό κράτος έχει αποφασίσει ότι θα θεωρεί τον κάθε Έλληνα πολίτη δωρητή σώματος. Για να μην θεωρηθείς δωρητής σώματος, θα πρέπει να περάσεις πρώτα από την γραφειοκρατική διαδικασία που έχει ορίσει ο νομοθέτης. Πρόκειται περί ενός νόμου που βρίσκεται σε σαφή αντιδιαστολή με την ευρωπαϊκή επινόηση και κατάκτηση της κυριαρχίας που χαίρει το άτομο πάνω στο σώμα του. Όμως η “φιλελεύθερη” Νέα Δημοκρατία δεν καταργεί αυτόν το τόσο κρατικιστικό και ανελεύθερο νόμο του ΠΑΣΟΚ. Οι απανταχού φιλελεύθερες ομάδες και η πλειάδα οργανώσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου σιωπούν ως σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Ο μόνος θεσμός που έχει αντιδράσει για αυτό το νόμο τερατούργημα είναι η Εκκλησία της Ελλάδος, το κατεξοχήν μαύρο πρόβατο των απανταχού ευρωλιγούριδων. Παρεμπιπτόντως, αυτός ο νόμος ήταν επινόηση του “ευρωπαϊστή” και “εκσυγχρονιστή” Ανδρέα Λοβέρδου... 



Το τι ακριβώς συνιστά σε κάθε θέμα την ευρωπαϊκή παράδοση, το τι πρέπει και μπορεί να αφομοιώσει ο Ελληνισμός, δεν είναι μια απλή και εύκολη συζήτηση. Αυτό όμως που θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον κάθε ένα ξεχωριστά είναι ότι η παρούσα πολιτική τάξη με έδρα τις Βρυξέλλες δεν είναι η πηγή εξευρωπαϊσμού του οποιανδήποτε. Αντιθέτως, πολύ εύκολα μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι η πολιτική τάξη των Βρυξελλών μεταβάλλεται μέρα με την μέρα σε ένα πιο συγκεντρωτικό και ανελεύθερο δεσποτάτο ανατολίτικου τύπου. Αν η Κωνσταντινούπολη ήταν η νέα Ρώμη, οι Βρυξέλλες είναι η νέα Υψηλή Πύλη.

Αν θέλει να δει κάποιος πόσο εκτός ελληνικής και ευρωπαϊκής πραγματικότητας βρίσκεται η ελληνική ευρωλιγούρικη ελίτ δεν έχει παρά να αναλογισθεί το πιο αποτελούσε μέχρι προσφάτως το ιδεώδες ευρωπαϊκής διακυβέρνησης στην Ελλάδα - οι κυβερνήσεις του κ. Σημίτη. Έτσι το τσιμεντο-πασάλειμμα της Ελλάδας, η τυφλή υποταγή στην Υψηλή Πύλη των Βρυξελλών και η εκμετάλλευση παντός είδους πόρου για την μεγέθυνση ενός βαθύτατα διεφθαρμένου κρατισμού περνούσαν στα ΜΜΕ, στην ακαδημία και στους καθώς πρέπει κύκλους ως αναγκαία βήματα προς τον εξευρωπαϊσμό της χώρας.

Τουλάχιστον εκ των υστέρων θα έπρεπε να είναι οφθαλμοφανές σε όλους ότι ο κ. Σημίτης έκτιζε μπανανία στην βαλκανική χερσόνησο. Βλέποντας τι έχει βγάλει μια μερική έρευνα των τότε κυβερνήσεων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στον μέλλον ο κ. Σημίτης θα μπορούσε να συγκαλέσει υπουργικό συμβούλιο στον Κορυδαλλό. Το μόνο πράγμα που αποτρέπει ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι η συνταγματική αθώωση υπουργών που η κυβέρνηση του επέβαλε. Αν είσαι ευρωλιγούρης, που σημαίνει ότι δεν έχεις κάποια σοβαρά κριτήρια αξιολόγησης, ακόμα δεν έχεις καταλάβει τι έγινε και γιατί.
Συνέχεια

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Επιρρεπείς στον φασισμό

Βρίσκεται η Ελλάδα στα πρόθυρα αντι-δημοκρατικών εξελίξεων; Στο πολύ ενδιαφέρον κομμάτι του σχετικά με την κρίση του ευρώ (Financial Times, 4 Μαρτίου 2013) ο Gideon Rachman ξεχωρίζει την Ελλάδα σαν την μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα απ’ αυτές που επλήγησαν από την κρίση, που είναι επιρρεπής στον φασισμό.

Το εξηγεί αυτό από το γεγονός ότι η Αθήνα έχει υποστεί την χειρότερη καταιγίδα μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από ολόκληρο τον Ευρωπαικό Νότο. Κατά συνέπεια, ο λαός είναι πιο πιθανό να αφουγκράζεται τα ανατρεπτικά λαϊκίστικα συνθήματα που στοχοποιούν τους μετανάστες και τους ξένους γενικά σαν τους κύριους υπεύθυνους των περισσότερων από τα δεινά που υφίσταται η κοινωνία. Το άρθρο, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει την καρδιά του κοινωνικού προβλήματος που επιτρέπει στον φασισμό να βρίσκει πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης.

Είναι η μακροχρόνια συμβίωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος με τις πελατειακές σχέσεις που έχει προκαλέσει τις σημερινές πολιτικές παραμορφώσεις. Από τότε που καθιερώθηκε η νέα ελληνική δημοκρατία τα πολιτικά κόμματα έκαναν τα πάντα ώστε οι πολίτες να εξοικειωθούν με την ιδέα πως η πολιτική εξαντλείται στην επιδίωξη διανομής των λαφύρων κάθε εκλογικής νίκης. Ο λαός περίμενε κάθε φορά από τα κόμματα την μοιρασιά των υπεσχημένων, αμέσως μετά την ανάδειξή τους στην εξουσία. Σε περίπτωση αδυναμίας η άρνησης εκπλήρωσης των όποιων προεκλογικών γενικών η ατομικών δεσμεύσεων, το φυσικό επακόλουθο ήταν η αλλαγή πολιτικής πλεύσης και η στήριξη εκ μέρους του απογοητευμένου εκλογέα ενός άλλου κόμματος.

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα ποτέ δεν φρόντισαν να εκπαιδεύσουν το εκλογικό σώμα για την πραγματική έννοια και το ουσιαστικό περιεχόμενο της Δημοκρατίας. Γι’ αυτό τα πάντα είχαν στηριχθεί στην εξασφάλιση για τους κομματικούς πιστούς των μεγαλύτερων δυνατών κρατικών παροχών. Αν οι απαραίτητοι σχετικοί πόροι δεν ήσαν διαθέσιμοι με βάση τα δημόσια οικονομικά, οι κυβερνήσεις κατέφευγαν στον εξωτερικό δανεισμό. Ακόμα κι αν ήταν ολοφάνερο πως τα δανεικά αυτά δεν θα μπορούσαν να αποπληρωθούν. Στην Κύπρο λχ η οικονομική κατάσταση ήταν βιώσιμη. Μέχρι που το ΑΚΕΛ αποφάσισε να κάνει «κοινωνική πολιτική» και να μοιράσει, δίχως αντίκρισμα, αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε όλοι…

Η κρίση ξύπνησε Έλληνες στην πραγματικότητα της αληθινής οικονομικής πολιτικής. Τους βούτηξε ωστόσο παράλληλα πολύ βαθιά στην απογοήτευση με τη δημοκρατία. Αλλαγή κομματικών προτιμήσεων δεν είναι δυνατόν πλέον να λύσει το πρόβλημα της αδυναμίας παροχών και λειτουργίας πελαταιακών κυκλωμάτων. . Το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον στην μία η την άλλη παράταξη. Είναι το σύστημα που δεν μπορεί πλέον να αποδώσει τα υπεσχημένα. Το βάρος για την αδυναμία της Δημοκρατίας να εκπληρώσει κομματικές προσδοκίες φορτώνεται τώρα σε όλα τα παραδοσιακά κόμματα. Τα μεν εκπληρούσαν τους όρους του ελληνικού πελατειακού συστήματαο τα δε άλλα, της Αριστεράς, υπερθεμάτιζαν σε προτροπές για παροχές και τακτοποιήσεις. Μόνο οι φασίστες υπάρχουν που αρνούνται το σύστημα. Μέσα από αυτούς, το "προδομένο" πελατειακό σύστημα μπορεί να πάρει την εκδίκησή του. Γι ' αυτό και η Χρυσή Αυγή φαίνεται να αυξάνεται σταθερά στις δημοσκοπήσεις.

Η δυσκολία για τους εταίρους του συνασπισμού είναι ότι με τις δραστηριότητές τους που συμβάλλουν στην πρόοδο της άκρας δεξιάς. Επιτίθενται στην ιδιωτική ιδιοκτησία, που αποτελεί βασικό πυλώνα της φιλελεύθερης Δυτικής αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης, υπονομεύοντας έτσι την αφοσίωση του κόσμου στη Δημοκρατία. Επιμένουν στη βαριά φορολογία και σε περικοπές σε συντάξεις και μισθούς, σέρνουν τα πόδια τους για να εμποδισθούν οι όποιες φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και αρνούνται πεισματικά την μείωση του αριθμού των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.

Εν ολίγοις, ο φασισμός έχει την τιμητική τους στην Ελλάδα όχι μόνο λόγω των οικονομικών δυσκολιών της χώρας. Αλλά, κυρίως, διότι τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά κόμματα δεν είχαν μυήσει τους Έλληνες στην πραγματική ουσία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς και στην λειτουργία μιας ανοιχτής οικονομίας.
Συνέχεια