Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Ενώ το καζάνι βράζει...

Οφείλω να επισημάνω, για τελευταία ίσως φορά αφού δεν έχει νόημα να προειδοποιείς και να σε αγνοούν, πως βρισκόμαστε στα πρόθυρα τραγικών κοινωνικών εξελίξεων. Η οικονομική κατάσταση μεγάλων λαικών στρωμάτων καθημερινά χειροτερεύει. Υπάρχουν πλέον πολυπληθείς οικογένειες δίχως καθόλου μηνιαίο εισόδημα. Τα έτοιμα τελειώνουν, και για πολλούς, έχουν ήδη στερέψει. Τα εισοδήματα μικραίνουν συνεχώς. Ολες όμως οι δημόσιες παροχές υπηρεσιών ακριβαίνουν ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις γίνονται περισσότερο επαχθείς.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Αυτό που είναι ακατανόητο είναι η συνεχιζόμενη εμμονή της κυβέρνησης στα δημόσια έσοδα. Και στις περικοπές μισθών και συντάξεων. Και η περίεργη απάθεια στον τομέα της μείωσης του κράτους. Τα περί μείωσης ελλειμμάτων δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική εφ’ όσον είναι γνωστό πως κατά κύριο λόγο αυτό οφείλεται στην άρνηση του δημοσίου να εκπληρώσει ανειλημμένες του υποχρεώσεις και να πληρώσει εκκρεμείς του λογαριασμούς. Ο δημόσιος τομέας πεισματικά δεν μειώνεται. Η απόλυση 2.000 περίπου «επίορκων» μέχρι το τέλος του μήνα κοντεύει να γίνει ανέκδοτο (με το ερώτημα να παραμένει – αν δεν υπήρχαν οι πιέσεις των δανειστών αυτοί θα παρέμεναν στο δημόσιο;). Οι ισχύουσες πολλαπλές νομικές οδοί διαφυγής για τους περισσότερους από αυτούς υπάρχουν, και αυτονόητα θα χρησιμοποιηθούν. Ελάχιστοι στην πραγματικότητα θα φύγουν. Η κυβέρνηση δυστυχώς δεν είναι αποφασισμένη να διώξει κόσμο από το δημόσιο. Αυτή είναι η γυμνή πραγματικότητα.

Και επιμένει το οικονομικό επιτελείο σε μέτρα αδρανοποίησης της αγοράς που καταφέρνουν να εξοντώσουν τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και να οδηγήσουν την ανεργία σε απίστευτα ύψη (περίπου 1 εκ, τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι μέχρι τώρα!). Με την εμμονή μοναχά του Πρωθυπουργού έχουν γίνει και κάποια πράγματα. Που τα βλέπουμε στην αναβάθμιση της χώρας από τους Fitch και την πτώση των spreads των ελληνικών ομολόγων. Αυτά όμως δεν είναι αρκετά. Διότι δεν αντανακλούν στην τσέπη του μέσου πολίτη και δεν τον διευκολύνουν να αντιμετωπίσει την απίθανα πιεστική του καθημερινότητα. Η αδυναμία προώθησης των βασικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η εμμονή σε φόρους που φτάνουν ουσιαστικά και σε δήμευση ατομικών περιουσιών συνιστούν την βασική αιτία της κυβερνητικής αρρυθμίας.

Θύμα τελικά θα είναι η κοινωνική ειρήνη και η δημοκρατική τάξη. Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω την προειδοποίηση πως η δημοκρατία δεν στέκεται πλέον καλά στα πόδια της. Οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο είναι δύο. Η προστασία των συναλλαγών και η φροντίδα της ατομικής ιδιοκτησίας. Και οι δύο τομείς στην Ελλάδα είναι υπό διωγμό. Ολο και λιγότεροι άνθρωποι κατά συνέπεια έχουν λόγους να μάχονται για την υπεράσπισή της. Αν συνυπολογίσουμε το γεγονός πως ο κόσμος των δύο άκρων – δεξιά και αριστερά – δεν πιστεύουν στα δημοκρατικά ιδεώδη, ιδιαίτερα κάτω από την αντίληψη του δυτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος. Στενεύει λοιπόν πολύ ο κύκλος των πολιτών που έχουν λόγους να θέλουν την επιβίωση του δημοκρατικού συστήματος. Αν σε αυτά προστεθούν και έντονες τάσεις οργής, χάους και επιθετικότητας που χαρακτηρίζουν τις αντιλήψεις και συμπεριφορές σήμερα ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας, που δεν έχει τίποτα να χάσει από την κατάσταση ακυβερνησίας και κατάρρευσης των κανόνων νόμου και τάξης, τα σύννεφα κινδύνου πυκνώνουν ανησυχητικά.

Οι κυβερνώντες χρειάζεται να αφυπνισθούν. Και να φροντίσουν τις ρωγμές που δημιουργούνται στον κοινωνικό ιστό. Σε βάρος ακόμη και συμφωνιών του Μνημονίου. Που μπορεί άνετα να τηρηθεί εφ όσον η κυβέρνηση αποφασίσει να αντικαταστήσει κάποιες επιλογές φορολογικών επιβαρύνσεων με αποφάσεις μείωσης εξόδων (μείωσης ουσιαστικά του κράτους), γραφειοκρατικών περικοπών και απελευθέρωσης αγορών και οικονομικών δραστηριοτήτων.

Η τραγωδία βρίσκεται πολύ κοντά αν και πάλι αδρανήσουμε…
Συνέχεια

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Η Big Society του Cameron, ο «φιλελεύθερος κοινοτισμός» και ο νέος ελληνικός συντηρητισμός…



Η συζήτηση ξεκίνησε με την ανάγκη να διαμορφωθούν πολιτικά προτάγματα γηγενή, σχετιζόμενα με τις εδώ ανάγκες, την εδώ κοινωνία και την εδώ ιστορία, και όχι «εισαγόμενα μεταχειρισμένα», τα αδιέξοδα των οποίων συχνά γευόμαστε – άλλοτε λόγω της πλημμελούς εφαρμογής τους, και άλλοτε λόγω της… δυστυχώς εντελούς εφαρμογής τους στα καθ’ ημάς.

Η συζήτηση συνεχίστηκε με την έκπληξη της διατύπωσης ενός φιλελεύθερου κοινοτισμού. Ο… κοινοτιστής της παρέας περιέγραψε τα βασικά στοιχεία του ελληνικού κοινοτισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ριζική αποκέντρωση, αφού ένα κράτος με τον μισό του δημογραφικά γερασμένο πληθυσμό στην πρωτεύουσα έχει μετρημένα τα ψωμιά του: πόροι, φόροι, πολιτική, ευθύνη και εφαρμογή ανήκουν στην κοινότητα, ούτε στο «ελεύθερο» φυσικό άτομο ούτε σε ένα τεράστιο συγκεντρωτικό κράτος. Το κεντρικό κράτος ρυθμίζει τα της άμυνας, των διεθνών σχέσεων, των μεταφορών στον εθνικό κορμό (τραίνα, αυτοκινητόδρομοι) και τα πολύ βασικά της δημόσιας εκπαίδευσης. Η αυτοδιοίκηση ορίζει και συλλέγει τους φόρους, «φτιάχνει» σχολεία, «χτίζει» νοσοκομεία – σε συνεργασία με άλλες αυτοδιοικήσεις φυσικά. Αποφασίζει, εφαρμόζει και πληρώνει. Όχι υπερβολικά μακριά από τα ελβετικά καντόνια που σχεδίασε ο Ιωάννης Καποδίστριας δηλαδή. Ο… φιλελεύθερος της παρέας, Νίκος Γεωργιόπουλος, πετάχθηκε από την θέση του: «μα αυτό που περιγράφετε είναι πραγματικά φιλελεύθερο, σχεδόν… ακραία νεοφιλελεύθερο!». Είδε σε αυτόν μια νέα θέαση της οικονομίας μακριά από τον ξοφλημένο κρατισμό, μια φιλελεύθερη δομή του κράτους και έναν νέο αντικρατισμό, ο οποίος «θα εξασφαλίσει την συνέχεια των παραδοσιακών κοινωνικών θεσμών, αλλά και τον αναγκαίο εκμοντερνισμό της οικονομίας». Ακόμα και στο «μεσαιωνικό» παράδειγμα ότι το φορολογικό υποκείμενο κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, του λεγόμενου Βυζαντίου, δεν είναι το άτομο, αλλά η κοινότητα, κάτι το οποίο εμείς προτάξαμε ως «αντι-φιλελεύθερο» καθ’ ότι «αντι-ατομικιστικό», ο φιλελεύθερος διαβλέπει το παρά τοις οικονομολόγοις λεγόμενο risk sharing ή pooling, έναν καθ’ όλα σύγχρονο οικονομολογικό όρο. Συνήγορος και των δύο μας μεταξύ άλλων ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος περιγράφει ένα κράτος με φιλελεύθερες δομές που περιλαμβάνει από συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού και μείωση του αριθμού των βουλευτών μέχρι διευρυμένη αυτονομία στην αυτοδιοίκηση, αναφερόμενος ρητώς στις κοινότητες. Και εγένετο «φιλελεύθερος κοινοτισμός»…

Φανταστείτε την έκπληξή μας όταν διαπιστώσαμε ότι πολλά από τα στοιχεία του «ιθαγενούς πολιτικού προτάγματος» συμπίπτουν με την πολιτική φιλοσοφία που προσπαθεί να μεταγγίσει από το 2010 ο πρωθυπουργός David Cameron στο βρεττανικό Conservative Party. (Σημείωση: φιλοδοξούμε να συζητήσουμε για ιδέες, όχι για το πώς και πόσο καλά εφαρμόστηκε το τάδε ή το δείνα σε μια κοινωνία άσχετη με την ελληνική, στην βρεττανική κοινωνία). Ο Cameron, με μέντορα τον κοινωνιοκεντρικό Συντηρητικό Phillip Blond και το βρεττανικό think tank του, ResPublica, εισήγαγε το πρόταγμα της «Μεγάλης Κοινωνίας» (Big Society). Μεγάλη Κοινωνία, μικρό κράτος. Σύμφωνα με το Μανιφέστο των Συντηρητικών του 2010, η Big Society (α) δίδει στις τοπικές κοινωνίες μεγαλύτερες εξουσίες: κοινοτισμός και αποκέντρωση (β) ενθαρρύνει τους πολίτες να αναλάβουν εθελοντικά μεγαλύτερο ρόλο στις κοινότητές τους (γ) μεταφέρει την εξουσία από την κεντρική κυβέρνηση του συγκεντρωτικού κράτους στην τοπική αυτοδιοίκηση (δ) υποστηρίζει πρωτοβουλίες επιχειρηματικότητας και αλληλεγγύης των ομάδων πολιτών (ε) μεγιστοποιεί την κυβερνητική διαφάνεια, δημοσιεύοντας τα κυβερνητικά αρχεία.

Η Big Society ευαγγελίζεται την περιστολή του ρόλου του κράτους και την δυναμική ενθάρρυνση του κοινοτισμού/της τοπικής κοινωνίας, του εθελοντισμού, της εξωστρεφούς δράσης από την αίσθηση του ανήκειν σε τοπική κοινότητα. Ομάδες πολιτών και τοπικές κοινότητες ενθαρρύνονται να δημιουργήσουν κοινοτικές επιχειρήσεις για να αναλάβουν τη λειτουργία τοπικών ταχυδρομείων, βιβλιοθηκών, σχολείων, μέσων συγκοινωνίας, της οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής τους. Δηλαδή, η Big Society φιλοδοξεί να μεγιστοποιήσει τον ρόλο των πολιτών και να ελαχιστοποιήσει τον ρόλο του κράτους, να δώσει χώρο για να γεννηθούν οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες, επικεντρώνοντας στην τοπική ομάδα, όχι στο φυσικό άτομο. Σημειώνουμε ότι στην Ελλάδα υφίσταται και θάλλει η «μαφία της αυτοδιοίκησης» επειδή οι πόροι προέρχονται από αλλού, από το φοροσυλλέγον κεντρικό απρόσωπο κράτος, και οι τοπάρχες απλώς το… λεηλατούν. Σε μια ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση όπου τους πόρους-φόρους θα τους οριοθετούσαν και θα τους συνέλεγαν οι ίδιοι οι αυτοδιοικούντες, οι οποίοι θα έπρεπε να κανονίσουν και τον… λογαριασμό και να λογοδοτήσουν σε πραγματικά πρόσωπα γι’ αυτόν, τα πράγματα θα άλλαζαν εν μια νυκτί.

Αυτά, στην χώρα την δική τους: άλλοι, άλλα, σ’ άλλες. Το πώς εφαρμόστηκε αυτό στην Μεγάλη Βρεττανία είναι μια ξεχωριστή ιστορία, μα φανταστείτε την δυναμική και την γονιμότητα του γεγονότος ότι τέτοιες συντηρητικές ιδέες συναντώνται και αλλού: ο φιλελεύθερος ευφραίνεται, ο κοινοτιστής ενθουσιάζεται, ο «παραδοσιοκράτης» συντηρητικός αποθεώνεται, πραγματώνοντας με συντηρητικά υλικά την πραγματική πρόοδο της κοινωνίας, την ορμή της προς το μέλλον με τις ρίζες της στο παρελθόν.

Γιατί όμως αυτά και άλλα πολλά θα έπρεπε να εκφραστούν στην Ελλάδα κάτω από την «μαρκίζα» του συντηρητισμού, ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού; Τί το «συντηρητικό» υπάρχει στην φιλοδοξία να αλλάξεις τα πάντα;

Το θέμα εδώ είναι διττό. Αφ’ ενός, το εδώ προτεινόμενο πρόταγμα είναι να εφοδιαστούμε με τα καλύτερα, τα πλέον ζείδωρα στοιχεία από το παρελθόν μας, την ταυτότητά μας, την αργόσυρτη διάρκειά μας για να εκτιναχθούμε μπροστά. Αυτό είναι ένα «συντηρητικό» πρόταγμα εξ ορισμού… Αφ’ ετέρου, ο Συντηρητισμός έχει το εξής στοιχείο: ευθυγραμμίζεται με την παγκοσμίως μία από τις δύο παρατάξεις του εκάστοτε πολιτικού φάσματος, την οποία η ελλαδική Δεξιά απαρνείται, αρνούμενη να αυτοπροσδιοριστεί έτσι. Παράλληλα όμως είναι εξ ορισμού γηγενής: η τάδε ή η δείνα ιδεολογία, ο Σοσιαλισμός ή ο Φιλελευθερισμός ή η Σοσιαλδημοκρατία ή η Χριστιανοδημοκρατία, αποτελούν όπου δήποτε της γης ένα συγκεκριμένο σύστημα ιδεολογίας και πολιτικής, με μικρές και σημαντικές διαφοροποιήσεις, υποκατηγορίες κλπ. Ο οικουμενικός όμως Συντηρητισμός είναι.εξ ορισμού εντόπιος, η διατήρηση/συντήρηση και γόνιμη αξιοποίηση των ιδιαίτερων θησαυρών της εκάστοτε κοινωνίας και ιστορίας. Όπως σημειώσαμε και παλαιότερα, ο ελληνικός συντηρητισμός δεν θα μπορούσε βέβαια να συνίσταται στην εγκαθίδρυση…. βικτωριανών ή πιετιστικών αξιών, οι οποίες αποτελούν τον συντηρητισμό άλλων κοινωνιών! Έτσι, ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός θα ήταν απολύτως παγκόσμιος και απολύτως εντόπιος εν ταυτώ… Κάτι που κανένας άλλος ιδεολογικός αυτοπροσδιορισμός δεν μπορεί να το διασώσει.

Γι’ αυτό και ριζοσπαστικές αναλύσεις όπως αυτή του Θ. Ζιάκα θα χωρούσαν στην πολιτική γεωγραφία μόνο κάτω από έναν μεγάλο Συντηρητικό πόλο: δηλαδή, μαζί με όσους θέλουν να εκτιναχθούν στο μέλλον με εφόδιο τα πολύτιμα μαργαριτάρια του παρελθόντος, όχι με όσους βλέπουν στην αργόσυρτη διάρκειά μας μόνο ένα βαρίδι που μας αποτρέπει να απογειωθούμε και να γίνουμε σαν «τους άλλους, που έχουν προοδεύσει» – με όλην την ξιπασιά που αυτή η οπτική φέρει μαζί της.

Γιατί ας μην ξεχνάμε και το εξής: στην σημαδεμένη από την Μεταπολίτευση Ελλάδα, κάθε αναγνώριση ελληνικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, ταυτότητας και ελληνικότητας συνιστούσε, καλώς ή κακώς, συντηρητισμό. Τραβήξαμε πολλά γι’ αυτό μέχρι τώρα. Ήρθε η ώρα όμως να κάνουμε την αδυναμία μας δύναμη…

Επίσης, ο συντηρητισμός αποτελεί σήμερα «κενό γράμμα» στην Ελλάδα, έννοια-tabula rasa. Στην Μεταπολίτευση υφίστατο ιδεολογικό διωγμό και σήμαινε εξ ορισμού τα χειρότερα, ήταν μόνο ψόγος και σκώμμα, ποτέ αυτοπροσδιορισμός.Όμως η εποχή Μετά την Μεταπολίτευση έρχεται με γοργούς ρυθμούς, και με αυτήν έρχεται και η αποκατάσταση της πολιτικής έννοιας του συντηρητισμού. Δηλαδή, σήμερα στην αυγή της νέας εποχής, μας καλεί να τον επανεφεύρουμε… Ο επανεφευρίσκων αμοιφθήσεται!

Υφίσταται όμως κι ένας ακόμα λόγος που επιμένουμε να αναφερόμαστε σε συντηρητισμό. Αρκετά με τις πομπώδεις ονομασίες που δε σημαίνουν τίποτα. Αρκετά με τα politically correct που δεν… στενοχωρούν κανέναν, αλλά και δεν ενθουσιάζουν κανέναν. Πήξαμε στὰ fancy! Ριζοσπαστική Κίνηση Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας, Νέα Μεταρρυθμιστική Ριζοσπαστική Ανασυγκρότηση, Δημοκρατική Ανανεωτική Πρωτοπορία… Έλεος! Απλά πράγματα από ‘δω και μπρός: Συντηρητισμός. Ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός.

«Μας έφαγες με τις κοινότητες! Οι κοινότητες είναι το πιο επείγον ζήτημά μας τώρα, με την κρίση, την ύφεση και την κοινωνία στα όρια της λιμοκτονίας;» Όχι. Όμως κάτι τέτοια παράγουν την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην Πολιτική με όραμα και στην διαχειριστική πολιτική. Άλλωστε, το μακροπρόθεσμο όραμα γονιμοποιεί με ορμή, στόχευση και κουράγιο την τρέχουσα πολιτική διαχείριση: η διαχειριστική πολιτική χωρίς συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο όραμα απλώς τελεί εν αναμονή του επόμενου διαχειριστή που θα την εκθρονίσει. Ναι, καλείσαι να διαχειριστείς τα εδώ και τα τώρα, και καλά θα κάνεις να τα διαχειριστείς με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Πέρα όμως από την διαχείριση των τρεχόντων και την βιοτική μέριμνα, οραματίζεσαι την Ελλάδα διαφορετικά; Και εννοώ πραγματικά διαφορετικά; Έχεις αυτήν την δυνατότητα, και την παρρησία να το βροντοφωνάξεις; Αυτό είναι το ερώτημα…


Σωτήρης Μητραλέξης

ΥΓ: Σε όσους θεωρούν καλοπροαίρετα ότι ο ελληνικός κοινοτισμός αποτελεί οψιγενές ιδεολόγημα του 20ού αιώνος, αφιερώνουμε την ανάλυση του Ι. Π. Κοκκώνη το… 1828, η οποία συνοψίζεται στην φράση του «είναι αναγκαιότατον να συνταχθώσιν εις όλους τους ελευθερωμένους τόπους τα Κοινά». («Περί πολιτειών περί των εις σύνταξιν και συντήρησιν αυτών, και περί πολιτικής κυβερνήσεως / Σύνοψις συνταχθείσα υπό Ι. Π. Κοκκώνη Πελοποννησίου επ΄ αγαθώ της Ελλάδος», τ. 1, Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Κ. Εβεράρτου, 1828-1829). Ρίξτε μια ματιά στο παράρτημα Α΄ (σ. 340 ως 370 περίπου του 2ου .pdf) με τίτλο «Περί του οποίον είδος Πολιτεύματος αρμόζει εις την αναγεννώμενην Ελλάδα». Μόνον μία από τις πολλές, πολλές, πολλές, πολλές πηγές. Ο δε ερευνητικός και συγγραφικός μόχθος του Κωνσταντίνου Καραβίδα και του Πανταζόπουλου κατά τον 20ό αιώνα καταδεικνύει εκτενώς και με ακρίβεια το με ποιούς ακριβώς θεσμούς λειτουργούσαν οι περίφημες κοινότητες.
Συνέχεια

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το τερατούργημα λογοκρισίας του κ. Σαμαρά



Η σοσιαλμανία δεν ήταν απλά μια μόδα για την Νέα Δημοκρατία την δεκαετία του 70. Με εξαιρέσεις, αποτέλεσε τον ιδεολογικό άξονα του κόμματος. Ο κ. Σαμαράς αντίθετα από αυτά που έλεγε πριν γίνει αρχηγός της ΝΔ και πρωθυπουργός, είναι “άξιος” συνεχιστής της σοσιαλμανίας της ΝΔ. Ο νόμος λογοκρισίας που η κυβέρνηση του θα περάσει είναι διαμετρικά αντίθετος προς στις αρχές ενός κόμματος που θέλει να είναι φιλελεύθερο και δεξιό.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κάποιος είναι η ταυτόσημη αντιμετώπιση όλων των ΜΜΕ σ’ αυτό το νομοσχέδιο. Δεν υπάρχει ίχνος αντίδρασης σε έναν νόμο λογοκρισίας, παρόλο που θα περίμενε κανείς ότι ο δημοσιογραφικός κόσμος θα ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος σε θέματα ελευθερίας του λόγου. Αυτό το οργουελιανό τοπίο γίνεται ακόμα πιο παράξενο αν σκεφτεί κανείς ποιες ήταν οι αντιδράσεις στα ΜΜΕ μετά από την σύλληψη του «Γέροντα Παστίτσιου». Ή, αν πάμε πιο πίσω ακόμα σε ένα πιο σχετικό γεγονός, θα πρέπει να θυμηθούμε την μεγάλη αντίδραση που είχε δημιουργήσει ο νόμος της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την απαγόρευση της δημοσιοποίησης των προκηρύξεων των τρομοκρατικών οργανώσεων.


Δεν θα μπορούσε κανείς να βρει πιο απτό παράδειγμα σύνδεσης βίας και λόγου. Για παράδειγμα η τρομοκρατική οργάνωση 17Ν μετά από κάθε δολοφονία έστελνε και μια πολυσέλιδη προκήρυξη στις εφημερίδες, οι οποίες φρόντιζαν να της δώσουν την μεγαλύτερη δυνατή προβολή. Οι τρομοκρατικές οργανώσεις με τις δολοφονίες τους, όχι μόνο εξόντωναν πολιτικούς αντιπάλους, αλλά αποκτούσαν και μια μεγάλη πανελλαδική πλατφόρμα για να εκφράσουν τις αριστερίστικες αμπελοσοφίες τους. Αν υπήρχε ποτέ νόμος λογοκρισίας που μπορούσε να στοιχειοθετήσει την σχέση βίας και λόγου ήταν αυτός ο νόμος της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τις προκηρύξεις των τρομοκρατών. Όμως τότε τα ΜΜΕ, το ΠΑΣΟΚ, η τότε αριστερά (σήμερα Συριζα και Δημαρ) καθώς και ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ρουπακιώτης, είχαν ορθά και σφόδρα αντιδράσει σε έναν νόμο που θα έβαζε το κράτος να ελέγχει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να δημοσιεύουν οι εφημερίδες.


Η τότε τους αντίδραση σε ένα νόμο λογοκρισίας και η σημερινή υποστήριξη τους σε ένα ακόμα πιο αντιφιλελεύθερο και λογικά αστήρικτο νόμο λογοκρισίας είναι ένα καραμπινάτο παράδειγμα υποκρισίας. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα αν σκεφτεί κανείς ότι η πολιτική τάξη που έχει αφήσει την Ελλάδα να γίνει ένα ελεύθερο πεδίο εγκληματικότητας, αποφάσισε ξαφνικά ότι θα είναι πρέπον να αρχίσει να αστυνομεύει απόψεις. Ο ίδιος ο υπουργός που δίνει άδειες σε δολοφόνους και βιαστές να βγαίνουν από την φυλακή και που επιπλήττει “αυστηρούς” στο έγκλημα δικαστές ως «ακτιβιστές», είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης που έχει αποφασίσει ότι οι σκέψεις και ο λόγος του πολίτη εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του.


Το βράδυ του Σαββάτου στα Κτίσματα Ιωαννίνων ένας Αλβανός κακοποιός, που πιθανότατα το έσκασε πρόσφατα από τις φυλακές, αφού λήστεψε 30 κατοίκους σε ένα καφενείο, σκότωσε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στο σπίτι τους. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ: «οι αστυνομικοί πάγωσαν όταν βρήκαν νεκρό το άτυχο ζευγάρι! Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιατροδικαστικής Θεόδωρου Βουγιουκλάκη, οι δύο ηλικιωμένοι είχαν χτυπηθεί με πρωτοφανή αγριότητα στο κεφάλι πάνω στα κρεβάτια τους, ίσως και μέσα στον ύπνο τους! Ο άγνωστος δράστης είχε παραβιάσει την πόρτα του σπιτιού και είχε αιφνιδιάσει τους άτυχους ηλικιωμένους. Τους σκότωσε, άρπαξε τα κλειδιά του αγροτικού και διέφυγε με αυτό.»


Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τους κυρίους Σαμαρά και Ρουπακιώτη να εξηγούν στους κατοίκους των Κτισμάτων Ιωαννίνων ότι μπορεί οι εγκληματίες να αλωνίζουν ελεύθερα την περιοχή τους, αλλά σύντομα το κράτος θα αφιερώνει χρόνο και χρήμα για να αστηνομεύει τις απόψεις τους μήπως και είναι ρατσιστικές. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τους κυρίους Σαμαρά και Ρουπακιώτη να εξηγούν στους συγγενείς των δολοφονηθέντων ηλικιωμένων, γιατί η δολοφονία των δικών τους συγγενών είναι στα μάτια της ελληνικής δικαιοσύνης κατώτερης σημασίας, γιατί απλούστατα τα θύματα ήταν Έλληνες, ο θύτης Αλβανός και ο λόγος του όπως δήλωσε στην αστυνομία: «Γιατί έτσι μου ήρθε!».


Ο κατεξοχήν στόχος τέτοιων νομοθετημάτων όπως αυτό που σύντομα θα περάσει η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά δεν είναι η ρατσιστική βία ούτε και η Χρυσή Αυγή. Σκοπός είναι η στοχοποιήση και η περιθωριοποίηση όλων των Ελλήνων πολιτών που βρίσκουν την εισβολή των λαθρομεταναστών και το πολυπολιτισμικό μέλλον που ετοιμάζεται γι’ αυτούς χωρίς αυτούς ως μια νέα εθνική τραγωδία.


Όπως έγραψε ο μπλόγκερ aulus στο mos maiorum, «τα όρια του τι θεωρείται ρατσισμός από τους προοδευτικούς είναι εξαιρετικά ελαστικά: πρακτικά θεωρείται ο,τιδήποτε δεν περιγράφει την (λαθρο)μετανάστευση ως αυτονόητα θετική, ωφέλιμη, αναγκαία, αναπόφευκτη. Και η παραμικρή επιφύλαξη δεν συγχωρείται, η αλήθεια δεν αποτελεί άλλοθι.» Σκοπός αυτού του άθλιου νομοθετήματος είναι να περιορίσει το δημόσιο λόγο στα στενά ιδεολογικά όρια που βολεύουν την άκρα αριστερά, μιας και θα ήταν υπερβολικά δύσκολο να πεισθεί δημοκρατικά ένα ολόκληρο έθνος στην αυτοακύρωση του.

Είναι κατανοητό γιατί ο κ. Ρουπακιώτης και οι όμοιοι του θέλουν να περάσει ένας τέτοιος νόμος. Η αριστερά δεν πιστεύει στο δικαίωμα του ατόμου να σκέφτεται και να μιλά ελεύθερα. Αλλά οι υποτίθεται κατεξοχήν εκπρόσωποι των αρχών της αστικής δημοκρατίας τι δουλειά έχουν με τέτοια νομικά τερατουργήματα;
Συνέχεια

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ ένας ελληνικός συντηρητισμός;



Με την αφορμή του άρθρου «Φιλελεύθεροι» ή «Συντηρητικοί»; αναπτύχθηκε ένας ενδιαφέρων διάλογος, ο οποίος υπογράμμισε το έλλειμμα διασάφησης των όρων που χρησιμοποιούμε για να συνεννοηθούμε οι ευρισκόμενοι δεξιώτερα του πολιτικού κέντρου.

Πέρα από την ζωντάνια και γονιμότητα συγκεκριμένων τοποθετήσεων στα σχόλια, η «αύρα της Μεταπολίτευσης» πνέει ακόμα, με την ανιδεολογική προσπάθεια να οριστούν ιδεολογικοί όροι με νόρμες επεξηγήσεων ριζικά άσχετων με ιδεολογικές συντεταγμένες, όπως στην περίπτωση του ομιχλώδους καραμανλικού «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», σχετικά με το περιεχόμενου του οποίου σημειώθηκε τέλειο αδιέξοδο. Δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα να αναρωτηθούμε τί ακριβώς περιεχόμενο θα μπορούσε να έχει ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός: το ερώτημα που πρέπει να τεθεί προ πάσης εργασίας είναι το γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ μέχρι σήμερα αυτός ο νέος ελληνικός συντηρητισμός.

«Διυλίζετε τον κώνωπα και θεωρητικολογείτε για το φύλο των αγγέλων, ενώ τα προβλήματά μας είναι απολύτως πρακτικά», θα μπορούσε να αντιτείνει ο καλοπροαίρετος συνομιλητής. Όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι εντελώς διαφορετικό το να προκύπτει φυσικά μια πολιτική πρόταση διαχείρισης των «δημοσίων πραγμάτων» από την ιδεολογία, δηλαδή από το κοσμοσύστημα ιδεών, αρχών και αξιών, και εντελώς διαφορετικό το να επαγγέλλεται ένας πολιτικός φορέας «καλύτερη διαχείριση» και «καλύτερες μέρες». Εν πολλοίς είναι η έκλειψη της ιδεολογίας είναι που κάνει την πολιτική να εκπίπτει σε προϊόν και την ουσία να υποκαθίσταται από την επικοινωνία. Η έκλειψη της ιδεολογίας είναι ταυτόχρονα και ένα από τα εργαλεία της κομματοκρατίας για να επιβάλλεται, να αναπαράγεται και να μακροημερεύει: το συγκεκριμένο όραμα και πρόταγμα απειλεί την διατήρηση και την συνοχή της κομματοκρατίας, πυλώνας της οποίας είναι ότι «εμείς» είμαστε καλύτεροι διαχειριστές από τους «άλλους», μετατρέποντας έτσι την πολιτική αρένα σε ανταγωνισμό «δημοκρατικών» φέουδων, όχι διαφορετικών στοχεύσεων, οραμάτων, προταγμάτων. Τα περισσότερα στελέχη της σημερινής κομματοκρατίας θα βρίσκονταν σε ιδιαιτέρως δύσκολη θέση αν εκαλούντο να διατυπώσουν συγκεκριμένα, πειστικά και με ιδεολογικούς όρους το πρόταγμα του φορέα τους για την κοινωνία: είναι απλώς διαχειριστές ή υπάλληλοι συστημάτων. Η διαχειριστική πολιτική μπορεί να υποσχεθεί μόνο ευημερία – ασχέτως με το αν μπορεί και να την εγγυηθεί. Η πραγματική πολιτική όμως δεν μπορεί παρά να εμφορείται από όραμα – το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι συγκεκριμένο, μια συγκεκριμένη προτεινόμενη κατεύθυνση για την κοινωνία διαφορετική από τις άλλες, όχι ευχολόγια ή γενικολογίες. Η αναζήτηση της συγκεκριμένης ιδεολογίας λοιπόν καμακώνει την κομματοκρατία με το καμάκι του ήλιου, διότι διαχωρίζει την ήρα από το σιτάρι: αυτούς που θέλουν και μπορούν από τα καχεκτικά εκβλαστήματα της κομματοκρατίας…

Πίσω στο ερώτημα γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ ένας ελληνικός συντηρητισμός: στην Ελλάδα, και δη δεξιώτερα του κέντρου, παρατηρείται αενάως μια ιδιότυπη φοβία για την δόμηση γηγενούς πολιτικού προτάγματος. Πολλοί από εμάς ίσως να εντοπίζουν τον ιδεολογικό αυτευνουχισμό της Δεξιάς αποκλειστικά στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, δεν είναι όμως έτσι: ήδη τα ιδρυτικά μας κόμματα, το «Γαλλικόν», το «Αγγλικόν» και το «Ρωσσικόν», εγκεντρίζουν την ελληνική πολιτική σκηνή στο βασίλειο του μεταπρατισμού, της μίμησης ξένων προτύπων, «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες», όπως κανοναρχεί θεοείκελος ο Σεφέρης. Στο παρόν σημείωμα θα προσπαθήσουμε να δούμε τις αιτίες πριν και πέρα από την Μεταπολίτευση.

Υφίστανται λοιπόν τρείς εγγενείς παραταξιακές δυσπλασίες, περίπου ανέκαθεν υπάρχουσες:

(α) Στην ελληνική Δεξιά παρατηρείται ένα μόνιμο πνευματικό χάσμα λαού (παραταξιακής «βάσης») και πολιτικής κεφαλής, πολιτικού «λαού και Κολωνακίου». Η «βάση» είναι παραδοσιοκεντρική (όχι ακριβώς traditionalist conservative), η κεφαλή μεταπρατική. Η «βάση» είναι συντηρητική, η «κεφαλή» ακκίζεται να αυτοπροσδιορίζεται φιλελεύθερη. Αδύνατον να προκύψει ιθαγενής πολιτική σκέψη… Αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται μόνο στα πολιτικώς δεξιώτερα του κέντρου, αλλά σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Σημειώνει διαυγώς ο Οδυσσέας Ελύτης: «Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μία μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! (…) Εχουμε την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω, και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής» («Ελευθερία», 15 Ιουνίου 1958).

(β) Ο μεταπρατισμός αυτός έχει πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα στο πεδίο της ιδεολογίας: επιχειρείται να φορεθούν σαν καπέλο στους ενθάδε τάλαινες υπηκόους ιδεολογήματα άσχετα με τον τόπο, την παράδοσή του, την ψυχοσύνθεση του λαού του, τους ιστορικούς του εθισμούς. Με αποτέλεσμα άλλοτε την ηχηρή παραφωνία και άλλοτε, απλώς, την αποτυχία. Και για να μην νομίζουν κάποιοι ότι μιλώ πάλι για τον φιλελευθερισμό: δεν θα υπήρχε μεγαλύτερο καλαμπούρι από το ενδεχόμενο εγχείρημα μετεμφύτευσης της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας στο ελληνικό έδαφος ως «φυσιολογικής» ιδεολογίας του ελληνικού συντηρητισμού! Αυτό κι αν είναι ένα ξένο ιδεολόγημα: η «Χριστιανοδημοκρατία» προκύπτει από ρωμαιοκαθολικές και προτεσταντικές αντιλήψεις περί κοινωνίας, ανθρώπου, κράτους, ηθικής και θεσμών, και σε κάθε πτυχή της η αντίστοιχη αντίληψη που εκκρίνεται φυσικώ τω τρόπω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό είναι η… αντίθετη! Η επιβολή ενός τέτοιου ξένου σώματος στην Ελλάδα ως «δεξιάς ιδεολογίας» θα ήταν πραγματικά χριστιανοπολιτικός παρενδυτισμός. Ο συντηρητισμός της Μάργκαρετ Θάτσερ συνίστατο εν πολλοίς στην επιρροή της από τις βικτωριανές αξίες. Ένας ελληνικός συντηρητισμός δεν θα συνίστατο φυσικά στην… εγκαθίδρυση βικτωριανών βρεττανικών αξιών! Κι όμως, η ετοιqμότητα της εκάστοτε ελλαδικής Δεξιάς για μεταπρατική μετεμφύτευση αποδεικνύεται πάντοτε ανεξάντλητη. Και λοιπά, και λοιπά, περίπου για κάθε εισαγόμενη μεταχειρισμένη ιδεολογία.

(γ) Ίσως η πιο καίρια εγγενής παραταξιακή δυσπλασία είναι η ακόλουθη: στο εξωτερικό, στις κοινωνίες όπου δομήθηκε ο διαχωρισμός σε «Δεξιά» και «Αριστερά» όπως τον ξέρουμε σήμερα αλλά και στην Αμερική, η Αριστερά είναι ταυτισμένη με την προάσπιση της συλλογικότητας, της κοινωνίας, κάτι που οι δεξιοί θεωρούν κολλεκτιβισμό, ενώ η Δεξιά με την προάσπιση της ελευθερίας και των συμφερόντων του ατόμου, της ελευθερίας κινήσεών του. Το κέντρο βάρους της Αριστεράς είναι στο Σύνολο και της Δεξιάς στο Άτομο. Στην Ελλάδα όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! Η Δεξιά υπερασπίζεται την «παραδοσιακή» συλλογικότητα ως κοινωνία, ως έθνος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά – μιλάει για οικογένεια, θεσμούς συνοχής, συλλογική παράδοση αιώνων, αυτά προσπαθεί να συντηρήσει. Ενώ η Αριστερά είναι που εισάγει ιδεολογικά τον ατομικισμό ως πολιτική πρόταση, με το βάρος στα «δικαιώματα του ατόμου» και στις επιλογές αυτοπροσδιορισμού του, στο άθροισμα ατόμων ως συντεχνίας που διεκδικεί δικαιώματα κλπ. (εδώ εκτίθενται εκ των πραγμάτων πολύ σχηματικά και περιληπτικά όλα αυτά, σε βαθμό αφέλειας). Στην Ελλάδα, κυρίως η Δεξιά προτάσσει το Σύνολο και την αξία του και κυρίως η Αριστερά τα δικαιώματα του Ατόμου και την αξία τους… Η Αριστερά εισάγει τον ατομικιστικό μηδενισμό των πάντων, που συλλογικά μεταφράζεται σε εθνομηδενισμό – και η παραταξιακή βάση της Δεξιάς προβάλλει αντίσταση (κι ας υπερασπίζεται ως υπουργός η κα. Γιαννάκου τον ρεπούσιο εισοδισμό στα σχολεία παντί τρόπω). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Δεξιά καθίσταται κολλεκτιβιστική! Εδώ θα ήταν ιδιαιτέρως διαφωτιστικά τα δοκίμια κοινωνικής οντολογίας του Θεόδωρου Ζιάκα, στα οποία αναλύεται εξαντλητικά το γιατί ο ελληνικός προσωποκεντρισμός είναι πέρα και από τον κολλεκτιβισμό και από την ατομοκρατία. Φυσικά εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε ένα «προστατευόμενο είδος», με όλα τα πρόσημα αλλαγμένα. Διασώζουμε όμως καίρια στοιχεία διαφοράς, διότι ερχόμαστε, ιστορικοκοινωνικά, «από αλλού» σε σύγκριση π.χ. με τον γαλλικό, τον αγγλικό ή τον γερμανικό λαό, στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα και συνέπειες στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ε, αυτό η Δεξιά δεν λέει να το καταλάβει, «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» ότι η Δεξιά προασπίζει το άτομο και η Αριστερά το σύνολο…. Προσπαθούν να «τρέξουν» τον ελληνικό λαό με λάθος… manual – με το «βιβλίο οδηγιών» άλλων λαών, ιστοριών, κοινωνιών!

Αυτό δεν σημαίνει, όπως ξαναείπαμε, κολλεκτιβισμό! Ούτε και «μεγάλο κράτος» (έχουμε άλλωστε ήδη διατυπώσει νύξεις σχετικά με το ενδεχόμενο ενός «φιλελεύθερου κοινοτισμού»). Ένας υποθετικός Έλληνας συντηρητικός δεν θα «συντηρούσε» την κατάσταση του άρρωστου κρατισμού, θα την άλλαζε τελείως, σμικραίνοντας ριζικά το κράτος: όχι όμως λόγω κάποιου θέσφατου για το «ελάχιστο κράτος» ή το μεγαλείο των ατόμων, αλλά επειδή οι συντηρητικές αξίες του θα ήταν ασυμβίβαστες με την αναξιοκρατία, την αναξιοπρέπεια, την αργομισθία και την αναποτελεσματικότητα του νεοελλαδικού κρατισμού και της σήψης του…

Ο συντηρητισμός δεν προτάσσει την «συντήρηση μιας κατάστασης», αλλά την διατήρηση κάποιων αξιών και την γονιμότητά τους για ριζικές αλλαγές. Όπως σημειώνει ο Βρεττανός Συντηρητικός Phillip Blond, «τι πρέπει να συντηρήσουν οι Συντηρητικοί: την οικογένεια, τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις παραδόσεις. Αν δεν το κάνουμε θα δημιουργήσουμε ανήθικα, απομονωμένα άτομα που επιδιώκουν τις πιο επιζήμιες μορφές κέρδους». Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε κάποια παλιά εμφυλιακή «Δεξιά», αλλά η εφεύρεση μιας παράταξης που σήμερα εκπροσωπείται χωρίς να υφίσταται – ή, για την ακρίβεια, υφίσταται χωρίς να εκπροσωπείται… Συντηρητισμός για να αλλάξουν όλα, λοιπόν!

Όσο δε για την έννοια της «προόδου», όπως ορθοτόμησε φίλος σχολιαστής, «ο συντηρητικός δεν επιθυμεί την κατάργηση της συλλογικότητας, του συναισθήματος του συνανήκειν, την απάλειψη της ιστορικής μνήμης, της παράδοσης και των υγιών παραδοσιακών αξιών στο όνομα μιας ντετερμινιστικά θεωρούμενης αέναης «προόδου», την αντικατάσταση του πατριωτισμού με τον «φορολογικό» ή «πολιτικό» «πατριωτισμό», τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας (τον «κομμουνισμό του 21ου αιώνα»). Δεν πιστεύει πως η πορεία του ανθρώπου στη γη είναι a priori μια διαρκής πρόοδος ή μια διαρκής μάχη μεταξύ προόδου και συντήρησης, όπου τελικά πάντοτε νικά η πρόοδος». Ακριβώς!

Το ενδεχόμενο διατύπωσης ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού θα χρειαζόταν πολλή, πολλή δουλειά. Τί χρειάζεται για να διατυπωθεί το πρόταγμα σε αξιακό και ιδεολογικό επίπεδο; Πρώτα απ’ όλα, διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα – Μακρυγιάννη, τα πεζά του Ελύτη, τα πεζά του Σεφέρη, Ίωνα Δραγούμη, Θουκυδίδη, Παπαδιαμάντη, και άλλα πολλά. Αυτά τα «λογοτεχνήματα» δομούν πολιτική πρόταση – για όποιον έχει μάτια να κοιτάξει. (Φυσικά, αυτό δεν μπορούν να το κάνουν τα στελέχη του κομματικού σωλήνα – εξ ορισμού…)

Οι ανακατατάξεις της κρίσης είναι εξ ορισμού γόνιμες για τέτοιες διεργασίες. Είναι σαφές: ή τώρα ή ποτέ! Σε αυτά εδώ τα χρόνια που διανύουμε θα κριθεί το αν η ελληνική Δεξιά θα συνεχίζει να μουρμουρίζει «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» για όλο το επόμενο πολιτικό τέρμινο, ή αν θα καταφέρει να συλλαβίσει την αλήθεια της και να γεννήσει ένα ελληνικό πολιτικό πρόταγμα…


 Σωτήρης Μητραλέξης
Συνέχεια