Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Τι ήξερε ο νομπελίστας για τον Άκη Τσοχατζόπουλο;


Ο Τζέιμς Μπιουκάναν μπορούσε να διαβάσει τον Άκη Τσοχατζόπουλο και την ελληνική πραγματικότητα σαν ανοιχτό βιβλίο. Διαβάζοντας τον Μπιουκάναν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ο Τσοχατζόπουλος δεν είναι ο πρώτος, ούτε και ο τελευταίος και γιατί η Ελλάδα αδυνατεί να βγει από την κρίση.

Ο Τζέιμς Μπιουκάναν (James Μ Buchanan) έγινε γνωστός και κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1986 για την συμβολή του σε αυτό που λέγεται οικονομικά της δημόσιας επιλογής. Είναι ο τομέας των οικονομικών που ασχολείται με το πως οι αποφάσεις παίρνονται στο πολιτικό πεδίο από πολιτικούς, γραφειοκράτες και ψηφοφόρους. Ο Ambrose Bierce στο εξαιρετικό «Λεξικό του Διαβόλου», δίνει ένα ορισμό της πολιτικής που βρίσκεται σχετικά κοντά σε αυτό που ήθελε να κάνει κατανοητό ο Μπιουκάναν. Η πολιτική, έγραψε ο Bierce, είναι «Μια σύγκρουση συμφερόντων μεταμφιεσμένη σαν ένας διαγωνισμός αρχών. Η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων για ιδιωτικό όφελος.»

Αν ρωτήσεις τον μέσο πολίτη πολύ σύντομα θα σου περιγράψει την πολύ αρνητική άποψη που έχει για τους πολιτικούς, τους γραφειοκράτες και τους υπόλοιπους ψηφοφόρους. Όμως, όταν ο ίδιος πολίτης ερωτηθεί για το ποιες πολιτικές θα ήθελε, επιλέγει εκείνες που θα μετέφεραν ακόμα περισσότερο χρήμα και εξουσίες σε ένα σύστημα που ήδη θεωρεί εντελώς απαξιωμένο. Αυτό το λάθος δεν το κάνει μόνο ο μέσος πολίτης, αλλά και ο μέσος συνταγματολόγος, οικονομολόγος, ακαδημαϊκός, πολιτικός και όλοι όσοι έχουν υποτίθεται μια πιο εξειδικευμένη άποψη για το θέμα. Γενικά, όλοι μας βλέπουμε τα χάλια των πολιτικών, και ταυτόχρονα, σχεδόν όλοι υποστηρίζουμε ένα πολιτικό σύστημα που προϋποθέτει ότι όλοι όσοι εμπλέκονται στην πολιτική διαδικασία ενεργούν ως άγγελοι, πράγμα που προφανώς δεν ισχύει.

Οι πολιτικές αποφάσεις μπορεί να παίρνονται στο όνομα της κοινωνίας, αλλά ουσιαστικά πάντα είναι άτομα αυτά που τις παίρνουν. Αυτά τα άτομα ποτέ δεν παύουν να κάνουν μια προσωπική εκτίμηση για τα κόστη και τα οφέλη μιας πολιτικής απόφασης. Το θέμα εδώ δεν είναι να καταργήσουμε την πολιτική, αλλά να καταλάβουμε τα όρια της και πως τα άτομα λειτουργούν στο συγκεκριμένο πεδίο. Ο Μπιουκάναν λέει ότι αν απλά πάψουμε να έχουμε μια ρομαντική εικόνα για την πολιτική θα μπορούμε να καταλήξουμε σε κανόνες και συστήματα που δημιουργούν περισσότερα οφέλη απ΄ότι ζημιές για την κοινωνία.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μπιουκάναν, «Η Δημοκρατία των Ελλειμμάτων», που γράφτηκε το 1977, μπορεί να δει ο αναγνώστης με πόση ακρίβεια ο Μπιουκάναν περιγράφει μια πολιτική κατάσταση που είναι ακριβώς ότι συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια. Γιατί και πως η τάξη των πολιτικών δεν έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να αγοράζει ψήφους δημιουργώντας ελλείμματα που κάποιοι άλλοι θα χρυσοπληρώσουν αργότερα.

Κατανοώντας τον Τζέιμς Μπιουκάναν καταλαβαίνουμε επίσης γιατί η Ελλάδα μετά από τρία χρόνια πρωτοφανούς κρίσης αδυνατεί να αλλάξει. Η πολιτική τάξη είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει ένα σύστημα που της επιτρέπει να θησαυρίζει προσωπικά, να δημιουργεί ομάδες προνομιούχων, να αποφασίζει ποιος κερδίζει και ποιος χάνει στην αγορά και να μπορεί να εξαγοράζει συνειδήσεις με τα χρήματα του φορολογούμενου. Η πολιτική τάξη μπορεί να αλλάξει πολλά, εκτός από το σύστημα που της δίνει μια απεριόριστη δυνατότητα να διαχειρίζεται χωρίς ουσιαστικά όρια και περιορισμούς τον πλούτο των Ελλήνων πολιτών.

Ο κ. Σαμαράς δεν θα προσλάμβανε τον κ. Παπουτσή ούτε και για πορτιέρη στην πολυκατοικία του, όμως τον διορίζει στην Παγκόσμια Τράπεζα προς χάριν μιας πολιτικής συναλλαγής με τον κ. Βενιζέλο. Επίσης σε περίοδο χρεοκοπίας, η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει «60 νέες γραμματείες, εταιρείες, επιτροπές, οργανισμούς, δήθεν ρυθμιστικές αρχές, διευθύνσεις και λοιπές υπηρεσίες», τις οποίες τα άτομα του κομματικού μηχανισμού θα εκμεταλλευθούν για προσωπικό και κομματικό όφελος. Και γι’ όλα αυτά να είναι καλά το κορόιδο ο φορολογούμενος.

Φαίνεται σαν τίποτα να μην μπορεί να σταματήσει την πολιτική τάξη να απλώνει τα ξερά της στο πορτοφόλι του φορολογούμενου προκειμένου να αποκτήσει οικονομικά και πολιτικά προνόμια γι’ αυτήν και τις παρασιτικές ομάδες που την ακολουθούν. Πάντως, ένα σύνταγμα που θα είχε έναν συγκεκριμένο, περιορισμένο και σαφή κατάλογο εξουσιών που μπορεί να ασκεί το κράτος, σε συνδυασμό με έναν ουσιαστικό διαχωρισμό των εξουσιών, θα ήταν μια καλή αρχή.

Υ.Γ.1: Από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Κρήτης κυκλοφορεί το εξαιρετικό βιβλίο του Φρεντερίκ Μπαστιά, «Η Σπασμένη Τζαμαρία». Είναι μια εύκολη και σύντομη εισαγωγή στην πολιτική οικονομία. Όταν θα το έχετε διαβάσει, αμέσως θα καταλάβετε το πόσο άσχετοι είναι οι πολιτικοί με τα οικονομικά και γιατί χρεοκοπήσαμε.

Υ.Γ.2: Η “στήλη” επιστρέφει τον Σεπτέμβριο.
Συνέχεια

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Το πρόβλημα με τα παιδιά του κομματικού σωλήνα

Μιλάμε συχνά για τα στελέχη του κομματικού σωλήνα, για το πόσο σημαντική είναι η μετάβαση από ένα πολιτικό προσωπικό που το αποτελούν εκείνα σε ένα πολιτικό προσωπικό που θα αποτελείται από ανθρώπους της πραγματικής κοινωνίας – ειδάλλως ακόμα και η διαχείριση καθ’ εαυτήν δεν μπορεί παρά να είναι αναιμική. Γιατί όμως επιμένουμε σε αυτό; Είναι έτσι τα πράγματα, ή η κυρίως χρήση στελεχών του «κομματικού σωλήνα» αποτελεί μια φυσική και αναμενόμενη λειτουργία της πολιτικής; Εν τέλει, ποιό είναι το πρόβλημα με τον «κομματικό σωλήνα»;
 
Tο πρόβλημα με τα κόμματα της Μεταπολίτευσης είναι το δεδομένο και οριστικό διαζύγιό τους από την κοινωνία. Λειτουργούν ανεξάρτητα και απομακρυσμένα από αυτήν, η επικοινωνία του κλειστού συστήματος του εκάστοτε κομματικού μηχανισμού με την πραγματικότητα είναι συνήθως προσχηματική, ένα αναγκαίο κακό για την ανανέωση της παροχής πολιτικής εξουσίας στο κόμμα. Σε αυτά τα πλαίσια, ένα τέτοιο κόμμα δεν αντλεί τα στελέχη του από την κοινωνία, αλλά τα δημιουργεί εξ απαλών ονύχων σε δικούς του «δοκιμαστικούς σωλήνες». Ας πάρουμε το συνηθέστερο σήμερα παράδειγμα, αυτό των κομματικών νεολαιών και κυρίως της παρουσίας τους στο πανεπιστήμιο. Αυτή η διαδικασία απομακρύνει σταδιακά το υποψήφιο στέλεχος από την πραγματικότητα όπως την γνωρίζουν οι υπόλοιποι συμπολίτες του: από τους βαθμούς στο πανεπιστήμιο μέχρι την είσοδο (;) στην αγορά εργασίας, από την στρατιωτική θητεία μέχρι τον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώνεται η παραμικρή εργασία και υποχρέωση, το «παιδί του (κομματικού) σωλήνα» γνωρίζει την ζωή με άλλους όρους, με άλλον τρόπο από αυτόν των συνομηλίκων συμπολιτών του: έχει μόνον ακουστά τον σπουδαστικό μόχθο στο πανεπιστήμιο, την πάλη και την απελπισία της αναζήτησης μιας θέσης στον ήλιο της αγοράς εργασίας, τις καθ’ ημέραν δυσκολίες συνδιαλλαγής με το δημόσιο, δεν τα έχει βιώσει πραγματικά, έχει μόνον ακούσει να μιλούν γι’ αυτά, άρα δεν δύναται και να προσφέρει πραγματικές λύσεις σε αυτά. Η μόνη πρόσβαση στην πραγματικότητα είναι μέσω γαλάζιων, πράσινων ή ροζ παραμορφωτικών φακών. Όμως δεν είναι αυτό το πραγματικό, το μέγιστο πρόβλημα. 


Το πραγματικό, το μέγιστο πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο βιοπορισμός διασφαλιστεί, είτε εμμέσως είτε άμεσα, από τις διεργασίες του κομματικού σωλήνα. Αντιθέτως, όταν κάποιος π.χ. πανεπιστημιακός εμπλέκεται στην πολιτική ή εκλέγεται, το ενδεχόμενο να απεμπλακεί ή να μην επανεκλεγεί δεν συνεπάγεται παύση του βιοπορισμού του: απλώς επιστρέφει στο προηγούμενό του επάγγελμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα παιδιά του σωλήνα: ο εξοστρακισμός από την πολιτική, η απώλεια της εύνοιας των ανθρώπων-κλειδί, η αποτυχία επανεκλογής συνεπάγονται παύση του βιοπορισμού, ξαφνικό βιοποριστικό πρόβλημα. Όσο ανιδιοτελής ή οραματιστής κι αν τυγχάνει κάποιος πριν εισέλθει στα συγκεκριμένα γρανάζια, περίπου σε αυτό το σημείο απελευθερώνονται ακατανίκητες ψυχολογικές δυνάμεις που συνηγορούν περί του αντιθέτου: πλέον η ανάγκη να διατηρηθεί κανείς στην θέση του, στην κομματική καριέρα του και στον κομματικό βιοπορισμό του δεν αποτελεί μονάχα συνειδητή επιλογή ή σκέψη, μα αδήριτη ενστικτώδη ανάγκη, απελευθερώνονται τα αντανακλαστικά της ανθρώπινης ανάγκης για ασφάλεια και βιοπορισμό, θολώνουν την συνειδητή σκέψη και καταπλακώνουν τα κριτήρια σε αμείλικτο βαθμό. Ανεπαίσθητα και ασυνείδητα, χωρίς καν να το διαπιστώσει ο ίδιος, το παιδί του σωλήνα αποκτά νέες προτεραιότητες: να επιδιώκει ή να διατηρεί την εύνοια του αρχηγού του κόμματος, να μην δυσαρεστήσει με επιλογή του ή ενδεχόμενη παρρησία του όσους (ψηφοφόρους και φεουδάρχες) εγγυώνται την επανεκλογή του, να έχει τις «σωστές» απόψεις, την «σωστή» ψήφο και τις «σωστές» επιλογές ώστε να μην εκβληθεί από τον βιοπορισμό του και από το μόνο είδος καθημερινότητας που γνωρίζει. Πλέον, ανεπαίσθητα, αυτές οι προτεραιότητες κανοναρχούν την πολιτική συμπεριφορά του και τις επιλογές του, όχι η παλαιότερη ανιδιοτέλεια, ο οραματισμός, η κάποτε πηγαία φιλοπατρία – όσο κι αν αυτά συνεχίζουν να αποτελούν το άλλοθι, με τον ίδιο τρόπο που -στοιχηματίζω- ο Άκης Τσοχατζόπουλος πιστεύει ακόμη σήμερα ότι έλαβε τις βέλτιστες αποφάσεις για την πατρίδα. 


Η αλλαγή των προτεραιοτήτων οδηγεί στην αλλαγή των στόχων: γρήγορα καθίσταται σαφές ότι η επανεκλογή παίζεται ευκολώτερα στο πεδίο των εντυπώσεων παρά στο πεδίο της ουσίας και της παραγωγής έργου. Όταν το παιδί του σωλήνα βγαίνει στην τηλεόραση για να αντιπαρατεθεί παιδιά του σωλήνα απεσταλμένα άλλων κομμάτων, γνωρίζει πως σε αυτήν την μάχη δεν θα κερδίσει όποιος εκφράσει το πιο «τετράγωνο» επιχείρημα, την πιο ειλικρινή μαρτυρία, την καλύτερη, πιο μελετημένη και πρακτικά εφαρμόσιμη πρόταση, τον ευφυέστερο και ρεαλιστικώτερο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ικανόν να λύσει τα προβλήματα του πολίτη, όχι: νικά εκείνος που θα κερδίσει τις εντυπώσεις. Εκείνος που θα υπονομεύσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το ήθος του αντιπάλου, που θα εκσφενδονίσει την πιο πιασάρικη ατάκα, που θα διατυπώσει το πιο εντυπωσιακό ευχολόγιο, που θα μιλήσει ακατάπαυστα ώστε να καλυφθεί ο αντίπαλος από την οχλαγωγία. Η παραγωγή έργου, η εκπροσώπηση του πολίτη γίνεται πάρεργο της πολιτικής, παράπλευρη απώλεια: το παιχνίδι παίζεται στην (επαν)εκλογή και στις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις της. 


Όταν προκύπτει μια πραγματική κρίση, ή μια περίοδος «αλλαγής καθεστώτος», η εκπαίδευση που παρέχει ο «κομματικός σωλήνας» δεν έχει καταστήσει τα στελέχη του ικανά να την αντιμετωπίσουν. Τα παιδιά του σωλήνα γνωρίζουν καλά την συλλογή ψήφων, την διατήρηση και δημιουργία ισορροπιών, την επικέντρωση στην δημιουργία των «σωστών» εντυπώσεων. Δεν δύνανται να γνωρίζουν πώς να δώσουν πραγματικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, το πώς να αλλάξουν άρδην τις προτεραιότητες μιας διαχειριστικής πρακτικής, το πώς να λειτουργήσουν αν χρειαστεί έξω από τα στενά όρια των συμμαχιών, των ομαδοποιήσεων και των ισορροπιών, το πώς να αλλάξουν μια πραγματική κατάσταση και όχι τις εντυπώσεις σχετικά με αυτήν ή τις ισορροπίες γύρω από αυτήν. Όταν έρχεται η στιγμή που χρειάζεται να σπάσεις αυγά, τα παιδιά του σωλήνα απλώς δεν μπορούν να βοηθήσουν. Το πολύ πολύ να βοηθήσουν στην «επικοινωνιακή διαχείριση» του πράγματος… 


Σημειώνουμε εδώ ότι η σχεδόν αποκλειστική αξιοποίηση «παιδιών του σωλήνα» μόνον άφευκτη νομοτέλεια της πολιτικής δεν είναι! Ενώ το φαινόμενο υφίσταται φυσικά παντού, πολύ συχνά σε άλλες χώρες τροφοδοτείται το πολιτικό προσωπικό από ανθρώπους με ανεξάρτητη πορεία στην πραγματική κοινωνία – χωρίς να είναι αυτοί… υπερήλικες επειδή δεν μεγάλωσαν σε θερμοκήπιο. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama διέγραψε μιαν ανεξάρτητη επαγγελματική και ακαδημαϊκή πορεία και μετά, μετά από μιαν επιτυχημένη καριέρα στην πραγματική ζωή, επιδίωξε ενασχόληση με την πολιτική – ειδάλλως στην Αμερική δεν θα τον έπαιρναν και σοβαρά… Αντιθέτως, η Margaret Thatcher επεδίωκε την εκλογή της στο κοινοβούλιο από τα 24 της χρόνια – χωρίς όμως να αποτελεί εκείνη το αποτέλεσμα/προϊόν ενός κομματικού φυτωρίου και θερμοκηπίου, ενός κλειστού εσωτερικού συστήματος παραγωγής στελεχών, και ακριβώς εκεί έγκειται η μείζων διαφορά… 


Μπορούμε να επενδύσουμε πραγματικές ελπίδες σε «παιδιά του σωλήνα», οσοδήποτε ταλαντούχα; 


Ούτε με λοβοτομή. 

Σωτήρης Μητραλέξης
Συνέχεια