Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Ο Συντηρητισμός δεν είναι Συντηρητικός



Του Ραφαήλ Καλυβιώτη

Ένα ίσως από τα μεγαλύτερα προβλήματα του Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι ότι απουσιάζει η έννοια, αλλά και η πραγματικότητα, αυτού που οι Συντηρητικοί ονομάζουν «Κοινότητα». Για τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό, η ανεξάρτητη αρχή της Κοινότητας και όλα αυτά που η τελευταία συνεπάγεται όπως η εθνικότητα, η διαχρονία της ιστορίας ως τρόπος ζωής και ως βίωμα που προσδίδει ιδιαίτερο νόημα, ο πολιτισμός, η θρησκεία και η ταυτότητα απουσιάζουν. Αλλά ακόμα και όταν η Κοινότητα καθίσταται παρούσα στις αναλύσεις του Πολιτικού Φιλελευθερισμού αντιμετωπίζεται ως κάτι το δευτερογενές, ως κάτι δηλαδή που πρέπει να διασφαλίζει ότι τα μέλη που ανήκουν σε αυτήν την Κοινότητα αντιμετωπίζονται ως ίσα και συνεπώς ως ελεύθερα. Επομένως, η Κοινότητα για τους θιασώτες του Πολιτικού Φιλελευθερισμού

1)      είτε δεν έχει καμία απολύτως αξία διότι δεν πρέπει καν να υφίσταται ως δίλημμα η σύγκρουση Ατόμου – Κοινότητας (αφού το Άτομο και οι ελευθερίες του επουδενί δεν πρέπει να περιορίζονται από κάποια συλλογικότητα)
2)      είτε αναγνωρίζεται ως αναγκαίο κακό και κατά αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται ως παράγωγο της ισότητας και της ελευθερίας (αφού ο μόνος λόγος ύπαρξης της Κοινότητας είναι για να διασφαλίζει ότι τα Άτομα εντός της θα παραμείνουν ελεύθερα).  

Όπως μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό, ο Συντηρητισμός ως κίνημα, έννοια και αντίληψη απορρίπτει αυτήν την πρώτη από τις δύο θέσεις του Φιλελευθερισμού διότι απαξιώνει ολοκληρωτικά την Κοινότητα που αποτελεί το θεμέλιο  συστατικό του πρώτου. Κεντρικός άξονας του Συντηρητισμού είναι η πεποίθηση ότι οι κοινές πρακτικές και οι κοινές κατανοήσεις που ενυπάρχουν σε κάθε κοινωνία πρέπει να τυγχάνουν μεγαλύτερης προσοχής. Η Κοινότητα για έναν Συντηρητικό είναι ανάγκη να γίνει αντικείμενο προστασίας και να τεθεί τουλάχιστον στην ίδια ευθεία με την ισότητα και την ελευθερία. Η προτεραιότητα του Ατόμου σε τέτοιο ακραίο βαθμό ώστε να απαξιώνεται οποιαδήποτε συλλογικότητα ως σχήμα εν δυνάμει καταπιεστικό είναι για τον Συντηρητισμό μία ακραία τοποθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού και δεν μπορεί να βρεθεί κανένα κοινό έδαφος για συνύπαρξη αφού οδηγεί σε ένα ακραίο ατομισμό. Ο ακραίος αυτός ατομισμός με τη σειρά του οδηγεί τελολογικά στην Χομπσιανή παρατήρηση του «πολέμου των πάντων κατά πάντων» και άρα στην αναρχία.

Με την δεύτερη τοποθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού ωστόσο, και είναι δυνατόν να υπάρξει κοινός τόπος και να συνυπάρξει ο Συντηρητισμός. Ο τελευταίος άλλωστε δέχεται την ατομική ελευθερία ως μία αδήριτη ανάγκη, ως μία κατάκτηση που οδήγησε τις κοινωνίες προς τα εμπρός και που παρεμπόδισε την κρατική αυθαιρεσία. Μέχρι αυτό το σημείο, Πολιτικός Φιλελευθερισμός και Συντηρητισμός συνταυτίζονται. Από εκεί και ύστερα όμως οι Συντηρητικοί θέτουν ένα επιπλέον υπαρξιακό ερώτημα: «Μπορεί το Άτομο να βρει νόημα στην ιδιωτεία σε μία σύγχρονη πολιτική κοινότητα»; Ενώ ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός θεωρεί ως ύψιστο πρόταγμα αυτοπραγμάτωσης τον διαχωρισμό δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, ο Συντηρητισμός ανθίσταται σε μία τέτοια αντίληψη ως ρηχή και κενή νοήματος. Όσο σημαντικό και εάν είναι να υφίσταται μία κοινωνία ελεύθερων ατόμων δεν επαρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το γιατί αισθανόμαστε ένα ιδιαίτερο αίσθημα υποχρέωσης προς τους συμπολίτες μας εν σχέσει με τους πολίτες άλλων κρατών.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο υπεισέρχεται για τον Συντηρητισμό ένας ειδικότερος προσδιορισμός της έννοιας της Κοινότητας, η έννοια του «Έθνους» ή της «Εθνικότητας» (“nationhood”) που προτάσσει την κοινωνική ενότητα και αλληλεγγύη ως μορφές συνεισφοράς των ατόμων σε μία ενιαία πολιτική κοινότητα που διαθέτει ιδιαίτερα και διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τις άλλες κοινότητες. Για τον Συντηρητισμό η εθνότητα αποτελεί την κινητήριο δύναμη μέσω της οποίας ένας συγκεκριμένος λαός, μίας συγκεκριμένης εδαφικής επικράτειας και με μία συγκεκριμένη ιστορική πορεία ενώνεται για να χαράξει μία συγκεκριμένη διαδρομή. Τα άτομα τα οποία ενυπάρχουν στο έθνος εκτίθενται σε έναν κοινό εθνικό πολιτισμό, μετέχουν σε κοινούς εκπαιδευτικούς και πολιτικούς θεσμούς και μιλούν την ίδια γλώσσα. Η τελευταία αποτελεί το απαύγασμα του πολιτισμού ενός διακριτού έθνους και εμφιλοχωρεί τα διαχρονικά νοήματα τα οποία συγκροτούν την ιδιοπροσωπεία του συγκεκριμένου λαού. Το τί είδους ταυτότητα είναι αυτή που προαγάγεται σε κάθε ξεχωριστό έθνος είναι ζήτημα του ίδιου του λαού που το συγκροτεί. Στην Ελλάδα φερ ειπείν η αποδοχή της Ορθόδοξης παράδοσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του ελληνισμού που προσδίδει μία ξεχωριστή ανάγνωση για το τί συγκροτεί τον τελευταίο. Ο πολίτης δηλαδή δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απλό νομικό πρόσκομμα, αλλά ως «Πρόσωπο» που λογοδοτεί οικειοθελως στην Κοινότητα. Αυτή η διατήρηση της διαφορετικής ανάγνωσης της ταυτότητας του κάθε έθνους αποτελεί συστατική αξία της ιδεολογίας του Συντηρητισμού.

Η εγγενής ανησυχία του Συντηρητικού υποδείγματος για μία κοινωνία αποξενωμένων ατομιστών είναι ο λόγος που καλεί τους πολίτες να σηκώσουν το φορτίο της πολιτικής συμμετοχής. Ενώ το φιλελεύθερο ιδεώδες του ιδιωτικού βίου είναι να απελευθερωθεί η κοινωνία από τις πολιτικές παρεμβάσεις, ο Συντηρητισμός αξιώνει και υπενθυμίζει ότι η πολιτική αποτελεί πρωτίστως το μέσο για τον ιδιωτικό βίο. Το γεγονός ότι ο πολιτικός βίος κατασκευάζεται από τα μέσα ενημέρωσης, χειραγωγείται από το χρήμα και κυριαρχείται από τους «ειδικούς» αποτελεί το μεγαλύτερο κίνητρο να αυξηθούν τα δημόσια βήματα μικρότερης κλίμακας. Η αποκέντρωση επομένως σε ένα τοπικό, κοινοτιστικό ιδεώδες, και η ολοένα και μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβαση του πολίτη στην πολιτική, αποδυναμώνει την κουλτούρα εξάρτησης των παθητικών ατομιστών που δήθεν έχουν «ανάγκη από μία γραφειοκρατική καθοδήγηση». Από την άλλη, το γεγονός ότι η ελεύθερη αγορά εμφυσεί στα άτομα την ανάληψη πρωτοβουλίας δεν σημαίνει ότι διδάσκει και το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης. Αντίθετα, η μεταφορά μέρους της πολιτικής ευθύνης στα άτομα μέσω των τοπικών ενώσεων της κοινωνίας των πολιτών, αναγάγει σε ύψιστο αγαθό την ιδιότητα του πολίτη, τον κατά Walzer «κριτικό συνεργατισμό» (“critical associationalism”). Ο Συντηρητικός τοποθετείται επομένως ανάμεσα στην κουλτούρα της εξάρτησης από το κράτος και τον απρόσωπο χαρακτήρα των αγορών, προβάλλοντας ένα λησμονημένο χαρακτηριστικό αρετής, την ατομικά κοινωνική ευθύνη.

Εάν λοιπόν είναι κάτι που μπορεί να χαρακτηρίσει με πιο διαυγές τρόπο το τί πρεσβεύει η ιδεολογία του Συντηρητισμού είναι η έννοια της «Ισορροπίας». Διαφυλάσσει δηλαδή ο Συντηρητισμός την κοινωνική ειρήνη στην σύγκρουση Ατόμου – Κοινότητας επιδιώκοντας την ισορροπία ανάμεσα στην Ποικιλομορφία και την Ενότητα. Από τη μία αντιτίθεται στην «πολυπολιτισμική κοινωνία» ως ιδεολόγημα ακραίας Ποικιλομορφίας που διασαλεύει την ενότητα της κυριάρχου εθνικής κουλτούρας. Αλλά και από την άλλη, στον κάθε είδους «περφεξιονισμό» που απαγορεύει στους ανθρώπους να πράττουν αυτό που το κράτος θεωρεί κακή επιλογή ως ακραία έκφανση Ενότητας που εν τέλει συσσωρεύει τις εξουσίες στην κυβέρνηση. Ο Συντηρητισμός σε τελική ανάλυση, «αποθεώνει» την Αριστοτελική «μεσότητα» ως συστατικό αρμονίας αλλά και σταδιακής προόδου η οποία θα επιτυγχάνεται χωρίς ακραίες αντιδράσεις. Αποτελεί τον θεματοφύλακα των επιτυχώς δοκιμασμένων αξιών μίας κοινωνίας διατηρώντας τα καλύτερά της στοιχεία και μην επιδιώκοντας την πρόοδο για την πρόοδο. Η έννοια της προόδου λογοδοτεί στις ανάγκες της Κοινότητας. Χρόνια τώρα στην ελληνική κοινωνία ο Συντηρητικός χώρος φορτίζεται με αρνητικό πρόσημο σε μία κατ’ εξοχίν Εθνική Κοινωνία. Ήρθε η ώρα να αρθούν οι παρεξηγήσεις.
Συνέχεια

Ανασκόπηση Facebook #2


Δολοφονίες, Συνέντευξη Σαμαρά, ΕΡΤ, Μπογιόπουλος και Μπαστιά.


Δολοφονία των Μανώλη Καπελώνη και Γιώργου Φουντούλη


«Εσύ που φώναξες ψόφο στους φασίστες και ζήτησες να τσακιστούν: Γεννηθητω το θέλημα σου. Άρρωστε ηλίθιε.»

- Μάνος Βουλαρίνος, 1/11/13



«Ακούω τώρα τον ΣΥΡΙΖΑΙΟ τώρα στον ΣΚΑΙ να λέει ότι πρέπει να υπάρξει σύνεση για να μην ανακοπεί η άνοδος του... λαϊκού κινήματος. Όχι για να μην χαθούν κι άλλοι Έλληνες. Για το "λαϊκό κίνημα" ενδιαφέρεται. Για τα ψηφαλάκια που θα τους φέρουν στην εξουσία, δηλαδή!»

- Νικόλαος Τζιόπας, 2/11/13



«Αναρωτιέμαι αγαπητέ κ. Δενδια αυτός ο σούπερ ντουπερ κοριός της ΕΥΠ, για τον όποιον είστε τόσο περήφανος, χρησιμοποιείται μόνο για να παρακολουθεί τους χρυσαυγιτες;. Στην περίπτωση εγκληματικών οργανώσεων, όπως αυτή που ευθύνεται για τις αποτρόπαιες δολοφονίες των δυο νεαρών στο Ν Ηράκλειο, είναι ανενεργός;»

- Γιάννης Λοβέρδος, 2/11/13



Συνέντευξη Σαμαρά


«"Όποιος χτυπά το ΠΑΣΟΚ δεν χτυπά το Βενιζέλο ή εμένα, αλλά τη σταθερότητα του τόπου" Τάδε έφη ο άνθρωπος που έριξε την κυβέρνηση Μητσοτάκη.»

- Άκης Κελέσης, 4/11/13


Αὐτὴ εἶναι ἠ Ἑλλάδα - μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει παραγωγή, νοσοκομεῖα, θέσεις ἐργασίας ἢ δρόμους, ἀλλὰ λιγουρεύεται τὸ ἀπαστράπτον ἀσύρματο δωρεὰν wi-fi σὲ ὅλη τὴ χώρα (ποὺ παγκοσμίως ὑπάρχει σὲ ἐλάχιστα μόνο μέρη τοῦ «πολιτισμένου κόσμου»). Ἅμα δεῖς ἄνεργο μὲ iPad, εἶναι Ἕλληνας. Καὶ ψηφίζει.

- Σωτήρης Μετραλέξης, 4/11/13


ΕΡΤ

«Η Ελλάδα είναι η χώρα που η εφαρμογή των νόμων είναι είδηση.»

- Κωνσταντίνος Κορίκης, 7/11/13


«Οι χειροπέδες, αντί απλού λουκέτου, στην ΕΡΤ είναι συμβολική: το κράτος για να πετύχει κάτι, θα χρησιμοποιεί πάντα το πιο δαπανηρή εκδοχή.»

- Πάσχος Μανδραβέλης, 7/11/13


Μπογιόπουλος


«Κάθε φορά που παρεμβαίνει ο ατυχήσας παραλίγο Γ.Γ. του ΚΚΕ, Μπογιόπουλος, η μούμια του Λένιν σηκώνεται στο Κρεμλίνο και ρίχνει μια ζεμπεκιά...»

- Φαήλος Κρανιδιώτης, 4/11/13



Για τη “Σπασμένη Τζαμαρία” του Μπαστιά

«Πριν 163 χρόνια ένας Γάλλος απαντά στα επιχειρήματα του σημερινού Ελληνικού πολιτικού συστήματος.»

- Στέφανος Μάνος, 7/11/13
Συνέχεια

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Περί διαπραγμάτευσης

Γίνεται τόση κουβέντα τελευταία περί διαπραγμάτευσης που έχει κανείς την αίσθηση πως αποτελεί μια βιωματική πραγματικότητα ώστε όλοι να κατανοούμε απόλυτα τις διαστάσεις της.

Εν τούτοις για τις εμπειρίες, τις συνήθειες και τις αντιλήψεις της κοινωνίας μας η διαπραγμάτευση δεν είναι οικείος όρος η πρακτική. Διδάσκοντας τελευταία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και σε στελέχη επιχειρήσεων τεχνικές επικοινωνίας και μεθόδους επαγγελματικής αυτοβελτίωσης έχω διαπιστώσει πως η διαπραγμάτευση είναι έννοια πολύ διαφορετική από αυτή που όλοι αρχικά θεωρούν. Συγχέεται σχεδόν πάντοτε με την αντιπαράθεση και την σύγκρουση. Δεν υπάρχει περίπτωση σε μια διαπραγμάτευση κάποιος να μπεί περιμένοντας να συντρίψει η να πάρει τα πάντα από τον συνομιλητή του.

Σε μια διαπραγμάτευση οφείλεις να είσαι έτοιμος να κερδίσεις αλλά και να δώσεις. Το ζήτημα είναι να πάρεις αυτό που θεωρείς απόλυτα σημαντικό, και να δώσεις εκείνο που φαίνεται αρκετά ουσιαστικό για τον συνομιλητή σου αλλά όχι τόσο ζωτικής σημασίας για εσένα. Μετά από μιά διαπραγμάτευση ουδείς θριαμβολογεί. Ομιλούν απλά όλοι για πρόοδο και αποφυγή χειρότερων εξελίξεων. Δεν πρόκειται να αποχωρήσεις ανέγγιχτος από μιά σοβαρή διαπραγμάτευση. Πρέπει όμως να έχεις κερδίσει σημεία που ευνοούν την προοπτική σου και διευκολύνουν μελλοντικές σου κινήσεις. Είναι λάθος πριν ξεκινήσεις να διαπραγματεύεσαι να αφιονίζεις τους δικούς σου ώστε να περιμένουν θριάμβους. Θα καταλήξουν εναντίον σου ξεσπώντας την οργή τους για τις γκρεμισμένες τους προσδοκίες.

Η σύγκρουση είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Στην διαπραγμάτευση δεν θέλεις να χάσεις αυτά που έχεις. Τουλάχιστον όχι τίποτα σημαντικό. Στην αντιπαράθεση επιδιώκεις να εκμηδενίσεις τον αντίπαλό σου. Διακινδυνεύοντας όμως και ζωτικά δικά σου κεκτημένα. Μπορείς να θριαμβεύσεις, κερδίζοντας κατά κράτος τον αντίπαλο. Μπορείς όμως και να χάσεις, αποχωρώντας συντριμμένος. Στην διαπραγμάτευση δεν ρισκάρεις ζωτικά σου συμφέροντα. Στην σύγκρουση διακινδυνεύεις σχεδόν τα πάντα και περιμένεις, αν δεν πετύχεις, τον αναπόφευκτο μπορεί και εξοντωτικό λογαριασμό. Στην αντιπαράθεση ενθουσιάζονται οι οπαδοί. Θα αντιμετωπίσουν όμως τραγωδίες, αν δεν έχεις τα μέσα να επιβάλεις οριστικά κι αδιαμφισβήτητα τις απόψεις σου.

Οι συνετοί και σχετικά αδύναμοι διαπραγματεύονται. Κι αποκτούν δεξιότητες που τους δίνουν επιτυχίες. Οι παρορμητικοί αλλά και οι πανίσχυροι συγκρούονται. Κερδίζουν αν έχουν ισχύ, αλλά προσωρινά. Η άλλη πλευρά θα τους περιμένει πάντα στην γωνία. Για την αναπόφευκτη ρεβάνς. Αν δεν έχουν δύναμη καταστρέφονται. Και τα ρίχνουν σε σκοτεινές δυνάμεις, σε συμφέροντα ακόμα και σε συνωμοσίες του σύμπαντος. Η ζημιά όμως γίνεται. Η αγωνία και η δυσπραγία είναι άγνωστο για πόσο θα κρατήσει. Συχνά, αυτό που χάνεται δεν αποκτάται ξανά ποτέ…

Διαπραγματεύεσαι με μέθοδο και υπομονή. Για να βελτιώσεις την θέση σου. Γνωρίζοντας πως θα υποχρεωθείς και σε υποχωρήσεις. Συγκρούεσαι μοναχά όταν είσαι βέβαιος πως έχεις όλα τα ατού. Και δεν διακινδυνεύεις καταστροφή. Η σύγκρουση επιβάλλεται να γίνει σε τόπο και χρόνο, σε γενικές συνθήκες δηλ, που έχεις διαλέξει εσύ. Ώστε να ελέγχεις τις περισσότερες παραμέτρους. Διαφορετικά, μπορεί να καταστραφείς τελειωτικά, Με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Διαπραγματεύεσαι ξεκινώντας με αιτήματα πολύ υψηλότερα από αυτά που σε ενδιαφέρουν. Ώστε υποχωρώντας να εξασφαλίσεις περίπου αυτά στα οποία στοχεύεις. Και ο αντίπαλός σου όμως θα ξεκινήσει λογικά με παρόμοια τακτική. Αυτό που κρίνει την επιτυχία από την τελική αποτυχία είναι να διακρίνεις τα πραγματικά όρια του συνομιλητή σου. Εχοντας μελετήσει και με σωστή πληροφόρηση. Τι πραγματικά τον ενδιαφέρει και με τι θα φύγει σχετικά ευχαριστημένος. Επιμένεις λοιπόν με σθένος πάνω σε αυτά από τα οποία δεν μπορεί να κάνει πίσω. Που είναι αδύνατον να τα δεχθεί. Μπλοφάρεις πως αυτά είναι για σένα το πάν. Την κρίσιμη στιγμή κάνεις μια μικρή υποχώρηση. Που γι αυτόν όμως γνωρίζεις πως δεν είναι αρκετή. Εκεί επάνω επιμένεις. Με σθένος. Επιμένεις πως δεν μπορείς να κάνεις άλλη υποχώρηση. Όταν τελικά τα πράγματα φθάνουν στα άκρα δέχεσαι κάποια από τα αιτήματά του. Που βρίσκονται ακριβώς επάνω σε αυτά που από την αρχή ήθελες να εξασφαλίσεις.

Ανάλογα με τις πληροφορίες που διαθέτεις για τις διαθέσεις η τις ανάγκες του συνομιλητή σου μπορείς έτσι να πετύχεις πολλά η έστω να χάσεις (γιατί κι’ αυτός θα χρησιμοποιήσει παρόμοια τακτική) ελάχιστα. Η διαπραγμάτευση είναι μια μέθοδος επιτυχίας για όλους όσους μετέχουν σε αυτή. Φτάνει να μην βασίζεται σε χίμαιρες και υπερβολικές προσδοκίες. Με βάση αυτά, ο καθένας καταλαβαίνει το αδιέξοδο μονοπάτι που ακολουθεί η χώρα με τις υπερβολές των ηγεσιών της για «διαπραγματεύσεις» που μπορούν να αλλάξουν τα πάντα. Δίχως όπλα και χωρίς άσσους στο μανίκι. Και με ένα λαό που αφιονίζεται να πιστεύει το ανέφικτο.
Συνέχεια

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Ζήτημα αξιοπρέπειας

Την φορά αυτή όλο σχεδόν το βάρος πέφτει πάνω στους βουλευτές της ΝΔ. Και από πλευράς δημόσιας παρουσίας και διάσωσης της αξιοπρέπειας πολλών από αυτούς.

Αλλά και από πλευράς πολιτικής στάσης και αποκατάστασης του πολιτικού προφίλ και των ιδεολογικών αρχών της παράταξης στην οποία ανήκουν και που θα πρέπει να εκπροσωπούν. Πάρα πολλοί από αυτούς έχουν εκφρασθεί δημόσια εναντίον της φορομπηχτικής μανίας των παραγόντων του Υπουργείου των Οικονομικών και έχουν ξεκαθαρίσει πως καινούργια επιβαρυντικά για τους φορολογούμενους μέτρα δεν πρόκειται να περάσουν από την Βουλή. Αγνοώντας όμως τις όποιες πολιτικές τους ευαισθησίες η κυβέρνηση καταθέτει καινούργιο (έχω χάσει την αρίθμηση) φορολογικό νομοσχέδιο. Που αποτελειώνει τους συνεπείς φορολογούμενους, οδηγώντας σε δήμευση ουσιαστικά τις ατομικές ιδιοκτησίες. Ακούω εκ περισσού ισχυρισμούς πως σε όλες τις δυτικές χώρες υπάρχει επιβάρυνση της ιδιοκτησίας. Πουθενά δεν υπάρχει το ύψος της επιβάρυνσης που έχει επιβληθεί μέσα σε 20 μήνες στην Ελλάδα. Εξ άλλου στοιχειώδης οικονομική αρχή (economics 101, το λένε στα αγγλοσαξωνικά πανεπιστήμια) επιτάσσει πως «ποτέ δεν φορολογείς τον πυρήνα ενός περιουσιακού στοιχείου, αλλά μόνο την πρόσοδο. Αλλιώς, σύντομα θα χάσεις τον πυρήνα. Και δεν θα υπάρχει τίποτα να φορολογήσεις». Το ζήτημα είναι πως οι βουλευτές, της ΝΔ κυρίως, με τις παραπάνω ευθείες τοποθετήσεις θα ψηφίσουν ένα τέτοιο νομοθέτημα; Μοναχά πετώντας την αξιοπρέπειά τους στον κάλαθο των αχρήστων…

Τι γίνεται όμως και με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις; Ο Υπουργός των Οικονομικών ποτέ δεν έκρυψε το σοσιαλδημοκρατικό / σοσιαλιστικό του παρελθόν. Οι βουλευτές της «φιλελεύθερης» παράταξης όμως; Είναι ποτέ δυνατόν να αναζητήσουν τις ιδεολογικές τους ρίζες (σύμφωνα και με το πολιτικό μοτίβο της εκλογής του αρχηγού τους στην ηγεσία της ΝΔ) στην εξολόθρευση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και στην εξόντωση της ατομικής ιδιοκτησίας; Κι όλα αυτά με σκοπό ποιόν; Την πεισματική διάσωση ενός αναποτελεσματικού και υπερδιογκωμένου δημόσιου τομέα. Καταστρέφουν ότι υπάρχει στον ιδιωτικό τομέα για να εξασφαλίσουν την επιβίωση μιάς προβληματικής και ουσιαστικά άχρηστης δημόσιας γραφειοκρατίας. Το όνειρο ενός ακραίου σοσιαλιστή γίνεται πράξη από υποτιθέμενους φιλελεύθερους. Και δεν αποτελεί βέβαια η τρόικα δικαιολογία. Διότι ο πολιτικό κατεστημένο εφευρίσκει κάθε είδους δικαιολογία για να μην μειώσει τον δημόσιο τομέα. Δεν δυσκολεύεται όμως να μειώνει μισθούς και συντάξεις. Και να επιτίθεται με μανία στα εισοδήματα των πολιτών καθώς και στην ιδιοκτησία τους. Δεν αποτελεί δικαιολογία η αποφυγή της ανεργίας. Στον ιδιωτικό τομέα δίχως ίχνος δισταγμού οι ιθύνοντες της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης την έχουν εκτινάξει σε δυσθεώρατα ύψη. Επιβεβαιώνεται δηλ αυτό που πάντα πίστευα. Πως η συντηρητική παράταξη στην Ελλάδα λάτρευε πάντα το κράτος. Και αντιμετώπιζε με καχυποψία την ιδιωτική οικονομία. Τώρα φαίνεται να βρίσκεται στο στοιχείο της. Προωθεί σοσιαλιστικές επιλογές με την στήριξη συντηρητικών ευρωπαίων. Και με την Αριστερά πελαγωμένη, να ομιλεί για νεοφιλελευθερισμό (!) και να υποστηρίζει …μείωση των φόρων.

Το κακό είναι πως η χώρα βουλιάζει. Κάτω από εντολές που στερούνται προσανατολισμού και σταθερής πορείας. Και η δημοκρατία υπονομεύεται. Μια και δεν προστατεύεται πλέον η ιδιοκτησία ούτε και γίνονται σεβαστές οι ελεύθερος οικονομικές συναλλαγές. Ποιός θα αντιταχθεί, και για ποιό λόγο, όταν θα αμφισβητηθεί ευθέως αύριο το δημοκρατικό πολίτευμα;

Θα έκανα μια πρόταση στους φοβισμένους εχθρούς της οικονομίας της αγοράς. Ας διαλέξουν μια περιοχή της Ελλάδας, λχ την Υδρα, κι ας την εξαιρέσουν από το δημοσιονομικό καθεστώς της χώρας. Μηδέν ατομική άμεση φορολογία, χαμηλή έμμεση και εταιρίες με κάτω του 10%. Ας διακόψουν κάθε κεντρική κρατική χρηματοδότηση, κεντρικά δημόσια έργα και φροντίδα κρατικών υπηρεσιών κι ας αφήσουν τον Δήμο να λειτουργεί, στο οικονομικό και κοινωνικό κομμάτι, σαν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μόνο την άμυνα και την εξωτερική πολιτική θα διαφεντεύει η Αθήνα. Η δημόσια τάξη και η παιδεία θα αποτελούν κι’ αυτές τοπική ευθύνη. Κι ας περιμένουν για 2-5 χρόνια τα αποτελέσματα. Στοιχηματίζω πως οι πολέμιοι των φιλελεύθερων επιλογών θα καταπιούν την γλώσσα τους. Ας το τολμήσουν. Τότε όλοι θα καταλάβουν τι ακριβώς σημαίνει ανάπτυξη. Αδυνατώ να αντιληφθώ σε τι ακριβώς θα έφερνε αντίρρηση η τρόικα σε ένα παρόμοιο πείραμα. Γιατί δεν το επιχειρούν;

Είμαστε στα όρια της ολικής κατάρρευσης. Κάτι πρέπει να γίνει. Να μεμψιμοιρούμε μονάχα μεταξύ μας δεν αρκεί. Χρειάζεται κίνηση και πρωτοβουλίες. Σε μικρότερη κλίμακα στο ξεκίνημα. Το παράδειγμα διδάσκει. Και βουλώνει στόματα.
Συνέχεια

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Χωρίς ντροπή


Και εκεί που νόμιζες ότι η πολιτική τάξη και τα ΜΜΕ δεν μπορούν να πέσουν πιο χαμηλά, μια νέα δολοφονική επίθεση δείχνει ότι απλά δεν υπάρχει πάτος.

- Εδώ να πούμε ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά και ο κ. Σαμαράς δεν έχουν ενημερωθεί ακόμα για το γεγονός, αν αυτό ίσχυε θα είχαν ήδη κάνει δηλώσεις. Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι το γεγονός της δολοφονίας ενός αριστερού φθάνει πολύ γρηγορότερα στο προεδρικό και το Μαξίμου. Για τον κ. Σαμαρά μια δήλωση θα είναι κάπως πιο δύσκολη μιας και η πιο σημαντική πρόσφατη δήλωση επί του θέματος ήταν ότι θα τους «τσακίσει.»

- Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα μετά από 40 χρόνια πασοκαρίας, πράσινης ή γαλάζιας, δεν είναι όλα τα θύματα το ίδιο. Αυτοί που δολοφονήθηκαν και άνηκαν στην αριστερά είναι λαϊκοί ήρωες των οποίων ο θάνατος καταδεικνύει την φύση όλων των πολιτικών τους αντιπάλων. Εδώ δεν υπάρχει προβοκάτσια, μιας και οι αντίπαλοι που χάνουν πολιτικά μετά το συμβάν δεν είναι αντικειμενικά... αριστεροί.

- Στην δολοφονία ενός αριστερού χωρίς να χάνουμε χρόνο θα πρέπει να βγάζουμε αμέσως τα ενδεδειγμένα πολιτικά συμπεράσματα. Προφανώς και ήταν μια δολοφονία με πολιτικά κίνητρα, προφανώς και χαρακτηρίζει τον πολιτικό χώρο του θύτη, προφανώς και είναι μια καλά οργανωμένη δολοφονία με σκοπό τον αφανισμό και την τρομοκράτηση των πολιτικών αντιπάλων και με διασυνδέσεις που φτάνουν στην κορυφή. Αντίθετα μετά την δολοφονία ενός δεξιού ή εθνικοσοσιαλιστή, συνιστούμε ψυχραιμία και υπομονή. Εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα και αρχίζουμε από τα σενάρια με το λιγότερο πολιτικό βάρος, είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών μήπως; Γιατί όχι η εκδήλωση κάποιας αντιζηλίας ή ποδοσφαιρικού χουλιγκανισμού;

- Στην δολοφονία του αριστερού επικεντρωνόμαστε στο αποτρόπαιο της πράξης. Σε δολοφονίες άλλων στις πολιτικές προεκτάσεις και το ποιος ωφελείται από μια τέτοια «προβοκάτσια».

- Μετά από μια δολοφονία αριστερού είναι απαραίτητη η ψήφιση νέων νόμων. Γιατί για την έξαρση του πολιτικού εγκλήματος δεν έχει να κάνει το γεγονός ότι για 40 χρόνια το έγκλημα με πολιτικά κίνητρα ήταν ένα είδος ακτιβισμού και μεταπολιτευτικό κεκτημένο - ακόμα «αντάρτη πόλεων» αποκαλεί το Βήμα τον Νίκο Μαζιώτη. Όσο για την άνοδο της εθνικοσοσιαλιστικής βίας, δεν ευθύνεται αυτή η προηγούμενη περιρρέουσα κατάσταση ανομίας που μαζί με την έξαρση της λαθρομετανάστευσης και εγκληματικότητας δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες. Όχι, τίποτε από όλα αυτά δεν ισχύουν. Η αιτία του κακού είναι η ελευθερία της γνώμης και γι’ αυτό η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου θα περάσει νόμο με αφορμή την δολοφονία Φύσσα που θα δίνει την εξουσία στους δικαστές να αποφασίζουν τι μπορούμε να λέμε και τι όχι.

- Στην άλλη περίπτωση προφανώς το τι επικράτησε στο δημόσιο διάλογο πριν από την δολοφονία δεν έχει σημασία. Τι και αν τα ΜΜΕ τις προηγούμενες εβδομάδες είχαν προχωρήσει σε μια ακραία και λυσσασμένη δαιμονοποίηση του κάθε Χρυσαυγίτη; Κάτι σαν περασμένα ξεχασμένα. Το Σάββατο το πρωί στο κανάλι του MEGAλοπρεπή κ. Μπόμπολα η κα Λιάνα Κανέλλη, βουλευτής του ΚΚΕ του δημοκρατικού τόξου (μόνο στην Ελλάδα λέγονται αυτά), η οποία από την Βουλή είχε εκστομίσει το εξαιρετικό «Από το Πέραμα μέχρι το Κερατσίνι φασίστας δεν θα μείνει» έδινε μαθήματα ήθους και δημοκρατίας.

- Τα δύο άκρα, το αριστερό και το φασιστικό, είναι σοβαρά προβλήματα, που όμως μια σοβαρή πολιτική τάξη θα μπορούσε να τα αντιμετωπίσει. Το κυρίαρχο πρόβλημα της Ελλάδας είναι οι λεγόμενες κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις που είναι ανίκανες να κυβερνήσουν. Πρώτα γιατί έχουν πλήρως αφομοιώσει τα πιο καταστρεπτικά πιστεύω που καθιερώθηκαν την εποχή της μεταπολίτευσης. Τους είναι αδύνατον να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους και σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε την έλλειψη στοιχειωδών ικανοτήτων μιας και τις τελευταίες δεκαετίες το μόνο που έμαθαν να κάνουν είναι δημόσιες σχέσεις και να μοιράζουν τα δανεικά.

Σε άλλες περιόδους κρίσεως ο ελληνισμός μπορούσε να βγάλει τον καλύτερο του ευατό, όπως το 40, τώρα αντί η κρίση να είναι η ευκαιρία για τη μεγάλη αλλαγή απλά βουλιάζουμε στο βάλτο μιας διεφθαρμένης και ανίκανης πολιτικής τάξης.
Συνέχεια