Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Πολυτεχνείο: ο «Γράμμος-Βίτσι» της Μεταπολίτευσης


Μαζί με το τέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού Καθεστώτος, της Μεταπολίτευσης, ίσως πεθαίνει και ο τελετουργικός εορτασμός του ως «εορτής του καθεστώτος», όπως κατέρρεαν τα επιβλητικά αγάλματα των επαναστατών στις χώρες της πρώην σοβιετικής ένωσης. Τώρα, που ακόμα η μεγάλη «παρέα» της «γενιάς του Πολυτεχνείου» προσπαθεί με νύχια και με δόντια να συνεχίσει να κρατά τα ηνία, αυτεξευτελιζόμενη σε όλο και μεγαλύτερη καταβαράθρωση της αξιοπρέπειάς της.

Το 1973, στα γεγονότα του «Πολυτεχνείου», συνέβη κάτι πραγματικά εκπληκτικό: Έλληνες φοιτητές διακινδύνευσαν την ζωή τους και την ελευθερία τους με τον πλέον σαφή τρόπο, προκειμένου να διαδηλώσουν ενάντια στην Χούντα των Συνταγματαρχών - και, ει δυνατόν, να την ρίξουν. Αυτός ο έρωτας ελευθερίας σίγουρα αξίζει να τιμηθεί και να εορταστεί. Να μείνει ζωντανός στην μνήμη, να διδάσκει.

Όμως, ευτυχώς στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας έχουμε πολλά παραδείγματα παρόμοιων ηρωικών πράξεων -όχι μόνο ατομικών, αλλά και συλλογικών, όπως του Πολυτεχνείου- και αιματηρών συγκρούσεων. Πράξεων αντίστασης σε παράνομες, αντιδημοκρατικές εξουσίες. Δίκαια αιτήματα που πληρώθηκαν με αίμα. Καμία όμως από τις υπόλοιπες δεν τιμάται με τον ίδιο τρόπο όσο το Πολυτεχνείο.

Ο υπερτονισμός του Πολυτεχνείου εξυψώνει επίσης και την ιστορική σημασία της συγκεκριμένης Χούντας: η Ελλάδα πέρασε πολλές στρατιωτικές δικτατορίες. Η δικτατορία του Παπαδόπουλου σε καμία περίπτωση δεν απετέλεσε την αιμοσταγέστερη ή την φρικωδέστερη δικτατορία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ειδικά αν εξαιρέσουμε την τραγωδία της Κύπρου -που έλαβε χώρα επί Ιωαννίδη, του οποίου η δικτατορία ήταν αρκετά σκληρότερη καίτοι βραχύτερη. Επίσης, υπάρχουν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας που κατά έναν ανεξήγητο τρόπο παρουσιάζονται ως και με θετικό τρόπο, ακόμα και από την Αριστερά - διότι, απ' ότι φαίνεται, εκείνες ήταν «καλές» δικτατορίες, «καλά» πραξικοπήματα, στην αλλόκοτη συλλογική μας ιστορική λογική...

Τι λοιπόν καθιστά το όντως ηρωικό Πολυτεχνείο ηρωικότερο από παρόμοιες πράξεις που δεν μνημονεύονται τόσο συχνά, και την χούντα του Παπαδόπουλου χειρότερη από τρισχειρότερες δικτατορίες που δεν μονοπωλούν τόσο το συλλογικό μας ενδιαφέρον;

Ο σχετικά πρόσφατος χαρακτήρας των γεγονότων θα μπορούσε να αποτελεί μιαν απάντηση - μεσολαβούν μόλις σαράντα χρόνια. Ναι μεν αυτό σχετίζεται με την ένταση της μνήμης των ζώντων, αλλά μάλλον αποτελεί αντίστροφο επιχείρημα δεδομένου του τί έχουμε θεσμοθετήσει ως κράτος: η Πολιτεία έχει θεσπίσει ολοήμερη σχολική αργία και εκτενή θεωρητική σχολική προετοιμασία για τρία μόνο εθνικά ιστορικά γεγονότα: την Επανάσταση του 1821, το Όχι του 1940 και το Πολυτεχνείο του 1973.

Έτσι, η χούντα του '67-'74 και η αντίσταση σ' αυτήν εξισώνεται σε ιστορική σημασία για το νέο ελληνικό κράτος των 190 χρόνων με την Επανάσταση που το γέννησε και με την ηρωική του στάση στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο - ενώ παρόμοιες δικτατορίες και παρόμοιες αντιστάσεις αφήνουν την Πολιτεία παγερά αδιάφορη... Την ίδια Πολιτεία που έχει εξοβελίσει από την σχολική πραγματικότητα το ασύλληπτου ηρωισμού και ιστορικής σημασίας έπος της ΕΟΚΑ, ή τον Μακεδονικό Αγώνα.

Υφίσταται μία και μόνο εξήγηση γι' αυτήν την προτίμηση:

Με το «Πολυτεχνείο» εορτάζονται δύο πράγματα. Ο ηρωισμός της πράξης αφ' ενός, αλλά και αυτό που θέλει να αναγνωρίζει το καθεστώς της Μεταπολίτευσης ως την ιδρυτική του στιγμή, και ακόμα παραπέρα την νομιμοποιητικὴ στιγμὴ για ό,τι θα ακολουθούσε.

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» γνώριζε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ότι μόνο η επαναλαμβανόμενη ηρωοποίησή της ως συνόλου θα μπορούσε να της προσφέρει τα «κλειδιά» της νέας πολιτικής περιόδου. Γι' αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι όλοι οι φοιτητές, ως «φοιτητικό κίνημα», αντιστάθηκε ηρωικά - διότι, ως γνωστόν, αν όσοι δηλώνουν ότι ήταν εκείνη την νύχτα πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου όντως ήταν, τότε αυτά τα κάγκελα υπερβαίνουν κατά πολύ το μήκος του τείχους του Βερολίνου.

Ο υπερτονισμός του εορτασμού αφ’ ενός χαρίζει... δυνατές συγκινήσεις στην ίδια την γενιά που έζησε τα γεγονότα («αχ βρε Μαρία, τί ωραίοι και αγωνιστές που ήμασταν τότε»), αφ’ ετέρου εγκαθιδρύει την περίπου ημίθεη φύση της στο διαγενεακό της περιβάλλον –ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ο ενθουσιαστικός αυτοθαυμασμός αυτής της γενιάς εγκαθιδρύει παράλληλα την τοτεμική της εξουσία απέναντι στην επόμενη, δίδει κυκλούμενη άφεση αμαρτιών και μόνιμη θέση αυθεντίας.

Εν τέλει, το «Πολυτεχνείο» επελέγη για να διαδραματίσει τον ρόλο της «τελετουργικής γιορτής του Καθεστώτος» - όπως στην χούντα εορταζόταν η «εθνοσωτήριος επανάστασις», και όπως στο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς εορταζόταν ο «Γράμμος-Βίτσι». Πρόκειται για μια εξαιρετική επιλογή, καθ’ ότι η αυτοθυσιαστική και αντιστασιακή φύση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου μεταγγίζει την γνησιότητά της και στο ίδιο το καθεστώς, κάτι που λειτούργησε άψογα κατά τις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης.

Τώρα όμως, που το καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι πτώμα τυμπανιαίο, μήπως πρέπει να αποσυνδέσουμε την εξέγερση του Πολυτεχνείου από την νομιμοποιητική της, αυτοαγιογραφική χρήση εκ μέρους μιας αδίστακτης πολιτικής γενιάς και κάστας; Και να διερωτηθούμε αν είναι η χούντα του ’67-’74 και η Εξέγερση εναντίον της όντως ένα από τα τρία σημαντικότερα γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, όπως εμπράκτως διδάσκουμε στα παιδιά μας;

Μαζί με το τέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού Καθεστώτος, της Μεταπολίτευσης, ίσως πεθαίνει και ο τελετουργικός εορτασμός του ως «εορτής του καθεστώτος», όπως κατέρρεαν τα επιβλητικά αγάλματα των επαναστατών στις χώρες της πρώην σοβιετικής ένωσης. Τώρα, που ακόμα η μεγάλη «παρέα» της «γενιάς του Πολυτεχνείου» προσπαθεί με νύχια και με δόντια να συνεχίσει να κρατά τα ηνία, αυτεξευτελιζόμενη σε όλο και μεγαλύτερη καταβαράθρωση της αξιοπρέπειάς της. Ίσως είναι νωρίς για να τεθούν αυτές οι νύξεις -μόνο η φυσική, βιολογική φθορά είναι ικανή να πείσει την γενιά του Πολυτεχνείου ότι δεν της ανήκουν τα σκήπτρα της αιώνιας εξουσίας και επιβολής- μα πιστεύουμε ότι συν τω χρόνω θα φανερώνεται ο ρεαλισμός τους.

Σωτήρης Μητραλέξης
Συνέχεια

17 Νοέμβρη: Καιρός να «θάψουμε το Πτώμα»


του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη

Το πρώτο βασικό μάθημα που «λάβαμε» σαν νέα γενιά είναι ότι τη στρατιωτική δικτατορία την έριξε το κίνημα του Πολυτεχνείου και όχι τα βίαια γεγονότα στην Κύπρο. Όπως το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος χρειαζόταν το αφήγημα του «αντι – κομμουνισμού», έτσι και το μεταπολιτευτικό κράτος χρειαζόταν τον ιδρυτικό μύθο του «Πολυτεχνείου». Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι το μετεμφυλιακό κράτος δεν αντιμετώπισε μία υπαρκτή κομμουνιστική απειλή ούτε ότι το μεταπολιτευτικό σύστημα δεν απειλείτο από μία αντι – δημοκρατική εκτράχυνση. Το πρόβλημα και με τα δύο αυτά σαθρά συστήματα έγκειται στο ότι καπηλεύτηκαν τα, από τα κάτω αιτήματα του έθνους, και τα χρησιμοποίησαν προς όφελός τους για να παραμένουν στην εξουσία.


Έτσι, εξαιτίας της ύβρεώς του, το μετεμφυλιακό κράτος διελύθη είς τα εξ ων συνετέθη. Για να συμβεί αυτό όμως, χρειάστηκε ο ελληνισμός να πάρει ένα σκληρό μάθημα, πολύ σκληρότερο από ό,τι του αναλογούσε, μία εθνική τραγωδία, τις συνέπειες της οποίας οι Κύπριοι αδελφοί μας βιώνουν ακόμα. Η κάθαρση επήλθε, οι ένοχοι δικάστηκαν, καταδικάστηκαν, και μπόρεσε η Πατρίδα να προχωρήσει μπροστά. Το 2009, αντίστοιχα, η χώρα χρεοκόπησε. Πέντε χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς ότι το μεταπολιτευτικό σύστημα θα χρεοκοπούσε μαζί της και ο τόπος θα ξεκινούσε από την αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβη. Και δεν έχει συμβεί ακόμα διότι οι νέες γενιές αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν πρόκειται να ζήσουν ξανά μέρες σαν αυτές του 2004. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η γενιά του Πολυτεχνείου είναι η υπάιτια της σημερινής τραγωδίας που βιώνουμε. Είναι λοιπόν, πολύ πιο χρήσιμο από το να γιορτάζουμε τη σημερινή ημέρα με καταθέσεις στεφάνων, να αναστοχαστούμε τη σύγχρονη ιστορία μας, να καταλάβουμε ποια είναι τα συστατικά στοιχεία του στρεβλού ανθρωπότυπου που δημιουργήσαμε, ώστε να μην επαναλάβουμε τα λάθη που διαπράξαμε και να γεννηθούμε ξανά από τις στάχτες μας.

Η γενιά του Πολυτεχνείου λειτούργησε όπως οι Κονκισταδόρες, οι Ισπανοί κατακτητές του 16ου αιώνος που πέτυχαν να γίνουν κύριοι της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Όπως οι Κονκισταδόρες δε δίστασαν να καταληστεύσουν τον Νέο, Παρθένο Κόσμο που κατέλαβαν, έτσι και η γενιά του Πολυτεχνείου δεν δίστασε να καρπωθεί όλο τον πλούτο νέας Ελλάδος που αναδυόταν και να καταληστεύσει το μέλλον της σημερινής γενιάς. Έζησε δηλαδή εις βάρος των παιδιών της.

Το καθοριστικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή ήταν η πολιτική των δανεικών. Ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός θεωρήθηκε ως κάτι το «αναχρονιστικό», ενώ τα ελλείμματα άρχισαν να γίνονται αισθητά. Σε δηκτικτική ερώτηση γνωστού οικονομολόγου της εποχής για την αναπόφευκτη χρεοκοπία της Ελλάδας ως συνέπεια αυτής της πολιτικής, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εμπνευστής του κεϋνσιανισμού αλά Γκρέκα, φημολογείται ότι απήντησε «ναι, αλλά εγώ δε θα ζω τότε». Είτε είναι αληθής αυτή η δήλωση είτε είναι ψευδής, καταδεικνύεται πίσω από αυτήν ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης ηγετών και ψηφοφόρων για το πώς πίστευαν ότι πρέπει να λειτουργεί το κράτος. Και έτσι έγινε. Τα δανεικά δεν λαμβάνονταν για να εξυπηρετήσουν ζωτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Λαμβάνονταν για να δημιουργήσουν ένα τερατώδες δημόσιο μέσω του οποίου δήθεν θα καταπολεμάτο η ανεργία. Το δημόσιο στην Ελλάδα έφτασε να αποτελεί το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού της χώρας. Το ασφαλιστικό σύστημα άρχισε να καταρρέει και ο ατομιστικός τρόπος ζωής κυριάρχησε παντού με σφοδρές δημογραφικές συνέπειες (όπου από το 2040 η γήρανση θα μετατραπεί σε καθαρή απώλεια γηγενούς πληθυσμού, με ρυθμό 1 εκατομμύριο τη δεκαετία).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονταν δεν ανέρχονταν στις θέσεις τους με αξιοκρατικά κριτήρια αλλά με αμιγώς πελατειακά. Κομματικοί συνδικαλιστές ήλεγχαν όχι μόνον το δημόσιο τομέα, αλλά φυτοζωούσαν και στον ιδιωτικό. Απεργίες σχεδόν σε καθημερινή βάση είχαν ως αποτέλεσμα να χρεώνονται ιδιωτικές εταιρείες υπέρογκα ποσά από τον αποκλεισμό των δρόμων. Γνωστή αμερικανική τράπεζα με παράρτημα στην Ελλάδα σταματούσε κάθε φορά τις εργασίες της όταν οι συνδικαλιστές της απεφάσιζαν ότι η αμερικανική κυβέρνηση προέβαινε σε «ιμπεριαλιστικές κινήσεις» με τις οποίες δεν συμφωνούσαν. Η γραφειοκρατία που δημιουργήθηκε εξαιτίας του συστήματος αυτού απαγόρευε επί της ουσίας οιαδήποτε ιδιωτική επένδυση και επιχειρηματικότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της ανεύθυνης και εγωιστικής ευμάρειας, το μόνο υγιές κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, η ελληνική βιομηχανία, κρατικοποιήθηκε. Από το ελληνικό βιομηχανικό στερέωμα, 45 εργοστασιακά συγκροτήματα «κοινωνικοποιήθηκαν» κατά την προσφιλή φράση του «κινήματος του ανατέλλοντος πράσινου ηλίου». Φυσικά, οι εργαζόμενοι των εργασιακών μονάδων αυτών βρήκαν μία ζεστή αγγαλιά στο δημόσιο. Πριν η γενιά του Πολυτεχνείου αναλάβει τα ηνία και μέχρι τη δεκαετία του ’80, η Ελλάδα ήταν μία βιομηχανική χώρα, με ισχυρότατη εξαγωγική τσιμεντοβιομηχανία που ανταγωνιζόταν επάξια τις αντίστοιχες της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η ελληνική χαλυβουργία με το ισχυρό νικέλιο συναγωνιζόταν την αντίστοιχη αγγλική και ιταλική. Το ελληνικό αλουμίνιο, τα ελληνικά ναυπηγεία (που εδώ και χρόνια είναι κλειστά λόγω συνδικαλισμού και μέχρι νεωτέρας....), η ελληνική χαρτοβιομηχανία (Αθηναϊκή Χαρτοποιία), η βιομηχανία ελαστικών της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας (πριν αποχωρήσουν για την Τουρκία), οι καινοτόμοι πλαστικοί σωλήνες του εργοστασίου Πετζετάκι, τα ελληνικά αμυντικά συστήματα και πολλοί άλλοι τομείς της παραγωγικής μας ζωής καθιστούσαν την πατρίδα μας μία χώρα όχι μόνον αυτάρκη αλλά και εξαγωγική.

Η γενιά του Πολυτεχνείου εδραίωνε το νεομαρξιστικό της αφήγημα πάνω στη φράση «κάτω η ολιγαρχία που πίνει το αίμα του λαού». Πίστευε ότι θα κοροϊδέψει τους «κουτόφραγκους» με τις επιδοτήσεις οι οποίες κατέληγαν στο να αγοράζουν οι αγρότες ακριβά αυτοκίνητα και να εμπλουτίζουν τη σεξουαλική τους ζωή.

Μία στιβαρή επιχείρηση της τότε βιομηχανικής ζωής ήταν και η ΙΖΟΛΑ της θρυλικής οικογένειας Δράκου. Ο Γεώργιος Δράκος αποτυπώνει το κλίμα της εποχής:

«Στην αρχή ζούσαμε από τα εμβάσματα των Ελλήνων του εξωτερικού, μετά από τους πόρους που συνέρρευσαν από το Σχέδιο Μάρσαλ, από την Κοινότητα αργότερα. Κανείς υπεύθυνος πολιτικός δεν είπε στους Ελληνες να αναπροσαρμόσουν την παραγωγή τους και να την κατευθύνουν σε προϊόντα διεθνώς ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν για έργα βιτρίνας και για την ανοικοδόμηση βιλών στα χωριά».

Παραταύτα, παρέμενε αισιόδοξος και δήλωνε: «Από πού αντλώ αισιοδοξία; Από τη διεθνοποίηση της οικονομίας, οπότε οι τοπικοί παράγοντες θα έχουν διαρκώς και λιγότερη σημασία».

Πού να φανταστεί ο δαιμόνιος επιχειρηματίας ότι η μόνη επιχειρηματική τάξη που θα παρέμενε όρθια στην Ελλάδα θα ήταν η κρατικοδίαιτη; Η μεταπολιτευτική γενιά δημιούργησε επιχειρηματίες που θα στήριζαν την υπόστασή της και θα βοηθούσαν να παραμένουν και οι δύο χέρι – χέρι στην εξουσία, μακριά από τον οιοδήποτε διεθνή ανταγωνισμό. Οι πρώην υγιείς ελληνικές βιομηχανίες που απασχολούσαν εργατικό δυναμικό κατά χιλιάδες εξαφανίστηκαν προς χάριν του εύκολου πλουτισμού «των παιδιών της αλλαγής». Η γενιά του Πολυτεχνείου δεν αντελήφθη σε κανένα σημείο ότι δεν μπορείς να έχεις και την πίτα ολόκληρη (δανεισμό, διαφθορά, έυκολο πλουτισμό) και τον σκύλο χορτάτο (δανειστές, νέα γενιά).

Το αφήγημα αυτής της γενιάς εδραιώθηκε μέσω των πανεπιστημίων και της καθεστηκυίας τάξης των ΜΜΕ. Στα πανεπιστήμια, οπουδήποτε παραγόταν πολιτική σκέψη η ιδεολογία ΣΥΡΙΖΑ ήταν κυρίαρχη ενώ αυτοί που διαφέντευαν στα ΜΜΕ ήλεγχαν απολύτως το κλίμα και τον ιδεολογικό διάλογο στα μέτρα των αριστερίστικων στερεοτύπων. Ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη πανωλεθρία που υπέστη η σημερινή γενιά. Όταν ο κύριος εργοδότης της μεταπολιτευτικής ελληνικής οικονομίας ήταν το κράτος δεν είναι τυχαίο ότι και η κουλτούρα που δημιουργείται θα είναι εξαρτημένη από αυτό. Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν άνθρωπο να ρίχνει τις ευθύνες που του αναλογούν αλλού. Η μεταπολιτευτική γενιά δεν χρέωσε μόνο τις επόμενες. Δημιούργησε έναν ανθρωπότυπο από όπου απουσιάζει η ατομική ευθύνη. Δεν φταίμε ποτέ εμείς. Φταίει ο αμερικανός, φταίει ο αδηφάγος καπιταλισμός, φταίει το κράτος, φταίνε τα λαμόγια, φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς.

Το μεταπολιτευτικό πτώμα που πρέπει να θάψουμε τη σημερινή ημέρα είναι αυτό της ανευθυνότητας, της σοσιαλμανίας, του εύκολου πλουτισμού, της εύκολης κατηγορίας. Πολλοί είναι σήμερα αυτοί που «αναπολούν τη χούντα που θα τους σώσει» ή «έναν νέο Καραμανλή, Μεταξά, Βενιζέλο». Όχι αδέρφια. Κανείς από αυτούς δε θα μας σώσει. Θα θάψουμε το πτώμα του κακού μας εαυτού μόνοι μας, ο καθένας από εμάς, θα σώσει πρώτα τον εαυτό του και κατά συνέπεια το Έθνος μας από την παρακμή. Χόρτασε η Πατρίδα μας από Σοσιαλισμό. Διότι ο Σοσιαλισμός τελείωνει εκεί που τελειώνουν τα χρήματα των άλλων.
Συνέχεια