Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Η Πολιτική της Συναίνεσης και ο γιος του Βιβλιοπώλη

Του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη*

Δεν πρέπει σε κανένα να κάνει εντύπωση ότι στην Ελλάδα θεωρούνται ως σοβαροί αναλυτές μόνον εκείνοι που προσεγγίζουν τα θέματα κάτω από το πρίσμα της πολιτικής της συναίνεσης (Consensus Politics). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί δε το γεγονός ότι αυτοί οι αναλυτές είναι μάλιστα αρθρογράφοι σε φερόμενες ως Συντηρητικές εφημερίδες, κατέχοντας μόνιμη στήλη, προτείνοντας και υποψηφίους αρχηγούς της αρεσκείας τους χρησιμοποιώντας ως κύριο επιχείρημα την επιστημονική τους ιδιότητα. Είναι οι μικροκαταμερισμοί εξουσίας αυτοί που στην Ελλάδα σου δίνουν βήμα ασχέτως εάν έχεις να προσκομίσεις κάτι καινούργιο.

Δύο εκ των αναλυτών, η επιστημονική άποψη των οποίων για το «Έθνος» ήταν ιδιαιτέρως θετική και επιστημονικά αποδείξιμη, όσο περνούσαν τα χρόνια είπαν να την ανατρέψουν και να «χριστιανοδημοκρατικοποιηθούν» για να λάβουν «βάπτισμα σοβαρότητας». Φυσικά δεν μπόρεσαν να απεκδυθούν τον αντικομμουνισμό τους διότι τα καταραμένα τα γραπτά μένουν (Scripta Manent), ιδίως δε όταν είναι και ολόκληρα βιβλία. Και εκεί που πίστευαν στο Έθνος, ανακάλυψαν ότι για να καταστείς προνομιακός συνομιλητής της «Ελίτ» αυτής της χώρας πρέπει να ΠΟΤΑΜΙζεις λίγο μη τυχόν και σε στραβοκοιτάξουν οι άξεστοι εκείνοι που απαρτίζουν την φερόμενη ως Αστική μας Τάξη. Μην έχοντας προσωπικότητα και ελληνική μόρφωση σοβαρή οι τελευταίοι (βλέπετε στα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία αυτής της χώρα επικρατούν οι Ρεπούσειες απόψεις) έχουν μόνο δύο τρόπους για να διακριθούν: είτε να ψευτοσοσιαλίζουν είτε να ευρωλιγουρίζουν, είτε βέβαια και τα δυό. Αστική τάξη να σου τύχει.

Αυτοί οι αναλυτές λοιπόν είναι οι ίδιοι που υποστηρίζουν μετά πάθους την πολιτική συναίνεση με την αριστερά ασχέτως εάν αυτό θα την διασώσει μαζί με τις αναχρονιστικές ιδέες της. Παρεμφερές πολιτικό σκηνικό όμως έχει επισυμβεί και σε μία άλλη χώρα, μία άλλη χρονική περίοδο: την μεταπολεμική Βρετανία. Στην μεταπολεμική Βρετανία, από το 1945 και επέκεινα, επικράτησαν οι απόψεις του Ουίλλιαμ Μπέβεριτζ σε συνδυασμό με τον οικονομικό Κεϋνσιανισμό. Οι απόψεις αυτές λίγο ως πολύ υιοθετούσαν την αντίληψη ότι δεξιοί και αριστεροί πρέπει να συμφωνήσουν στην δημιουργία ενός τερατώδους δημοσίου κοινωνικού κράτους, ασχέτως ελλειμμάτων, ούτως ώστε η ανεργία να είναι μηδαμινή και να αποφεχθεί έτσι οριστικά ο οιοσδήποτε κίνδυνος παρεκτροπής σε ναζιστικά και κομμουνιστικά κόμματα.

Οι Συντηρητικοί πολιτικοί στην Βρετανία, όντας οι περισσότεροι γόνοι, βαρώνοι και γέροντες (σας θυμίζει κάτι;) το απεδέχθησαν με αποτέλεσμα να καταντήσουν το πολιτικό παρακολούθημα της αριστεράς με ανεξέλεγκτα αποτελέσματα. Τα συνδικάτα ηγεμόνευαν με δικτατορικό τρόπο. Η ταφή των νεκρών δεν ήταν εφικτή επειδή οι νεκροθάφτες, διαμαρτυρόμενοι, απεργούσαν. Μάλιστα έκαναν και συστάσεις στην κυβέρνηση παροτρύνοντάς την να τοποθετήσει τα ενταφιασμένα σώματα σε αποθήκες και να σκεφτεί σοβαρά την εναλλακτική λύση της μαζικής ταφής στον Ατλαντικό(!). Οι συλλέκτες απορριμάτων αρνούνταν να δουλέψουν προκαλώντας τρομακτική αύξηση του αριθμού των αρουραίων αφού τα σκουπίδια ξεχείλιζαν σε όλο το μήκος και πλάτος των δρόμων. Η πιθανότητα της πρόκλησης υγειονομικής κρίσης δεν ήταν μακριά. Εάν συνέβαινε δε, το ποιος θα την αντιμετώπιζε ήταν άγνωστο. Οι νοσοκόμες απεργούσαν απαιτώντας αυξήσεις της τάξεως του 25% ενώ την ίδια ώρα οι οδηγοί ασθενοφόρων αρνούνταν να δουλεύσουν και σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούσαν κάν σε κλήσεις. Και μέσα σε όλα αυτά, το τερατώδες δημόσιο που παρήγαγε ελλείμματα υπήρξε ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η Μ. Βρετανία βρέθηκε υπό την εποπτεία του ΔΝΤ (σας θυμίζει κάτι;).

Χρειάστηκε για να ανατραπεί αυτή η φρικτή κατάσταση που είχε διαμορφωθεί να ανέλθει στη ηγεσία του Συντηρητικού κόμματος μία κόρη ενός μπακάλη, η Μάργκαρετ Θάτσερ. Η καταγωγή της από τα δυναμικά μεσαία στρώματα της Βρετανίας σε συνδυασμό με τα ισχυρά της πιστεύω σφυρηλάτησαν μία φλογώδη προσωπικότητα που δεν πίστευε ούτε στην μεταπολεμική ορθοδοξία αλλά ούτε στην «πολιτική ορθότητα» της συναίνεσης που πρέσβευαν οι προερχόμενοι από τα υψηλά αστικά στρώματα συνάδελφοί της στο ίδιο κόμμα. «Οι κοινωνίες πρέπει να ενθαρρύνουν και να ανταμοίβουν αυτούς που επιχειρούν και καινοτομούν, αυτούς που δημιουργούν πλούτο χωρίς την βοήθεια των κυβερνήσεων» συνήθιζε να λέει. Έτσι, επί των ημερών της οι κρατικές επιδοτήσεις σε βιομηχανίες έπαυσαν με αποτέλεσμα να κλείσουν πολλές επιχειρήσεις, περιέκοψε δαπάνες από το κράτος οπουδήποτε είχε αυξηθεί η σπατάλη τσακίζοντας την γραφειοκρατία. Λίγα χρόνια μετά η πολιτική της απέδωσε και η Μ. Βρετανία εξήλθε της ανάγκης αρωγής από το ΔΝΤ. Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί είναι η πιο μισητή φιγούρα της διεθνούς Σοσιαλδημοκρατίας.

Πρέπει να καταλάβετε, όσοι από εσάς απελπίζεστε ή όσοι από εσάς ελπίζετε ότι ο Τσίπρας θα πέσει πολύ σύντομα, ότι ο Σοσιαλισμός δεν είναι μόνον οικονομικός και πολιτικός. Ο Σοσιαλισμός στην Ελλάδα είναι και επικρατούσα πολιτιστική μεταβλητή όπως ήταν και στην Μ. Βρετανία. Είναι βαθειά χαραγμένος στη νοο - τροπία μας από την στιγμή που αντιλαμβανόμαστε το γύρω περιβάλλον μας και βλέπουμε τις θέσεις εργασίας σιωπηρά να τις καταλαμβάνουν ανεπαρκέστατες έως σπιθαμιαίες φιγούρες απλά και μόνο επειδή διαθέτουν «κονέ». Η απόλυτη επικράτηση δε αυτής της πρακτικής και στον ιδιωτικό τομέα σημαίνει ότι ο Σοσιαλισμός κυριαρχεί απόλυτα. Η αυτάρεσκη έκφραση «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» που έχει ειπωθεί από την συντριπτική πλειοψηφία υπονοεί ότι στην κομματική νομενκλατούρα «εγώ έχω πρόσβαση στην ανώτερη ιεραρχία της από ότι εσύ».

Η θεοποίηση κατά καιρούς προσώπων και η αδράνεια στην ύπαρξη γραφειοκρατίας στο δημόσιο σημαίνει ότι η πλειοψηφία αδυνατεί να σκεφτεί την Ελλάδα με μικρό κράτος διότι «λυπάται» να μείνουν άνεργοι κάποιοι άνθρωποι που μπήκαν σε κρατικές θέσεις κατασκευασμένες ως αποτέλεσμα ρουσφετιού. Το αίσθημα της λύπης περιορίζεται όμως μόνον εκεί διότι με αυτούς μόνο μπορεί να ταυτιστεί. Με τους 1.000.000 ανέργους του ιδιωτικού τομέα δεν μπορεί, και εάν κάποιος μπορέσει, το χρεώνει συνήθως στις ανισότητες του κακού καπιταλισμού και της κακιάς δεξιάς.
Χρειάζομαστε μία κυβέρνηση και έναν αρχηγό που θα είναι έτοιμος να θυσιαστεί έστω και για μία τριετία και δεν θα τον ενδιαφέρει η επανεκλογή του, κάποιον που θα συγκρουστεί με την αριστερά και την ιδεολογική της κυριαρχία. Γιατί όχι και τον γιο ενός βιβλιοπώλη;

*Ο Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμων, Συντονιστής του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, MSc Cardiff University, Institute of Chartered Shipbrokers.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου