Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Νέα Δημοκρατία, οι Έλληνες Κεμαλιστές

Λίγο οι επερχόμενες εσωκομματικές εκλογές για πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, λίγο η πρόσφατη δήλωση Φίλη για την γενοκτονία των Ποντίων, λίγο οι βουλευτικές εκλογές στην Τουρκία και λίγο τα ερωτήματα για την Δύση και το Ισλάμ, μια συγκεκριμένη παρατήρηση καθίσταται εμμέσως επίκαιρη: η σημερινή Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα που αντιστοιχεί συνεπέστερα στο τουρκικό κεμαλικό κόμμα, το CHP (Cumhuriyet Halk Partisi), και στην κατάσταση στην οποία αυτό βρίσκεται. Η σημερινή ΝΔ είναι το ελλαδικό γενόσημο των Κεμαλιστών, και η σύγκριση μας βοηθά να κατανοήσουμε βαθύτερα και τα ελλαδικά και τα τουρκικά αντίστοιχα.
Η ομοιότητα εντοπίζεται στην θλιβερή κατάσταση και των δύο κομμάτων σήμερα, αλλά έχει νόημα να εξετάσουμε τα ιστορικά προηγούμενα: 

 Το CHP, με επικεφαλής τότε τον Κεμάλ Ατατούρκ, είναι το κόμμα που ηγήθηκε της μεγάλης Μεταπολίτευσης της Τουρκίας, δηλαδή της ιδρυτικής της στιγμής από τις στάχτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βασικό του θέσφατο αποτελεί η απόλυτη αναγκαιότητα του εκδυτικισμού ως αναγκαίας και ικανής προϋπόθεσης του εκσυγχρονισμού (ο ορισμός του Κεμαλισμού ως ιδεολογίας), δηλαδή το τουρκικό αντίστοιχο του «ανήκομεν εις την Δύσιν». Το CHP ηγεμόνευσε για δεκαετίες, μέχρι την έλευση του Ερντογάν, στην πολιτική ζωή της γείτονος χώρας.

 Η Νέα Δημοκρατία, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, είναι το κόμμα που ηγήθηκε της Ελλάδας μετά την χούντα, στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Παρά όμως τον καραμανλικό σχεδιασμό να κυβερνά κυρίως η ΝΔ, με διαλείμματα-τσόντες μιας κεντροαριστεράς όπως το ΠΑΣΟΚ σε έναν συμφέροντα γι’ αυτήν δικομματισμό, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου την υπερκέρασε, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός σκληρού δικομματισμού. Οπότε το άθροισμα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ήταν για δεκαετίες το ηγεμονεύον consensus. Είναι ο Καραμανλής που πρωτοδιατύπωσε το «ανήκομεν εις την Δύσιν» και κατ’ επέκταση το ελλαδικό δόγμα του εκδυτικισμού ως προϋπόθεσης εκσυγχρονισμού, δηλαδή τον ελληνικό κεμαλισμό που συγκροτεί το παρακμιακό consensus της χώρας μας. 

 Όμως, έφτασε μια στιγμή που το μοντέλο του CHP και του Κεμαλισμού ως το κυρίως πλειοψηφικό ιδεολογικό και κυβερνητικό όχημα της Τουρκίας (παρά τις ενίοτε ανταύγειες παντουρανισμού κλπ.) χρεωκόπησε, και ένα νέο ιδεολογικό σχήμα που ικανοποιούσε τις νέες ανάγκες του λαού (εν πολλοίς μιαν «άνοδο των μη προνομιούχων» θρήσκων της Ανατολίας), το AKP του Ερντογάν, ανήλθε και ηγεμονεύει, κερδίζοντας απανωτά τις εκλογές καθ’ όλη τη διάρκεια της ήδη υπερδεκαετούς πορείας του. Μετά την «Νέα Μεταπολίτευση στην Τουρκία», το CHP περιθωριοποιήθηκε με έναν ιδιότυπο τρόπο, με την έννοια ότι έχασε πλέον άπαξ και δια παντός την δυνατότητα να γίνει πλειοψηφικό, παραμένοντας όμως σε μια ζώνη του 20%-25%. Δηλαδή, έγινε «φύλακας μουσείου»: πολλοί ψηφοφόροι, διαφωνούντες με την νέα κατάσταση, υποχρεώνονται δια της εις άτοπον να το ψηφίσουν, κρατώντας το σε μια κατάσταση ζωντανού-νεκρού, σε μια κατάσταση ζόμπι. Χωρίς όμως ποτέ να πρόκειται να του δώσουν τη δύναμη να κυβερνήσει ξανά. Έτσι όμως όχι μόνο έχασε για πάντα το CHP την δυνατότητα να κυβερνήσει, αλλά λειτουργεί και ανασταλτικά για οποιοδήποτε ενδεχόμενο εμφάνισης βιώσιμης αντιπολίτευσης: καπελώνοντας ένα 20%-25% το οποίο καθίσταται ανενεργό ελλείψει ενδεχομένου διακυβερνήσεως, αφαιρείται από την σύνολη αντιπολίτευση το ενδεχόμενο να απειλήσει ρεαλιστικά το AKP των Ερντογάν και Νταβούτογλου. . 

  Ενώ προηγουμένως εξετάσαμε τα ιστορικά προηγούμενα, είναι σε αυτό το σημείο που φανερώνεται η παραλληλία. Η σημερινή Νέα Δημοκρατία βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν την κατάσταση: έχοντας κλείσει τον ιστορικό και εκλογικό της κύκλο, βρίσκεται—και θα βρίσκεται μέχρι να εμφανιστεί το σχήμα που θα την υποκαταστήσει πλήρως—παγιδευμένη σε ένα μεσαίο κομματικό μέγεθος της τάξεως του 20%-25% περίπου. Χωρίς να έχει τίποτα να προσφέρει και κανένα μοντέλο διακυβέρνησης να υπερασπιστεί, η Νέα Δημοκρατία καθίσταται απλώς αποδέκτης του μεγαλύτερου μέρους των ψήφων δυσθυμίας και αντίδρασης, των αρνητικών ψήφων απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Θετικά, προς διακυβέρνηση, την ψηφίζουν πλέον μόνο τα στελέχη της, η ίδια η χαμηλή ποιότητα των οποίων μαρτυρεί για την οριστική δύση του κόμματος. Με τις «σκέτες» αρνητικές ψήφους αντίδρασης όμως δεν δομείται εντολή διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα η φαντασίωση των υποψηφίων προέδρων της ΝΔ για επάνοδό της στο 40% είναι ακριβώς αυτό: φαντασίωση, ή γλυκιά μνήμη που μπερδεύεται με την πραγματικότητα, όπως συμβαίνει στους γέροντες με άνοια. Αυτό όμως δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας: απλώς και μόνο υπάρχοντας, αυτό το ζωντανό-νεκρό μεσαίου μεγέθους κόμμα αφαιρεί και ακυρώνει κάθε ενδεχόμενο πραγματικά απειλητικής αντιπολίτευσης. Καπελώνοντας ένα 20%-25%, καθιστά αδύνατη την εμφάνιση μιας άλλης αντιπολίτευσης, η οποία θα ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα σε όλα τα επίπεδα και θα ενδέχεται να λάβει εντολή διακυβέρνησης. Με την ημιθανή ζωή της, η ΝΔ σκοτώνει κάθε βιώσιμη αντιπολίτευση, και δίνει εισιτήριο διακυβέρνησης στον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα ακόμα κι αν αυτός πράξει όλα τα πιθανά και ενδεχόμενα λάθη ή καταστροφές. . 

  (Κατά βάθος, η Νέα Δημοκρατία το γνωρίζει αυτό. Εμμέσως, δεν σκοπεύει πλέον στην κατάληψη της εξουσίας: ως εταιρεία, αρκείται στο να διακονεί το φιλέταιρον των εταίρων της, στο παραγοντιλίκι και στις πελατειακές σχέσεις. Αυτή είναι η θεμελιωδέστερη λειτουργία του κόμματος αυτού, από τις νεολαίες του μέχρι το ανώτατο επίπεδο.) . 

  Το κεμαλικό CHP στην Τουρκία και η Νέα Δημοκρατία στην Ελλάδα είναι, συνεπώς, ακριβώς το ίδιο: ένα πρώην μεγάλο κόμμα διακυβέρνησης και νυν μεσαίο κόμμα αντιπολίτευσης, ο ιστορικός κύκλος του οποίου έχει κλείσει∙ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη νέα κατάσταση, δεν μπορεί να πει κάτι πραγματικά καινούργιο και λόγω κεκτημένης ταχύτητας και αρνητικής ψήφου βρίσκεται μη αναστρέψιμα καθηλωμένο σε ένα 20%-25%, ποσοστό καταστροφικό σε δικομματικά συστήματα. Καθιστώντας έτσι αδύνατη την δημιουργία πραγματικής («απειλητικής») αξιωματικής αντιπολίτευσης. Έτσι, και το CHP και οι ΝΔ είναι οι καλύτεροι, οι πιο πιστοί φίλοι των κομμάτων που κυβερνούν στις χώρες τους: του AKP του Ερντογάν και του ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα αντίστοιχα. Καθ’ ότι εγγυώνται και διασφαλίζουν ότι, όσο υφίστανται ως αντιπολίτευση, τα κυβερνώντα κόμματα δεν θα απειληθούν από αντίρροπες και ελπιδοφόρες πολιτικές δυνάμεις. «Άμα έχεις τέτοιους εχθρούς, τί να τους κάνεις τους φίλους!» . 

  Φυσικά, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι σε καμμία περίπτωση το ελλαδικό αντίστοχο του Ερντογάν και του ΑΚΡ, δεν έχουν καν ομοιότητες. Ενώ το AKP του Ερντογάν κάλυψε συγκεκριμένες ανάγκες νέας μεταπολίτευσης προ δεκαετίας, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν επ’ ουδενί το νέο, την αφήγηση και πράξη που πλειονοτικά εκφράζει τις νέες ανάγκες του ελληνικού λαού, αλλά μάλλον το αρνητικό placeholder, δηλαδή αυτό-που-ψηφίστηκε-για-να-φύγουν-οι-προηγούμενοι-και-μέχρι-να-έρθουν-οι-επόμενοι. Η κυβερνητική του πρακτική, η αποξενωτική της εκλογικής του βάσης, το επιβεβαιώνει: το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ είναι αβέβαιο, τα ψωμιά του μετρημένα. Το μόνο που σώζει την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η έκλειψη κάθε ποθητής εναλλακτικής, δηλαδή η παραμονή του πιο πιστού του υπηρέτη, της εξ ορισμού, καταστατικά και μη αναστρέψιμα νεκροζώντανης ΝΔ, στον θώκο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. . 

  Και οι τέσσερις υποψήφιοι πρόεδροι των Ελλήνων Κεμαλιστών γνωρίζουν καλά την μοίρα της ΝΔ και την κατάστασή της, αλλά πωλούν στο κομματικό ακροατήριο την ονειροφαντασίωση της επανόδου στο 40% για να το κολακέψουν ψηφοθηρικά (εύλογο το ότι επιθυμούν την προεδρία ενός νεκροζώντανου κόμματος: εδώ η προεδρία του ΠΑΣΟΚ του μονοψήφιου ποσοστού και είχε πολλούς μνηστήρες). Και οι τέσσερις υποψήφιοι πρόεδροι της ΝΔ «παίζουν» στο στενά κομματικό, θλιβερά παρωχημένο επίπεδο, κρύβοντας την απόσυρση από την ιστορία κάτω από το χαλί. Και οι τέσσερις υποψήφιοι πρόεδροι της ΝΔ υπόσχονται στον Έλληνα ότι η καταστροφική διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα συνεχίσει να μην έχει αντίπαλο. . 

  Η πλήρης απόσυρση και αυτοδιάλυση της ΝΔ είναι πλέον εθνική και δημοκρατική ανάγκη. Λειτουργίας του πολιτεύματος, λειτουργίας της χώρας.
Συνέχεια

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

«Ο Θεός μας είναι Ισχυρότερος»


του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη*

Στην Δύση του πολιτιστικού μαρξισμού έχουμε ένα κυρίαρχο αφήγημα: «φταίει πάντοτε και πρωτίστως η Δύση και μετά όλοι οι άλλοι». Αλλά και όταν φταίνε οι «όλοι άλλοι» δεν φταίνε επί της ουσίας αυτοί, φταίνε οι Δυτικοί που είναι «ιμπεριαλιστές και δολοφόνοι των λαών».

Αυτή η Δυτικής προελεύσεως αντι – Δυτική ιδεολογία βασίζεται στην μεταπολεμική «κουλτούρα της ενοχής» (Guilt Culture) που αποτελεί ένα ψυχολογικό φαινόμενο μίσους για τον Εαυτό (Self – Hating ή Εαυτοφοβία). Φορέας αυτού του φαινομένου ήταν η Νέα Αριστερά στην Αμερική και την Ευρώπη καταγγέλοντας τον «βάρβαρο Δυτικό καπιταλισμό των ιμπεριαλιστικών όπλων» έναντι των «θυμάτων της Μ. Ανατολής». Το ιδεολόγημα αυτό τοποθετήθηκε στις νοητικές διόπτρες όλων των Δυτικών αφού αναπαράγεται διαρκώς από τα ΜΜΕ και διδάσκεται στα σχολεία. Όλοι μας γνωρίζουμε για τις αγριότητες των Σταυροφόρων, αλλά πολλοί λίγοι γνωρίζουν για τις επιθετικές ενέργειες των Μουσουλμάνων που προηγήθηκαν των Σταυροφοριών και το σύνολο των βαρβαροτήτων τους απέναντι στους Χριστιανικούς πληθυσμούς από τον 7ο έως τον 17ο αιώνα.

Οι αντιεπιστημονικές θεωρήσεις της Νέας Αριστεράς υπονοούν, όταν δεν το διακηρύσσουν ευθέως, ότι και η οικονομική καθυστέρηση των κρατών της Μ. Ανατολής είναι απόρροια του Δυτικού επεκτατισμού και εκμετάλλευσης. Κανείς εξ αυτών των αναλυτών όμως δεν αναφέρεται στις αιματηρές ενδοαραβικές και ενδοθρησκευτικές διαμάχες, στην κρίση του μοντέλου του κράτους – επιχειρηματία των υψηλών τιμών πετρελαίου και εμβασμάτων από πρόσφυγες στο οποίο βασίζονται ακόμα τα περισσότερα εκεί κράτη, στην ανελαστικότητα των οικονομικών τους πολιτικών και στην πρόσδεση των πολτικο – στρατιωτικών ελίτ στις αμιγώς πελατειακές σχέσεις και συναλλαγές με ομάδες εγχώριων τραπεζιτών και επιχειρηματιών οικιστικής ανάπτυξης. Αλλά ακόμα και σε χώρες που επιχειρήθηκε κάποιου είδους οικονομικός φιλελευθερισμός, όπως στην Αίγυπτο, αυτό δεν επέφερε και πολιτική ελευθερία αφού οι εγχώριοι επιχειρηματίες φοβούνται τον διεθνή ανταγωνισμό ως ενός είδους διασπάστη των πολιτικοοικονομικών προνομίων τους.

Η ιδεολογία της Νέας Αριστεράς, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, χρειαζόταν επανασύνταξη αλλά και μία νέα δεξαμενή ψηφοφόρων για τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Το νοητικό σχήμα που ανακαλύφθηκε για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν το ιδεολόγημα της Πολυπολιτισμικότητας. Ιστορικό Υποκείμενο της Πολυπολιτισμικότητας ήταν ο Μετανάστης, ιδίως ο Μουσουλμάνος Μετανάστης, περιθωριοποιημένος τόσο από ταξικής όσο και από πολιτισμικής άποψης. Έτσι, η Πολυπολιτισμικότητα κήρυσσε στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς να αποποιηθούν των εθνικών τους ιδιαιτεροτήτων ενώ την ίδια στιγμή έπρεπε οι μετανάστες να διατηρούν την δική τους πολιτισμική ιδιαιτερότητα όσο προνεωτερική και εάν ήταν (π.χ. ανισότητα των φύλων).

Η στάση όμως αυτή της Δύσης, δεν εκλαμβάνεται από ένα πολύ μεγάλο μέρος του ισλάμ ως ένδειξη ηθικής ανωτερότητας, αλλά ως έκφραση αδυναμίας. Άλλωστε, για την κυρίαρχη ισλαμική θεώρηση, ο Χριστιανισμός είναι μία προγενέστερη, ατελής εκδοχή, μία περίοδος ερέβους και άγνοιας (Jajiliyyah). Αλλά και βέβαια, πολλές επί μέρους θεωρήσεις του πολιτικού ισλάμ είναι ακόμα πιο ακραίες όπως ο «Σαλαφισμός» που πιστεύει ότι οι «αλόθρησκοι» πρέπει να υποταχθούν και μέχρις ότου να γίνει αυτό κάθε στρατιώτης πρέπει να μάχεται μέχρις εσχάτων, ήτοι «τζιχάντ». Τώρα, το πόσο οι άλλες ομάδες του ισλάμ όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι είναι μετριοπαθείς το αφήνω στην δική σας κρίση. Αλλά πάντως, η αναντίρρητη αλήθεια είναι ότι το πολιτικό ισλάμ σε καμμία περίπτωση δεν είναι ενοποιημένο και ότι δεν υφίσταται ουδεμία μέθοδος διακρίβωσης πόσοι και ποιοι από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη πιστεύουν τί, πολλώ δε μάλλον οι πρόσφυγες που έρχονται μαζικά από την Συρία βρίσκοντας ανοικτά σύνορα και αμφίβολες μεθόδους εξακρίβωσης της ταυτότητάς τους.

Η δικτατορία αυτής της πολιτικής ορθότητας οδήγησε την Ευρώπη να ανοίξει τα σύνορα διάπλατα ούτως ώστε να μην απολογείται κανείς σε κανέναν ότι είναι «ρατσιστής». Η προοπτική των ανοικτών, δίχως ουσιαστικό ελέγχο, συνόρων από τη μία ζώνη Σέγκεν στην άλλη όμως δεν είναι μόνο το όνειρο του κάθε πρόσφυγα,είναι και το όνειρο του κάθε ακραίου ισλαμιστή αναζητώντας τις κατάλληλες συνθήκες σε οποιαδήποτε χώρα τον οποιοδήποτε χρόνο. Η πολιτική ορθότητα που οδηγεί σε αποφυγή οιασδήποτε συζήτησης αλλά και η αφελής πολιτική των ανοικτών συνόρων, απόρροια της πολιτικής ορθότητας, οδήγησαν την Γαλλία να θρηνήσει θύματα. Ήταν βαρύ, αβάσταχτο το κόστος. Θα πρέπει παραταύτα ο καθένας να ρωτήσει σοβαρά τον εαυτό του: «ήταν αναμενόμενο»; Οι τζιχαντιστές στο Παρίσι ούρλιαζαν με μίσος «Αλλάχ Ακμπάρ». Και μπορεί εμείς στην Δύση να πιστεύουμε ότι αυτό σημαίνει «ο Θεός είναι μεγάλος» αλλά για πάρα πολλούς Μουσουλμάνους σημαίνει «Ο Θεός μας είναι μεγαλύτερος από τον δικό σας». Και ενώ πάμπολλα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η πολυπολιτισμικότητα στην Γαλλία, την Γερμανία, την Αγγλία και την Σουηδία έχει αποτύχει, ιδίως στην ενσωμάτωση στις Δυτικές αξίες των Μουσουλμανικών πληθυσμών, και, εν μέσω της θηριωδίας στο Παρίσι, δημοσιογράφοι και αναλυτές ανησυχούν εάν θα ενισχυθούν η «ισλαμοφοβία» και τα ακροδεξιά κόμματα. Τρικυμία εν κρανίω.

Από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, ένα γνήσιο πνευματικό τέκνο της Νέας Αριστεράς, ο Πρόεδρος Ομπάμα δήλωνε με πομπώδες ύφος ότι «η επίθεση στο Παρίσι δεν ήταν απλά μία επίθεση εναντίον των Γάλλων, αλλά μία επίθεση εναντίον όλης της ανθρωπότητας και των οικουμενικών αξιών που μοιραζόμαστε». Σωστά. Δεν ήταν μία επίθεση μόνο εναντίον των Γάλλων. Αλλά δεν ήταν και επίσης μία επίθεση εναντίον όλης της ανθρωπότητας, αλλά ενός κομματιού της. Ενώ αυτοί που μοιράζονται τις «οικουμενικές αξίες» που περιγράφει ο Πρόεδρος Ομπάμα δεν είναι όλη η οικουμένη, αλλά αντίθετα, αυτές οι αξίες αναβλύζουν από ένα σχετικά μικρό τμήμα αυτής. Όντας κύριος υπεύθυνος για την ανάδυση του ISIS επέκεινα της απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ αλλά και της τραγικά αποτυχημένης «Αραβικής Άνοιξης» που μετετράπη σε Αραβικό εφιάλτη σκέπτεται τώρα ο Μπαράκ Ομπάμα να διαπραγματευτεί ένα «ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα» με το Ιράν. Δεν θέλω κάν να σκέπτομαι ότι θα προχωρήσει άλλη μία τέτοια αυτοκαταστροφική ενέργεια και μετά από τις συνεχόμενες ανακατατάξεις στην Μ. Ανατολή να τύχει να πέσουν στα χέρια ακραίων στοιχείων πυρηνικά όπλα. Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

Τρίαντα χρόνια τώρα, οι Δυτικοί μάθαμε να σιωπούμε απέναντι στην πολιτική ορθότητα που μας επεβλήθη. Τριάντα χρόνια τώρα, διδαχθήκαμε ότι «επήλθε το τέλος της ιστορίας» μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Πάσης φύσεως εχθροί, εντός και εκτός τειχών δεν συμμερίζονται την αφέλειά μας. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η απελευθέρωση από τις αυταπάτες και τους καταστατικούς μύθους της Νέας Αριστεράς, η επιβαλλόμενη πολιτική ορθότητα της οποίας μας οδήγησε σε ένα καθεστώς ιδιότυπης ιεράς εξέτασης απέναντι στους πάσης φύσεως διαφωνούντε. Τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου διαφάνηκαν στο Παρίσι. Χρειαζόμαστε πολιτισμική αυτοπεποίθηση και όχι εαυτοφοβία. Οι προνεωτερικοί εχθροί έχουν τους μετανεωτερικούς αριθμούς μας. Καιρός να τους επιστρέψουμε την κλήση.

*Ο Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμων, Συντονιστής του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, MSc Cardiff University, Institute of Chartered Shipbrokers.
Συνέχεια

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

17 Νοέμβρη: Καιρός να «Θάψουμε το Πτώμα»


του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη*


Το πρώτο βασικό μάθημα που «λάβαμε» σαν νέα γενιά είναι ότι τη στρατιωτική δικτατορία την έριξε το κίνημα του Πολυτεχνείου και όχι τα βίαια γεγονότα στην Κύπρο. Όπως το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος χρειαζόταν το αφήγημα του «αντι – κομμουνισμού», έτσι και το μεταπολιτευτικό κράτος χρειαζόταν τον ιδρυτικό μύθο του «Πολυτεχνείου». Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι το μετεμφυλιακό κράτος δεν αντιμετώπισε μία υπαρκτή κομμουνιστική απειλή ούτε ότι το μεταπολιτευτικό σύστημα δεν απειλείτο από μία αντι – δημοκρατική εκτράχυνση. Το πρόβλημα και με τα δύο αυτά σαθρά συστήματα έγκειται στο ότι καπηλεύτηκαν τα, από τα κάτω αιτήματα του έθνους, και τα χρησιμοποίησαν προς όφελός τους για να παραμένουν στην εξουσία.

Έτσι, εξαιτίας της ύβρεώς του, το μετεμφυλιακό κράτος διελύθη είς τα εξ ων συνετέθη. Για να συμβεί αυτό όμως, χρειάστηκε ο ελληνισμός να πάρει ένα σκληρό μάθημα, πολύ σκληρότερο από ό,τι του αναλογούσε, μία εθνική τραγωδία, τις συνέπειες της οποίας οι Κύπριοι αδελφοί μας βιώνουν ακόμα. Η κάθαρση επήλθε, οι ένοχοι δικάστηκαν, καταδικάστηκαν, και μπόρεσε η Πατρίδα να προχωρήσει μπροστά. Το 2009, αντίστοιχα, η χώρα χρεοκόπησε. Πέντε χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς ότι το μεταπολιτευτικό σύστημα θα χρεοκοπούσε μαζί της και ο τόπος θα ξεκινούσε από την αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβη. Και δεν έχει συμβεί ακόμα διότι οι νέες γενιές αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν πρόκειται να ζήσουν ξανά μέρες σαν αυτές του 2004. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η γενιά του Πολυτεχνείου είναι η υπάιτια της σημερινής τραγωδίας που βιώνουμε. Είναι λοιπόν, πολύ πιο χρήσιμο από το να γιορτάζουμε τη σημερινή ημέρα με καταθέσεις στεφάνων, να αναστοχαστούμε τη σύγχρονη ιστορία μας, να καταλάβουμε ποια είναι τα συστατικά στοιχεία του στρεβλού ανθρωπότυπου που δημιουργήσαμε, ώστε να μην επαναλάβουμε τα λάθη που διαπράξαμε και να γεννηθούμε ξανά από τις στάχτες μας.

Η γενιά του Πολυτεχνείου λειτούργησε όπως οι Κονκισταδόρες, οι Ισπανοί κατακτητές του 16ου αιώνος που πέτυχαν να γίνουν κύριοι της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Όπως οι Κονκισταδόρες δε δίστασαν να καταληστεύσουν τον Νέο, Παρθένο Κόσμο που κατέλαβαν, έτσι και η γενιά του Πολυτεχνείου δεν δίστασε να καρπωθεί όλο τον πλούτο νέας Ελλάδος που αναδυόταν και να καταληστεύσει το μέλλον της σημερινής γενιάς. Έζησε δηλαδή εις βάρος των παιδιών της.

Το καθοριστικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή ήταν η πολιτική των δανεικών. Ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός θεωρήθηκε ως κάτι το «αναχρονιστικό», ενώ τα ελλείμματα άρχισαν να γίνονται αισθητά. Σε δηκτικτική ερώτηση γνωστού οικονομολόγου της εποχής για την αναπόφευκτη χρεοκοπία της Ελλάδας ως συνέπεια αυτής της πολιτικής, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εμπνευστής του κεϋνσιανισμού αλά Γκρέκα, φημολογείται ότι απήντησε «ναι, αλλά εγώ δε θα ζω τότε». Είτε είναι αληθής αυτή η δήλωση είτε είναι ψευδής, καταδεικνύεται πίσω από αυτήν ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης ηγετών και ψηφοφόρων για το πώς πίστευαν ότι πρέπει να λειτουργεί το κράτος. Και έτσι έγινε. Τα δανεικά δεν λαμβάνονταν για να εξυπηρετήσουν ζωτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Λαμβάνονταν για να δημιουργήσουν ένα τερατώδες δημόσιο μέσω του οποίου δήθεν θα καταπολεμάτο η ανεργία. Το δημόσιο στην Ελλάδα έφτασε να αποτελεί το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού της χώρας. Το ασφαλιστικό σύστημα άρχισε να καταρρέει και ο ατομιστικός τρόπος ζωής κυριάρχησε παντού με σφοδρές δημογραφικές συνέπειες (όπου από το 2040 η γήρανση θα μετατραπεί σε καθαρή απώλεια γηγενούς πληθυσμού, με ρυθμό 1 εκατομμύριο τη δεκαετία).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονταν δεν ανέρχονταν στις θέσεις τους με αξιοκρατικά κριτήρια αλλά με αμιγώς πελατειακά. Κομματικοί συνδικαλιστές ήλεγχαν όχι μόνον το δημόσιο τομέα, αλλά φυτοζωούσαν και στον ιδιωτικό. Απεργίες σχεδόν σε καθημερινή βάση είχαν ως αποτέλεσμα να χρεώνονται ιδιωτικές εταιρείες υπέρογκα ποσά από τον αποκλεισμό των δρόμων. Γνωστή αμερικανική τράπεζα με παράρτημα στην Ελλάδα σταματούσε κάθε φορά τις εργασίες της όταν οι συνδικαλιστές της απεφάσιζαν ότι η αμερικανική κυβέρνηση προέβαινε σε «ιμπεριαλιστικές κινήσεις» με τις οποίες δεν συμφωνούσαν. Η γραφειοκρατία που δημιουργήθηκε εξαιτίας του συστήματος αυτού απαγόρευε επί της ουσίας οιαδήποτε ιδιωτική επένδυση και επιχειρηματικότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της ανεύθυνης και εγωιστικής ευμάρειας, το μόνο υγιές κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, η ελληνική βιομηχανία, κρατικοποιήθηκε. Από το ελληνικό βιομηχανικό στερέωμα, 45 εργοστασιακά συγκροτήματα «κοινωνικοποιήθηκαν» κατά την προσφιλή φράση του «κινήματος του ανατέλλοντος πράσινου ηλίου». Φυσικά, οι εργαζόμενοι των εργασιακών μονάδων αυτών βρήκαν μία ζεστή αγγαλιά στο δημόσιο. Πριν η γενιά του Πολυτεχνείου αναλάβει τα ηνία και μέχρι τη δεκαετία του ’80, η Ελλάδα ήταν μία βιομηχανική χώρα, με ισχυρότατη εξαγωγική τσιμεντοβιομηχανία που ανταγωνιζόταν επάξια τις αντίστοιχες της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η ελληνική χαλυβουργία με το ισχυρό νικέλιο συναγωνιζόταν την αντίστοιχη αγγλική και ιταλική.
Το ελληνικό αλουμίνιο, τα ελληνικά ναυπηγεία (που εδώ και χρόνια είναι κλειστά λόγω συνδικαλισμού και μέχρι νεωτέρας….), η ελληνική χαρτοβιομηχανία (Αθηναϊκή Χαρτοποιία), η βιομηχανία ελαστικών της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας (πριν αποχωρήσουν για την Τουρκία), οι καινοτόμοι πλαστικοί σωλήνες του εργοστασίου Πετζετάκι, τα ελληνικά αμυντικά συστήματα και πολλοί άλλοι τομείς της παραγωγικής μας ζωής καθιστούσαν την πατρίδα μας μία χώρα όχι μόνον αυτάρκη αλλά και εξαγωγική.

Η γενιά του Πολυτεχνείου εδραίωνε το νεομαρξιστικό της αφήγημα πάνω στη φράση «κάτω η ολιγαρχία που πίνει το αίμα του λαού». Πίστευε ότι θα κοροϊδέψει τους «κουτόφραγκους» με τις επιδοτήσεις οι οποίες κατέληγαν στο να αγοράζουν οι αγρότες ακριβά αυτοκίνητα και να εμπλουτίζουν τη σεξουαλική τους ζωή.

Μία στιβαρή επιχείρηση της τότε βιομηχανικής ζωής ήταν και η ΙΖΟΛΑ της θρυλικής οικογένειας Δράκου. Ο Γεώργιος Δράκος αποτυπώνει το κλίμα της εποχής:

«Στην αρχή ζούσαμε από τα εμβάσματα των Ελλήνων του εξωτερικού, μετά από τους πόρους που συνέρρευσαν από το Σχέδιο Μάρσαλ, από την Κοινότητα αργότερα. Κανείς υπεύθυνος πολιτικός δεν είπε στους Ελληνες να αναπροσαρμόσουν την παραγωγή τους και να την κατευθύνουν σε προϊόντα διεθνώς ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν για έργα βιτρίνας και για την ανοικοδόμηση βιλών στα χωριά».

Παραταύτα, παρέμενε αισιόδοξος και δήλωνε: «Από πού αντλώ αισιοδοξία; Από τη διεθνοποίηση της οικονομίας, οπότε οι τοπικοί παράγοντες θα έχουν διαρκώς και λιγότερη σημασία».

Πού να φανταστεί ο δαιμόνιος επιχειρηματίας ότι η μόνη επιχειρηματική τάξη που θα παρέμενε όρθια στην Ελλάδα θα ήταν η κρατικοδίαιτη; Η μεταπολιτευτική γενιά δημιούργησε επιχειρηματίες που θα στήριζαν την υπόστασή της και θα βοηθούσαν να παραμένουν και οι δύο χέρι – χέρι στην εξουσία, μακριά από τον οιοδήποτε διεθνή ανταγωνισμό. Οι πρώην υγιείς ελληνικές βιομηχανίες που απασχολούσαν εργατικό δυναμικό κατά χιλιάδες εξαφανίστηκαν προς χάριν του εύκολου πλουτισμού «των παιδιών της αλλαγής». Η γενιά του Πολυτεχνείου δεν αντελήφθη σε κανένα σημείο ότι δεν μπορείς να έχεις και την πίτα ολόκληρη (δανεισμό, διαφθορά, έυκολο πλουτισμό) και τον σκύλο χορτάτο (δανειστές, νέα γενιά).

Το αφήγημα αυτής της γενιάς εδραιώθηκε μέσω των πανεπιστημίων και της καθεστηκυίας τάξης των ΜΜΕ. Στα πανεπιστήμια, οπουδήποτε παραγόταν πολιτική σκέψη η ιδεολογία ΣΥΡΙΖΑ ήταν κυρίαρχη ενώ αυτοί που διαφέντευαν στα ΜΜΕ ήλεγχαν απολύτως το κλίμα και τον ιδεολογικό διάλογο στα μέτρα των αριστερίστικων στερεοτύπων. Ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη πανωλεθρία που υπέστη η σημερινή γενιά. Όταν ο κύριος εργοδότης της μεταπολιτευτικής ελληνικής οικονομίας ήταν το κράτος δεν είναι τυχαίο ότι και η κουλτούρα που δημιουργείται θα είναι εξαρτημένη από αυτό. Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν άνθρωπο να ρίχνει τις ευθύνες που του αναλογούν αλλού. Η μεταπολιτευτική γενιά δεν χρέωσε μόνο τις επόμενες. Δημιούργησε έναν ανθρωπότυπο από όπου απουσιάζει η ατομική ευθύνη. Δεν φταίμε ποτέ εμείς. Φταίει ο αμερικανός, φταίει ο αδηφάγος καπιταλισμός, φταίει το κράτος, φταίνε τα λαμόγια, φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς.

Το μεταπολιτευτικό πτώμα που πρέπει να θάψουμε τη σημερινή ημέρα είναι αυτό της ανευθυνότητας, της σοσιαλμανίας, του εύκολου πλουτισμού, της εύκολης κατηγορίας. Πολλοί είναι σήμερα αυτοί που «αναπολούν τη χούντα που θα τους σώσει» ή «έναν νέο Καραμανλή, Μεταξά, Βενιζέλο». Όχι αδέρφια. Κανείς από αυτούς δε θα μας σώσει. Θα θάψουμε το πτώμα του κακού μας εαυτού μόνοι μας, ο καθένας από εμάς, θα σώσει πρώτα τον εαυτό του και κατά συνέπεια το Έθνος μας από την παρακμή. Χόρτασε η Πατρίδα μας από Σοσιαλισμό. Διότι ο Σοσιαλισμός τελείωνει εκεί που τελειώνουν τα χρήματα των άλλων.

*Ο Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμων, Συντονιστής του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, MSc Cardiff University, Institute of Chartered Shipbrokers
Συνέχεια

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Τα ανοιχτά σύνορα είναι το τέλος της Ελλάδας


Θα πρέπει να ζεις εντελώς στον δικό σου κόσμο για να μετακομίζεις την Μέση Ανατολή στην Ευρώπη και μετά να αναρωτιέσαι γιατί η καθημερινότητα σου γίνεται όλο και πιο μεσανατολική. Κάπου εκεί βρίσκονται η πολιτική τάξη και τα ΜΜΕ της Ελλάδας. Είναι τόσο βαθιά χωμένοι και οι μεν και οι δε στις αριστερές ιδεοληψίες της πολιτικής ορθότητας και της πολυπολιτισμικότητας που τους είναι αδύνατο να καταλάβουν την καταστροφή που θα φέρει η πολιτική των ανοιχτών συνόρων που έχουν επιβάλλει.

Ο ξάδερφος του πρωθυπουργού, διορισθείς γενικός γραμματέας στο υπουργείο Εξωτερικών, την Κυριακή το πρωί στο Mega μας προειδοποίησε το θέμα της τρομοκρατίας «υπάρχει ο κίνδυνος να μετατοπιστεί στο προσφυγικό». Αν και όπως είπε «πιθανώς να εμφανιστούν και άλλοι [τρομοκράτες] που πέρασαν από τον ελληνικό χώρο.» Οι “πρόσφυγες” μας είπε ο ξάδερφος του πρωθυπουργού ότι φεύγουν από την Συρία για να αποφύγουν τους ίδιους ανθρώπους που αιματοκύλισαν το Παρίσι.

Αυτό που δεν θέλει να ξέρει ή δεν θέλει να πει ο ξάδερφος του πρωθυπουργού είναι ότι δεν έχει ιδέα ποιοι μπαίνουν στην Ελλάδα. Στην Συρία υπάρχουν πληθυσμοί που είναι με την Isis και υπάρχουν άλλες ομάδες που είναι αντίθετες στην Isis, αλλά τα πιστεύω τους είναι επίσης του ακραίου ισλαμισμού. Οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι είναι μετρημένοι στα δάκτυλα. Όταν η Isis χάνει μια μάχη οι φιλικοί πληθυσμοί προς αυτή γίνονται και αυτοί πρόσφυγες. Όταν περίπου 6.000 μουσουλμάνοι εισβάλουν καθημερινά στην Ελλάδα το ελληνικό κράτος δεν έχει ιδέα από που είναι και τι πιστεύουν. Ο διορισθείς ξάδελφος απλά ψεύδεται όταν δηλώνει ότι αυτοί που εκμεταλλεύονται την πολιτική των ανοιχτών συνόρων που εφαρμόζει η κυβέρνηση Τσίπρα/Καμμένου είναι απλά θύματα των πιο ακραίων ισλαμιστών.

Προσφάτως η Deutsche Welle μετέδωσε ότι «Οι πρόσφυγες δεν αφήνουν πίσω τους τις συγκρούσεις». «Οι οργανώσεις βοήθειας, οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι εθελοντές παρατηρούν ότι οι εθνοτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές εντάσεις βρίσκονται σε άνοδο στα υπερπλήρη καταφύγια προσφύγων της Γερμανίας.» Συνοπτικά, εισάγουμε αθρόα πληθυσμούς και ταυτόχρονα εισάγουμε τις συγκρούσεις που γι’ αυτούς είναι ύψιστης σπουδαιότητας. Αυτά που έγιναν στο Παρίσι τώρα και πριν από μερικούς μήνες δεν είναι παρά οι προσεισμικές δονήσεις της πολυπολιτισμικής Ευρώπης, τα χειρότερα έπονται.

Από την μια βλέπουμε ότι πολλές από τις τρομοκρατικές επιθέσεις που έχουν γίνει από μουσουλμάνους δεύτερης και τρίτης γενιάς, που δείχνει πόσο δύσκολο είναι για το μουσουλμανικό στοιχείο η αφομοίωση του στις αρχές και την κουλτούρα των δυτικών κοινωνιών. Η αποτυχία της αφομοίωσης των ήδη εν Ευρώπη μουσουλμάνων δεν φαίνεται να πτοεί την πολιτική τάξη. Το κάλεσμα της κας Μέρκελ σε εκατομμύρια μουσουλμάνους το μόνο που θα καταφέρει είναι να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα σε όλα τα θέματα που αφορούν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Ισλάμ και νεωτερικότητα δεν συμβαδίζουν, αλλά η πολιτική τάξη της Ευρώπης δεν έχει κανένα πρόβλημα γεμίζει την ήπειρο με εχθρικούς προς τις βασικές αρχές της πληθυσμούς. Δεν είναι τυχαίο που η λύση που έχει βρεθεί μέχρι τώρα είναι αντί οι μουσουλμάνοι να αφομοιώνουν τις αρχές της Ευρώπης, η Ευρώπη υιοθετεί τις αρχές του Ισλάμ. Οι νόμοι λογοκρισίας είναι μόνο η αρχή. Θα δείτε ότι μετά από κάποιο καιρό η λύση που θα βρεθεί για τα όποια νέα θέματα λόγω της αθρόας λαθρομετανάστευσης θα είναι ο περεταίρω περιορισμός των συνταγματικών ελευθεριών των Ευρωπαίων.

Μπορεί η κα Μέρκελ ή ο Γιούνκερ να μην έχουν και μεγάλη εμπειρία στα θέματα και την ιστορία του Ισλάμ, αλλά πως μπορεί να εξηγηθεί η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η σιωπή της αντιπολίτευσης και η επιδοκιμασία των ΜΜΕ στον ισλαμικό εποικισμό της Ελλάδας; Πως μπορεί να εξηγηθεί η θέση της κυβέρνησης Τσίπρα/Καμμένου να μείνουν στην Ελλάδα τουλάχιστον 500.000 μουσουλμάνοι με αντάλλαγμα δήθεν κάποιες ελαφρύνσεις στο μνημόνιο; Πως είναι δυνατόν χώρα που έχει δεινοπαθήσει για τέσσερεις αιώνες ως μια χριστιανική μειονότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να αποδέχεται την αυτοκατάργηση της μέσω της πολιτικής των ανοιχτών συνόρων; Αυτό που έγινε την Παρασκευή στο Παρίσι δεν είναι τίποτα μπροστά στον κοινωνικό και πολιτισμικό εκτροχιασμό που θα ακολουθήσει.
Συνέχεια