Ελληνική γλώσσα: ιστορία και γραφή
Περίοδοι, αλφάβητο, ορθογραφία και διάλεκτοι της ελληνικής Δείτε περισσότερα στο NV Casino.
Ιστορία
Από τις πινακίδες της Γραμμικής Β ως τη νέα ελληνική και το γλωσσικό ζήτημα.
Γραφή
Το ελληνικό αλφάβητο, το πολυτονικό και το μονοτονικό σύστημα του 1982.
Ποικιλίες
Διάλεκτοι όπως τα ποντιακά και τα τσακώνικα, η καθαρεύουσα, τα καλιαρντά και τα greeklish.
Η ελληνική γλώσσα με μια ματιά
Η ελληνική συνδέει μια μακρά γραπτή μαρτυρία με τη σημερινή χρήση της σε διαφορετικές χώρες και κοινότητες. Η θέση της στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια περιγράφει τη συγγένειά της με άλλες γλώσσες, όχι την καταγωγή της από κάποια σύγχρονη γλώσσα. Στον δημόσιο χώρο χρησιμοποιείται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ ελληνόφωνες κοινότητες υπάρχουν και εκτός Ελλάδας και Κύπρου. Τα παλαιότερα σωζόμενα γραπτά τεκμήρια επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την ελληνική γραφή για περισσότερες από τρεις χιλιετίες.
Ένας κλάδος της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας
Η ελληνική ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια και κατατάσσεται στον ελληνικό κλάδο, γνωστό στη γλωσσολογική ταξινόμηση ως Ελληνικός κλάδος. Η οικογένεια περιλαμβάνει γλώσσες που συνδέονται μέσω κοινής ιστορικής καταγωγής, η οποία ανάγεται σε μια ανασυγκροτημένη πρόγονη γλώσσα. Η ταξινόμηση δεν σημαίνει ότι όλες οι γλώσσες της οικογένειας μοιάζουν σήμερα ή ότι η μία προήλθε από την άλλη. Για την ελληνική, τα συγκριτικά δεδομένα δείχνουν έναν διακριτό κλάδο, με δική του πορεία εξέλιξης.
Όταν λέγεται ότι η ελληνική δεν έχει στενούς σύγχρονους συγγενείς, εννοείται πως δεν υπάρχει άλλη ζωντανή γλώσσα που να αποτελεί άμεση αδελφή της μέσα στον ίδιο κλάδο. Η ελληνική είναι η μόνη σύγχρονη γλώσσα του κλάδου της· αυτό δεν την τοποθετεί έξω από την ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά σημαίνει ότι η πλησιέστερη γνωστή συγγένειά της αφορά παλαιότερα γλωσσικά στάδια και όχι μια άλλη σημερινή γλώσσα. Οι διάλεκτοι και οι ποικιλίες της ελληνικής δεν αποτελούν ξεχωριστούς σύγχρονους συγγενείς κλάδους.
Τα λατινικά, τα σανσκριτικά και οι γερμανικές γλώσσες είναι μακρινοί συγγενείς της ελληνικής, καθώς ανήκουν σε διαφορετικούς κλάδους της ίδιας ευρύτερης οικογένειας. Η συγγένεια προκύπτει από συστηματικές αντιστοιχίες σε λέξεις και γραμματικά στοιχεία που ανάγονται σε κοινή καταγωγή· δεν σημαίνει ότι η ελληνική προήλθε από τα λατινικά ή τα σανσκριτικά. Η διαχρονική γλωσσολογία αξιοποιεί τέτοιες αντιστοιχίες για να ανασυγκροτήσει παλαιότερες μορφές και να διακρίνει την κληρονομιά από μεταγενέστερες επαφές και δανεισμούς.
Πού μιλιέται σήμερα η ελληνική
Η ελληνική είναι επίσημη γλώσσα της Ελλάδας. Στη Δημοκρατία της Κύπρου είναι επίσημη μαζί με τα τουρκικά, όπως ορίζει το συνταγματικό πλαίσιο της χώρας. Οι δύο γλώσσες έχουν συνεπώς θεσμική παρουσία στην Κύπρο, ενώ η καθημερινή χρήση τους διαφέρει ανάλογα με την κοινότητα και το περιβάλλον. Η ελληνική χρησιμοποιείται στη δημόσια διοίκηση, στην εκπαίδευση και στα μέσα επικοινωνίας, αλλά και στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική είναι επίσημη γλώσσα από την 1η Ιανουαρίου 1981, ημερομηνία ένταξης της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η επίσημη ιδιότητα σημαίνει ότι η ελληνική εντάσσεται στις γλώσσες των θεσμών της Ένωσης και χρησιμοποιείται σε επίσημα έγγραφα και διαδικασίες σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Η θεσμική αυτή παρουσία αφορά τις λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διακρίνεται από την καθημερινή ομιλία των ελληνόφωνων κοινοτήτων.
Ελληνικές κοινότητες υπάρχουν επίσης σε χώρες της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας, με τη διατήρηση της γλώσσας να συνδέεται, μεταξύ άλλων, με οικογενειακούς δεσμούς, συλλόγους και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Η μετανάστευση δημιούργησε διαφορετικές συνθήκες χρήσης: σε ορισμένες οικογένειες τα ελληνικά μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, ενώ σε άλλες συνυπάρχουν με την κυρίαρχη γλώσσα της χώρας εγκατάστασης.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το Γκρίκο, μια ελληνική γλωσσική ποικιλία που επιβιώνει σε κοινότητες της νότιας Ιταλίας, κυρίως στην Απουλία και στην Καλαβρία. Η χρήση του διατηρείται σε τοπικά περιβάλλοντα και συνυπάρχει με τα ιταλικά και τις τοπικές ρομανικές ποικιλίες. Η μακρόχρονη γλωσσική επαφή έχει αφήσει ίχνη στο λεξιλόγιο και στην καθημερινή επικοινωνία, χωρίς να αναιρεί την ελληνική του βάση.
Πάνω από τρεις χιλιετίες γραπτής παράδοσης
Η αρχαιότερη γνωστή γραπτή μαρτυρία της ελληνικής βρίσκεται σε μυκηναϊκά κείμενα γραμμένα με τη Γραμμική Β, τα οποία χρονολογούνται στον 14ο–13ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται κυρίως για πινακίδες από διοικητικά κέντρα, όπως η Πύλος και η Κνωσός. Επειδή τα τεκμήρια αυτά προηγούνται κατά περισσότερο από τρεις χιλιετίες από τη σημερινή εποχή, η γραπτή ιστορία της ελληνικής ξεπερνά τις τρεις χιλιάδες χρόνια. Η χρονολόγηση αφορά την παλαιότερη σωζόμενη γραπτή μαρτυρία, όχι την αρχή της ομιλίας της γλώσσας.
Η Γραμμική Β ήταν συλλαβική γραφή: τα βασικά σημεία της απέδιδαν συνήθως συνδυασμούς συμφώνου και φωνήεντος, ενώ υπήρχαν και ειδικά σύμβολα για αντικείμενα και αριθμούς. Οι γραφείς τη χρησιμοποιούσαν για να καταγράφουν την ελληνική της μυκηναϊκής εποχής, παρότι το σύστημα δεν αποτύπωνε με ακρίβεια κάθε ήχο της. Οι πινακίδες περιέχουν κυρίως λογιστικές και διοικητικές πληροφορίες, όπως καταλόγους προϊόντων, ζώων, εργαζομένων και προσφορών· δεν είναι αφηγηματικά έργα.
Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β από τον Μάικλ Βέντρις το 1952, με τη συμβολή του κλασικού φιλολόγου Τζον Τσάντγουικ, έδειξε ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν ελληνική. Η αναγνώριση αυτή έκανε τα τεκμήρια άμεση πηγή για την παλαιότερη καταγεγραμμένη ελληνική και για τη διοίκηση των μυκηναϊκών ανακτόρων. Παράλληλα, η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας μελετάται μέσα από διαφορετικά γραπτά συστήματα και κείμενα, όχι ως αμετάβλητη μορφή επί τρεις χιλιετίες. Η συνέχεια αφορά την τεκμηριωμένη παρουσία της ελληνικής στον γραπτό λόγο, ενώ η προφορά, το λεξιλόγιο και η γραμματική μεταβλήθηκαν με τον χρόνο.
Οι περίοδοι της ελληνικής γλώσσας
Η ιστορία της ελληνικής γλώσσας διακρίνεται συμβατικά σε περιόδους, χωρίς τα όριά τους να αντιστοιχούν σε απότομες αλλαγές στην καθημερινή ομιλία. Οι γραπτές μαρτυρίες δείχνουν πώς μεταβάλλονταν η προφορά, η γραμματική και το λεξιλόγιο, ενώ διαφορετικές μορφές συνυπήρχαν σε κάθε εποχή. Από τις μυκηναϊκές πινακίδες έως τη σημερινή Κοινή, οι αλλαγές συνδέονται με την επικοινωνία σε νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Η διαχρονική εξέταση των κειμένων επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τόσο τις μεταβολές όσο και τις συνέχειες.
Μυκηναϊκή και αρχαία ελληνική
Η Μυκηναϊκή είναι η αρχαιότερη μορφή της ελληνικής που μαρτυρείται γραπτώς. Καταγράφεται σε πινακίδες της Γραμμικής Β, κυρίως από τον 14ο–13ο αιώνα π.Χ., οι οποίες έχουν βρεθεί σε ανακτορικά κέντρα όπως η Πύλος, η Κνωσός και οι Μυκήνες. Οι περισσότερες είναι διοικητικά αρχεία: καταγράφουν ποσότητες προϊόντων, ζώα, εργαζομένους, αφιερώματα και διανομές αγαθών. Η Γραμμική Β αποδίδει τις λέξεις με συλλαβικά σημεία και χρησιμοποιεί επίσης σύμβολα για κατηγορίες προϊόντων. Έτσι, οι πινακίδες προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία για παλαιότερες ελληνικές λέξεις και γραμματικούς τύπους, αλλά δεν αποτελούν εκτενή αφηγηματικά κείμενα.
Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων, η γραπτή τεκμηρίωση διακόπτεται για αρκετούς αιώνες. Η αρχαία ελληνική εμφανίζεται αργότερα σε πολλές τοπικές διαλέκτους, οι οποίες δεν ήταν απλώς διαφορετικές γραφές της ίδιας προφοράς: είχαν φωνητικές, μορφολογικές και λεξιλογικές αποκλίσεις. Οι βασικές ομάδες είναι η Ιωνική-Αττική, η Αιολική, η Δωρική και η Αρκαδοκυπριακή. Η Ιωνική μιλιόταν, μεταξύ άλλων, στα παράλια της Μικράς Ασίας, ενώ η Αττική στην Αθήνα. Η Αιολική εκπροσωπείται σε περιοχές όπως η Λέσβος και η Θεσσαλία, η Δωρική σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου και σε δωρικές αποικίες, και η Αρκαδοκυπριακή στην Αρκαδία και την Κύπρο.
Οι διαφορές φαίνονται σε συγκεκριμένους τύπους. Στην Αττική συναντάται το «θάλαττα», ενώ στην Ιωνική το αντίστοιχο «θάλασσα». Η επική μορφή «ἄμμες», γνωστή από την Αιολική, αντιπαραβάλλεται με το αττικό «ἡμεῖς». Παράλληλα, η γλώσσα των ομηρικών επών δεν ταυτίζεται με μία καθημερινή τοπική διάλεκτο: αποτελεί μεικτό λογοτεχνικό ιδίωμα με κυρίαρχη ιωνική βάση και αιολικά στοιχεία. Οι τύποι της υπηρετούν το μέτρο και την ποιητική παράδοση, όπως φαίνεται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
Η διάλεκτος συνδέεται συχνά με συγκεκριμένα είδη γραφής. Η Ιωνική χρησιμοποιήθηκε από τον Ηρόδοτο, η Αιολική από τη Σαπφώ, ενώ η Αττική συνδέεται με έργα του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα και των αττικών τραγικών. Στην ποίηση, η Δωρική εμφανίζεται συχνά ως συμβατική γλώσσα χορικών μερών. Τα έργα αυτά και οι επιγραφές επιτρέπουν να συγκριθούν τύποι όπως οι καταλήξεις των ουσιαστικών και οι διαφορετικές μορφές αντωνυμιών, χωρίς να θεωρούμε ότι όλοι οι αρχαίοι μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο.
Ελληνιστική Κοινή
Η Ελληνιστική Κοινή διαμορφώθηκε από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., καθώς οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η ίδρυση ελληνιστικών βασιλείων διεύρυναν την επικοινωνία από την Ελλάδα έως την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Δεν προέκυψε με μία απόφαση ούτε εξαφάνισε αμέσως τις τοπικές διαλέκτους. Αποτελούσε μια ευρύτερα κατανοητή μορφή ελληνικής, που χρησιμοποιούνταν σε πόλεις, διοίκηση, εμπόριο και εκπαίδευση.
Η βάση της ήταν κυρίως η Αττική, με επιδράσεις και συγγένειες προς την Ιωνική, γι’ αυτό συχνά περιγράφεται ως αττικοϊωνική. Καθώς εξαπλώθηκε σε περιοχές με διαφορετικές μητρικές γλώσσες, η χρήση της προσαρμόστηκε στις ανάγκες των ομιλητών. Στα κείμενα διακρίνονται αλλαγές στη σύνταξη και στη χρήση ορισμένων γραμματικών τύπων, καθώς και λεξιλόγιο που αντανακλά νέες διοικητικές και κοινωνικές πραγματικότητες. Η Κοινή δεν ήταν απολύτως ομοιόμορφη: υπήρχαν τοπικές διαφορές ανάλογα με τον τόπο και το είδος του κειμένου.
Σημαντικά τεκμήρια της περιόδου είναι η μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή η ελληνική απόδοση των εβραϊκών γραφών που άρχισε στην Αλεξάνδρεια περίπου τον 3ο αιώνα π.Χ., και η Καινή Διαθήκη, γραμμένη κυρίως στην Κοινή κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. Τα κείμενα αυτά δείχνουν μια γλώσσα κατάλληλη για ευρεία επικοινωνία, αλλά και για σύνθετες αφηγήσεις, επιστολές και θεολογικές έννοιες. Η μεγάλη γεωγραφική της διάδοση καθιέρωσε την Κοινή ως σημαντικό μέσο επικοινωνίας στην ανατολική Μεσόγειο για πολλούς αιώνες.
Μεσαιωνική ελληνική
Η μεσαιωνική ή βυζαντινή ελληνική ορίζεται συμβατικά από τον 6ο έως τον 15ο αιώνα. Τα όρια αυτά διευκολύνουν τη μελέτη, αλλά δεν σημαίνουν ότι η γλώσσα άλλαξε ξαφνικά στις αρχές ή στο τέλος της περιόδου. Η προφορική χρήση συνέχισε να εξελίσσεται από την Κοινή, ενώ η πολιτική και εκκλησιαστική γραμματεία διατηρούσε συχνά παλαιότερα πρότυπα.
Στα γραπτά κείμενα συναντάται ένα ευρύ φάσμα ύφους. Ιστορικοί και λόγιοι μπορούσαν να μιμούνται αρχαϊκές μορφές, ενώ επιστολές, χρονικά, βίοι αγίων και πρακτικά έγγραφα συχνά αποτυπώνουν γλωσσικά στοιχεία πιο κοντά στην καθημερινή χρήση. Η διάκριση ανάμεσα στη λόγια γραπτή γλώσσα και στη λαϊκή προφορική δεν ήταν απόλυτη: οι συγγραφείς επέλεγαν διαφορετικό ύφος ανάλογα με τον σκοπό και το κοινό τους, και ορισμένα κείμενα συνδυάζουν στοιχεία και από τις δύο.
Η «Χρονογραφία» του Θεοφάνη, που καλύπτει γεγονότα έως τις αρχές του 9ου αιώνα, αποτελεί παράδειγμα ιστορικής γραφής με λόγια χαρακτηριστικά. Αντίθετα, τα πτωχοπροδρομικά ποιήματα του 12ου αιώνα περιέχουν πιο οικείες εκφράσεις και λεξιλόγιο της καθημερινής ζωής. Οι διαφορετικές μορφές του «Διγενή Ακρίτη», που διασώζονται σε χειρόγραφα μεταγενέστερων αιώνων, συνδυάζουν ηρωική αφήγηση με στοιχεία της δημώδους παράδοσης. Χρονικά, θρησκευτικά κείμενα και λογοτεχνία προσφέρουν, μαζί με τις επιγραφές, ενδείξεις για την εξέλιξη της σύνταξης και του λεξιλογίου.
Η μεσαιωνική περίοδος είναι κρίσιμη για την παρακολούθηση της απόστασης ανάμεσα στην επίσημη γραπτή παράδοση και στις ομιλούμενες μορφές. Η χρήση λόγιων τύπων δεν αποδεικνύει ότι οι ίδιοι τύποι ήταν καθημερινοί στον προφορικό λόγο· αντίστοιχα, ένα δημώδες κείμενο δεν καταγράφει μηχανικά την ομιλία μιας ολόκληρης περιοχής. Η σύγκριση έργων διαφορετικών αιώνων και ειδών δείχνει σταδιακή μεταβολή, με τοπικές ποικιλίες να συνυπάρχουν σε ολόκληρη την περίοδο.
Νέα ελληνική
Η Νέα Ελληνική αναπτύχθηκε σταδιακά από τις λαϊκές μορφές της μεσαιωνικής περιόδου και όχι από την άμεση αναβίωση της αρχαίας αττικής. Η καθημερινή ομιλία μετασχημάτισε παλαιότερους ήχους και γραμματικούς τύπους, ενώ η λόγια γραφή διατήρησε στοιχεία αρχαιότερων σταδίων. Στη διάρκεια των νεότερων αιώνων συνυπήρχαν τοπικές διάλεκτοι και διαφορετικές γραπτές παραδόσεις. Το 1976 η δημοτική καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης και της διοίκησης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της Κοινής Νεοελληνικής ως κοινού προτύπου.
Η προφορά αποκαλύπτει μερικές από τις σημαντικότερες μεταβολές. Ο αρχαίος μουσικός τόνος, που βασιζόταν στις διαφορές ύψους της φωνής, έδωσε σταδιακά τη θέση του στον δυναμικό τόνο, όπου μια συλλαβή προφέρεται με μεγαλύτερη ένταση. Το δασύ πνεύμα αντιστοιχούσε παλαιότερα σε ήχο [h], ο οποίος χάθηκε στην εξέλιξη της ελληνικής. Παράλληλα, τα γράμματα η, ι, υ, ει και οι κατέληξαν να προφέρονται ως [i], διαδικασία γνωστή ως ιωτακισμός. Η σύγκλιση αυτή δεν συνέβη παντού την ίδια στιγμή, αλλά ολοκληρώθηκε σταδιακά.
Άλλαξαν επίσης σύμφωνα που στην αρχαιότητα ήταν κλειστοί ήχοι. Τα β, γ και δ, τα οποία προφέρονταν ως ηχητικά κλειστά σύμφωνα, εξελίχθηκαν σε τριβόμενα: το β αποδίδει σήμερα [v], το γ συνήθως [ɣ] και το δ [ð]. Αντίστοιχα, τα φ, θ και χ από δασέα κλειστά σύμφωνα μετατράπηκαν σε τριβόμενα, όπως δείχνουν οι προφορές [f], [θ] και [x]. Επομένως, η γραφή διατηρεί τα ίδια γράμματα, ενώ η αξία τους στην προφορά έχει αλλάξει.
Η Κοινή Νεοελληνική αποτελεί πρότυπο επικοινωνίας και εκπαίδευσης, όχι αντίγραφο της ομιλίας κάθε περιοχής. Η προέλευσή της από τη λαϊκή γλωσσική παράδοση συνυπάρχει με λόγια στοιχεία και με την επιρροή τοπικών ποικιλιών. Οι μεταβολές στην προφορά, από τον μουσικό στον δυναμικό τόνο και από το β στο [v], δείχνουν ιστορική συνέχεια μέσα από αλλαγές· η ελληνική δεν αποτελεί σειρά ανεξάρτητων γλωσσών.
Η γραφή της ελληνικής
Η γραφή είναι ένα σύστημα οπτικών σημείων που αποτυπώνει τη γλώσσα και επιτρέπει την καταγραφή και ανάγνωση λέξεων. Η ελληνική γραφή πέρασε από τη συλλαβική Γραμμική Β σε ένα αλφάβητο που σημείωνε χωριστά και τα φωνήεντα. Στους επόμενους αιώνες, τα διακριτικά σημεία και οι ορθογραφικές συμβάσεις διαμόρφωσαν διαφορετικούς τρόπους γραφής. Η σημερινή γραφή συνδυάζει ένα απλό σύστημα τονισμού με ορθογραφικές επιλογές που διατηρούν στοιχεία της ιστορίας των λέξεων.
Από τη Γραμμική Β στο αλφάβητο
Η γραφή αποτελεί οργανωμένο σύστημα σημείων, με κανόνες που συνδέουν οπτικές μορφές με μονάδες της γλώσσας. Η Γραμμική Β, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την καταγραφή της μυκηναϊκής ελληνικής, ήταν κυρίως συλλαβογραφική: κάθε βασικό σημείο απέδιδε συνήθως μια συλλαβή, όπως «πα» ή «το», και όχι ένα μεμονωμένο σύμφωνο ή φωνήεν. Οι πινακίδες της, γραμμένες σε άργιλο, περιλάμβαναν επίσης ειδικά σημεία για αριθμούς και εμπορεύματα.
Ένα συλλαβόγραμμα δεν αποδίδει με την ίδια ακρίβεια όλους τους συνδυασμούς συμφώνων. Για παράδειγμα, το σύστημα της Γραμμικής Β δεν διέθετε ξεχωριστό σημείο για κάθε σύμπλεγμα συμφώνων της ελληνικής· οι γραφείς κατέφευγαν σε συμβάσεις συλλαβικής απόδοσης, ενώ ο αναγνώστης συμπλήρωνε στοιχεία που δεν καταγράφονταν άμεσα. Αυτή η δομή διέφερε από το αλφάβητο, όπου ένα γράμμα αντιστοιχεί κατά κανόνα σε φθόγγο ή σε στοιχείο της ορθογραφίας.
Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες προσάρμοσαν το φοινικικό σύστημα γραφής και διαμόρφωσαν το ελληνικό αλφάβητο. Καθοριστική αλλαγή ήταν η χρήση ορισμένων σημείων για την απόδοση των φωνηέντων, τα οποία δεν σημειώνονταν με αντίστοιχο τρόπο στο φοινικικό συμφωνικό σύστημα. Έτσι, το ελληνικό αλφάβητο μπορούσε να καταγράφει πιο ρητά τη διαδοχή συμφώνων και φωνηέντων μέσα σε μια λέξη.
Η προσαρμογή δεν ήταν απλή αντιγραφή: τα γράμματα απέκτησαν ελληνικές ονομασίες και νέες λειτουργίες, ενώ η μορφή και η χρήση τους διαφοροποιήθηκαν ανά περιοχή. Οι πρώιμες ελληνικές επιγραφές δείχνουν ότι η φορά της γραφής δεν είχε εξαρχής ενιαία κατεύθυνση· απαντά, μεταξύ άλλων, η βουστροφηδόν γραφή, όπου οι γραμμές εναλλάσσουν φορά. Η σταδιακή επικράτηση του αλφαβητικού τρόπου έδωσε ένα ευέλικτο μέσο καταγραφής της ελληνικής, με ξεχωριστά γράμματα για τα φωνήεντα και τα σύμφωνα.
Πολυτονικό και μονοτονικό σύστημα
Το πολυτονικό σύστημα χρησιμοποιούσε περισσότερα διακριτικά σημεία από τον σημερινό τόνο. Περιλάμβανε τρεις τόνους —οξεία, βαρεία και περισπωμένη— και δύο πνεύματα, την ψιλή και τη δασεία, τα οποία τοποθετούνταν κυρίως πάνω από αρχικό φωνήεν ή δίφθογγο. Η οξεία και η περισπωμένη συνδέονταν με διακρίσεις τονισμού στην αρχαία ελληνική, ενώ η δασεία δήλωνε αρχική δασύτητα, δηλαδή έναν ήχο σαν άχνισμα πριν από το φωνήεν.
Η οργάνωση και η διάδοση αυτών των σημάνσεων συνδέονται με τους ελληνιστικούς φιλολόγους της Αλεξάνδρειας. Η παράδοση αποδίδει σημαντικό ρόλο στον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο, λόγιο που έζησε περίπου το 200 π.Χ. και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια. Τα σημεία διευκόλυναν την ανάγνωση και τη μελέτη παλαιότερων κειμένων, ιδίως όταν η προφορά της εποχής του αναγνώστη είχε απομακρυνθεί από τις διακρίσεις που καταγράφονταν σε αυτά.
Στη νεότερη ελληνική προφορά, οι παλαιές διαφορές που δήλωναν οι πολυτονικοί τόνοι και τα πνεύματα δεν λειτουργούν ως αντίστοιχες φωνητικές διακρίσεις. Παρ’ όλα αυτά, το πολυτονικό παρέμεινε σε χρήση επί αιώνες, ιδίως στη λόγια γραφή, στα βιβλία και στην εκπαίδευση. Η διατήρησή του αντανακλούσε επίσης την ιστορική συνέχεια της γραπτής παράδοσης, αλλά απαιτούσε από τους μαθητές να χειρίζονται περισσότερα σημεία και κανόνες.
Το μονοτονικό περιόρισε τη σήμανση στον τόνο, με τη διαλυτική να χρησιμοποιείται όπου χρειάζεται για να δηλωθεί ότι δύο γειτονικά φωνήεντα προφέρονται χωριστά. Η απλούστευση ανταποκρινόταν στη σύγχρονη προφορά και μείωνε τον αριθμό των διακριτικών που έπρεπε να διδάσκονται και να πληκτρολογούνται. Δεν άλλαξε την προφορά των λέξεων ούτε κατάργησε τις ορθογραφικές διακρίσεις ανάμεσα σε γράμματα.
Η επίσημη εισαγωγή του μονοτονικού για την εκπαίδευση και το κράτος έγινε με το Προεδρικό Διάταγμα 297/1982, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 36 στις 29 Απριλίου 1982. Από τότε, ο συνηθισμένος γραπτός λόγος χρησιμοποιεί ένα σημείο τόνου αντί για το σύνολο των πολυτονικών σημείων, ενώ το πολυτονικό εξακολουθεί να εμφανίζεται σε εκδόσεις αρχαίων και εκκλησιαστικών κειμένων.
Ιστορική ορθογραφία
Η ορθογραφία στα ελληνικά είναι ιστορική και όχι αυστηρά φωνητική: η γραφή μιας λέξης δεν προκύπτει πάντοτε από τον ήχο που ακούμε σήμερα. Οι μεταβολές στην προφορά δεν οδήγησαν σε αντίστοιχη αλλαγή όλων των γραμμάτων. Έτσι, διαφορετικές ιστορικές γραφές μπορούν να αποδίδουν τον ίδιο φωνηεντικό ήχο στη σύγχρονη κοινή ελληνική, ενώ η γραπτή μορφή διατηρεί πληροφορίες για την ιστορία και τη συγγένεια των λέξεων.
Ο πίνακας δείχνει συνηθισμένες αντιστοιχίες ήχου και γραφής. Τα παραδείγματα αποδίδουν την προφορά των συγκεκριμένων φωνηέντων στη σημερινή ελληνική, όχι έναν κανόνα που επιτρέπει να προβλεφθεί η ορθογραφία μόνο από την ακρόαση.
| Ήχος | Γραφή | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| [i] | ι | ίχνος |
| [i] | η | ήλιος |
| [i] | υ | ύλη |
| [i] | ει | είμαι |
| [i] | οι | οίκος |
| [i] | υι | υιός |
| [e] | ε | εδώ |
| [e] | αι | και |
| [o] | ο | όλος |
| [o] | ω | ώρα |
Οι αντιστοιχίες [i], [e] και [o] δείχνουν γιατί η ακουστική εντύπωση από μόνη της δεν αρκεί για ασφαλή γραφή: ο ήχος [i], για παράδειγμα, μπορεί να αποδοθεί με έξι διαφορετικούς τρόπους. Η επιλογή εξαρτάται από την καθιερωμένη γραφή κάθε λέξης και, σε αρκετές περιπτώσεις, από τη μορφολογία και την ετυμολογική της ιστορία. Η ιστορική ορθογραφία διατηρεί αυτές τις διακρίσεις ακόμη κι όταν οι αντίστοιχες γραφές έχουν συμπέσει στην προφορά.
Πόσες λέξεις έχει η ελληνική γλώσσα
Το πλήθος των λέξεων της ελληνικής εξαρτάται από το τι θεωρείται λέξη και από ποια περίοδο ή ποιο είδος λεξιλογίου εξετάζεται. Άλλο είναι να μετρά κανείς τα λήμματα ενός λεξικού και άλλο κάθε γραμματική μορφή που εμφανίζεται σε κείμενα. Τα λεξικά και τα ψηφιακά σώματα κειμένων καταγράφουν διαφορετικό υλικό, ανάλογα με τον σκοπό και τα κριτήρια σύνταξής τους. Γι’ αυτό δεν υπάρχει ένας συνολικός αριθμός που να αποδίδει με ακρίβεια όλο το ελληνικό λεξιλόγιο.
Γιατί δεν υπάρχει ακριβής αριθμός
Δεν υπάρχει αξιόπιστος συνολικός αριθμός λέξεων για την ελληνική γλώσσα. Οι διαδεδομένοι ισχυρισμοί ότι διαθέτει εκατομμύρια λέξεις είναι μύθος, καθώς δεν συνοδεύονται από επιστημονική πηγή ούτε εξηγούν τι ακριβώς μετρούν. Για να έχει νόημα μια καταμέτρηση, πρέπει πρώτα να οριστεί αν αφορά λήμματα, διαφορετικές γραμματικές μορφές, λέξεις συγκεκριμένης περιόδου ή όρους ενός ειδικού πεδίου.
Λήμμα είναι η βασική μορφή με την οποία καταχωρίζεται μια λέξη σε λεξικό. Για παράδειγμα, το ρήμα «γράφω» αποτελεί ένα λήμμα, ενώ οι τύποι «γράφεις», «γράφουμε», «έγραφα», «έγραψα» και «θα γράψω» είναι διαφορετικές μορφές του ίδιου ρήματος. Αν κάθε κλιτός τύπος μετρηθεί ξεχωριστά, η καταμέτρηση μεγαλώνει σημαντικά, χωρίς να προστίθενται αντίστοιχα νέα λήμματα.
Το εύρος του λεξιλογίου αλλάζει επίσης το αποτέλεσμα. Μια καταγραφή μόνο της σημερινής κοινής νεοελληνικής δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά αρχαίους τύπους, μεσαιωνικές λέξεις, ιδιωματισμούς, ορολογία της ιατρικής ή νέους τεχνικούς όρους. Επιπλέον, χρειάζεται απόφαση για το αν καταγράφονται σύνθετες λέξεις, παράγωγα, κύρια ονόματα και ξενικά δάνεια. Κάθε διαφορετική επιλογή δημιουργεί διαφορετικό σύνολο προς μέτρηση· γι’ αυτό οι αριθμοί χωρίς σαφή κριτήρια δεν είναι συγκρίσιμοι.
Τι μετρούν τα λεξικά
Τα λεξικά οργανώνουν το λεξιλόγιο σε λήμματα και όχι συνήθως σε κάθε τύπο που μπορεί να σχηματίσει μια λέξη. Το εύρος τους εξαρτάται από τον σκοπό τους: ένα ιστορικό λεξικό μπορεί να καλύπτει παλαιότερες περιόδους, ενώ ένα χρηστικό λεξικό εστιάζει στη σύγχρονη χρήση. Οι ιδιωματικές λέξεις και η τεχνική ορολογία περιλαμβάνονται μόνο όταν το έργο τις έχει εντάξει ρητά στην εκδοτική του ύλη.
- Το λεξικό των Λίντελ–Σκοτ–Τζόουνς, γνωστό ως «Ελληνικό–Αγγλικό Λεξικό», κυκλοφόρησε στην ένατη έκδοσή του το 1940 και αφορά κυρίως την αρχαία ελληνική γραμματεία.
- Το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, γνωστού και ως Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, εκδόθηκε το 1998.
- Το λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, με τίτλο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», πρωτοεκδόθηκε το 1998 και περιγράφει τη νεοελληνική λέξη, τη σημασία και τη χρήση της.
- Το «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών εκδόθηκε το 2014 και έχει προσανατολισμό στη σύγχρονη χρήση και στην πρακτική ερμηνεία.
- Ο Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας, γνωστός με τα αρχικά ΤΛΓ, είναι ψηφιακό έργο του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ίρβαϊν, που ξεκίνησε το 1972 και συγκεντρώνει ελληνικά κείμενα.
Οι πηγές αυτές δεν μετρούν το ίδιο αντικείμενο: ένα λεξικό επιλέγει και ορίζει λήμματα, ενώ ένα σώμα κειμένων επιτρέπει την αναζήτηση λέξεων μέσα σε καταγεγραμμένα έργα. Η σύγκριση έχει νόημα μόνο όταν είναι γνωστή η χρονική περίοδος, το είδος κειμένων και τα κριτήρια καταχώρισης.
Ελληνικές λέξεις σε άλλες γλώσσες
Ελληνικές ρίζες και μορφολογικά στοιχεία έχουν περάσει στη διεθνή επιστημονική ορολογία, συχνά μέσα από λέξεις που πλάστηκαν σε νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το «τηλέφωνο» σχηματίστηκε από το αρχαίο επίρρημα «τῆλε», με σημασία «μακριά», και το ουσιαστικό «φωνή». Τα δύο στοιχεία δηλώνουν τη μετάδοση της φωνής σε απόσταση και αξιοποιήθηκαν για την ονομασία μιας νέας τεχνολογίας.
Ανάλογα λειτουργούν στοιχεία όπως το «βιο-», από τη λέξη «βίος», και το «-λογία», από τη λέξη «λόγος». Εμφανίζονται σε διεθνείς όρους όπως η βιολογία και η γεωλογία, όπου συνδυάζονται με άλλα μορφήματα για να δηλώσουν ένα αντικείμενο μελέτης. Το «τηλε-» σχηματίζει επίσης λέξεις που σχετίζονται με απόσταση, όπως η τηλεσκόπηση, ενώ το «φωνή» συνδέεται με όρους για τον ήχο και την ομιλία.
Η παρουσία ελληνικού στοιχείου δεν σημαίνει πάντοτε ότι μια λέξη μεταφέρθηκε αυτούσια από την αρχαία ελληνική. Συχνά πρόκειται για νεότερο σχηματισμό από ελληνικές ρίζες, ο οποίος δημιουργήθηκε για να ονομάσει μια επιστημονική έννοια και κατόπιν υιοθετήθηκε από πολλές γλώσσες. Έτσι, η συμβολή της ελληνικής στο διεθνές λεξιλόγιο αφορά τόσο λέξεις όσο και παραγωγικά συστατικά που επιτρέπουν τη δημιουργία νέων όρων.
Συχνές ερωτήσεις για την ελληνική γλώσσα
Οι απαντήσεις που ακολουθούν διευκρινίζουν βασικά ερωτήματα για την καταγωγή, την εξέλιξη και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
Σε ποια γλωσσική οικογένεια ανήκει η ελληνική;
Η ελληνική ανήκει στον ελληνικό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι συνδέεται ιστορικά με άλλες γλώσσες της Ευρώπης και της Ασίας μέσω μιας κοινής, παλαιότερης γλωσσικής καταγωγής, όχι ότι προέρχεται από κάποια σημερινή γλώσσα. Οι συγγενικές σχέσεις φαίνονται σε συστηματικές αντιστοιχίες λέξεων και γραμματικών στοιχείων, τις οποίες μελετά η διαχρονική γλωσσολογία. Μακρινοί συγγενείς της είναι, μεταξύ άλλων, η λατινική, η σανσκριτική και οι γερμανικές γλώσσες. Η ελληνική, ωστόσο, αποτελεί αυτοτελή κλάδο με δική της μακρά γραπτή παράδοση.
Πόσο παλιά είναι η ελληνική γλώσσα;
Η ελληνική τεκμηριώνεται γραπτώς τουλάχιστον από τον 14ο–13ο αιώνα π.Χ., μέσα από μυκηναϊκές πινακίδες γραμμένες στη Γραμμική Β. Τα πήλινα αυτά αρχεία περιλαμβάνουν διοικητικές καταγραφές και δείχνουν ότι μια πρώιμη μορφή της ελληνικής χρησιμοποιούνταν ήδη στη μυκηναϊκή εποχή. Η χρονολόγηση αφορά τα παλαιότερα σωζόμενα γραπτά τεκμήρια, όχι την ακριβή στιγμή κατά την οποία άρχισε να μιλιέται η γλώσσα. Η προφορική γλώσσα προϋπήρχε της καταγραφής της, αλλά δεν αφήνει άμεσα χρονολογήσιμα ίχνη με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό η γραπτή μαρτυρία αποτελεί ασφαλές σημείο αναφοράς για την ιστορία της ελληνικής.
Τι είναι η νέα ελληνική γλώσσα;
Η νέα ελληνική είναι η σύγχρονη μορφή της γλώσσας, προϊόν της μακρόχρονης εξέλιξης της καθημερινής ομιλίας. Στη διαμόρφωση του σημερινού προτύπου καθοριστικό ρόλο είχε η Δημοτική, δηλαδή η γλωσσική μορφή που βασιζόταν κυρίως στη ζωντανή λαϊκή χρήση και όχι στην αναβίωση αρχαίων τύπων. Από τη συνύπαρξη διαφορετικών μορφών και χρήσεων προέκυψε η Κοινή Νεοελληνική, η οποία λειτουργεί ως κοινό πρότυπο στην εκπαίδευση, στη δημόσια επικοινωνία και στα μέσα ενημέρωσης. Η σύγχρονη γλώσσα διατηρεί ιστορικές συνέχειες, ενώ παράλληλα έχει δική της γραμματική, λεξιλόγιο και συντακτικές συνήθειες.
Πότε καθιερώθηκε το μονοτονικό σύστημα;
Το μονοτονικό σύστημα καθιερώθηκε το 1982 με το Προεδρικό Διάταγμα 297/1982, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α΄ 36 στις 29.04.1982. Η εφαρμογή του αφορούσε την εκπαίδευση και τον κρατικό γραπτό λόγο, αντικαθιστώντας το πολυτονικό σύστημα στη διοίκηση και στη σχολική πρακτική. Η αλλαγή περιόρισε τα διακριτικά σημάδια: η οξεία αντικατέστησε τους διαφορετικούς τόνους και καταργήθηκαν οι δασείες και οι ψιλές. Το διαλυτικό διατηρήθηκε όπου χρειάζεται για να δηλώνεται ότι δύο φωνήεντα προφέρονται χωριστά. Η απλούστερη σημείωση έκανε ευκολότερη τη διδασκαλία και την καθημερινή γραφή, χωρίς να αλλάξει την προφορά των λέξεων.
Πότε γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας;
Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας γιορτάζεται στις 9 Φεβρουαρίου. Η καθιέρωσή της στην Ελλάδα έγινε το 2017, με ημερομηνία που συνδέεται με την επέτειο θανάτου του Διονυσίου Σολωμού. Ο ποιητής πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1857 και αποτελεί κεντρική μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η επιλογή της ημέρας τιμά τόσο τη γλώσσα όσο και τη λογοτεχνική δημιουργία που εκφράστηκε μέσα από αυτήν. Η επέτειος προσφέρει αφορμή να αναδειχθούν η ιστορική διαδρομή της ελληνικής, η σύγχρονη χρήση της και η παρουσία της σε διαφορετικά πεδία της κοινωνικής ζωής.
Η Γραμμική Β
Οι πήλινες πινακίδες του 14ου–13ου αιώνα π.Χ. είναι τα παλαιότερα γραπτά κείμενα στα ελληνικά, σε συλλαβική γραφή.
Τόνοι και πνεύματα
Οξεία, βαρεία, περισπωμένη, ψιλή και δασεία: τι σήμαιναν στο πολυτονικό και πώς η γραφή πέρασε στο ένα σημάδι τόνου.
Από πού έρχεται μια ελληνική λέξη;
Η ετυμολογία δείχνει την προέλευση των λέξεων, τα δάνεια και τα αντιδάνεια, με παραδείγματα και αξιόπιστα λεξικά.